| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28944 | μαγεριά | βλ. μαγειριά | |
| 28945 | μαγέρικο | μα-γέ-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρή ταβέρνα. Πβ. μαγειρείο. | |
| 28946 | μαγεριό | βλ. μαγειρείο | |
| 28947 | μαγευτικός | , ή, ό μα-γευ-τι-κός επίθ.: που μαγεύει: ~ή: θέα/παραλία/παράσταση. ~ό: ηλιοβασίλεμα/τοπίο. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος. ● επίρρ.: μαγευτικά [< μτγν. μαγευτικός, γαλλ. enchanteur] | |
| 28948 | μαγεύτρα | μα-γεύ-τρα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): πλανεύτρα. [< γαλλ. enchanteresse, πβ. μεσν. μαγεύτρια 'μάγισσα'] | |
| 28949 | μαγεύω | μα-γεύ-ω ρ. (μτβ.) {μάγ-εψε, -έψει | -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος, μαγεύ-οντας} 1. (μτφ.) προσελκύω το ενδιαφέρον και προκαλώ μεγάλη ευχαρίστηση: Η ομορφιά της κοπέλας/του τοπίου τον ~εψε. Η φωνή της αναμένεται να ~έψει το κοινό. Οι επισκέπτες της έκθεσης ~εύτηκαν από τα έργα του ζωγράφου. Οι θεατές ~εμένοι από την παράσταση χειροκροτούσαν συνεχώς. Πβ. γοητεύω, θέλγω, σαγηνεύω, συναρπάζω, συνεπαίρνω. 2. (σε παραμύθια) κάνω μάγια: Μια κακιά μάγισσα τον ~εψε και τον έκανε βάτραχο. Το ~εμένο δάσος. Βλ. γητεύω. [< 1: γαλλ. enchanter 2: αρχ. μαγεύω] | |
| 28950 | μαγιά | μα-γιά ουσ. (θηλ.) 1. μονοκύτταροι μικροοργανισμοί, κυρ. μύκητες, που προκαλούν ζύμωση: νωπή/φρέσκια ~ (ΑΝΤ. ξηρή ~/~ σε σκόνη). Κύβος/φακελάκι ~ιάς. ~ αρτοποιίας (βλ. μπέικιν πάουντερ, προζύμι)/μπίρας. Η ~ κάνει τη ζύμη του ψωμιού να φουσκώσει. Πβ. ζυθοζύμη. Βλ. ζυμομύκητες, πυτιά. 2. (μτφ.) αφετηρία και κινητήρια δύναμη για μελλοντική εξέλιξη: Τα βιώματα του συγγραφέα αποτέλεσαν τη ~ (= τον πυρήνα) για το μυθιστόρημά του. Πβ. προζύμι. ● ΦΡ.: χαλάω τη σούπα/τη μαγιά βλ. σούπα [< τουρκ. maya] | |
| 28951 | μάγια | μά-για ουσ. (ουδ.) (τα): κάθε μαγική φράση ή πράξη και τα αποτελέσματά της: Δένω με/κάνω ~ (πβ. κάνω μαγικά). Λύνω τα ~ με εξορκισμό. Δεν πιστεύω στα ~ (= στη μαγεία). Πβ. βουντού, γητειά, κατάδεσμος, μαγγανεία, ξόρκι. [< μεσν. μάγια] | |
| 28952 | μαγιάτικος | , η, ο μα-γιά-τι-κος επίθ.: που χαρακτηρίζει ή γίνεται τον μήνα Μάιο: ~η: βροχή/μέρα. ~ο: πρωινό/τριαντάφυλλο. Βλ. -ιάτικος, πρωτο~. ● Ουσ.: μαγιάτικο (το): ΙΧΘΥΟΛ. είδος μεγάλου πελαγικού ψαριού (επιστ. ονομασ. Seriola dumerili) με γκρίζο-ασημί χρώμα, που ψαρεύεται κυρ. τον Μάιο. Βλ. αφρόψαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγιάτικο στεφάνι: ΛΑΟΓΡ. που φτιάχνεται την Πρωτομαγιά από διάφορα λουλούδια και τοποθετείται συνήθ. στις πόρτες των σπιτιών. ΣΥΝ. Μάης (2) | |
| 28953 | μαγικοθρησκευτικός | , ή, ό μα-γι-κο-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που περιέχει μαγικά και θρησκευτικά στοιχεία: ~ή: αντίληψη. ~ές: παραδόσεις. ~ά: δρώμενα. | |
| 28954 | μαγικός | , ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic] | |
| 28955 | μαγιό | μα-γιό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα κολύμβησης από ελαστικό κυρ. ύφασμα, που καλύπτει τα απόκρυφα σημεία του σώματος (στις γυναίκες συνήθ. και την περιοχή του στήθους): ~ βερμούδα/μποξεράκι/σορτς. Βλ. μονοκίνι, μπικίνι, μπουρκίνι, ολόσωμο. ΣΥΝ. μπανιερό [< γαλλ. maillot (de bain)] | |
| 28956 | μαγιονέζα | μα-γιο-νέ-ζα ουσ. (θηλ.): κρύα, πηχτή σάλτσα από κρόκους αβγών χτυπημένους με λάδι, η οποία συνήθ. περιέχει λεμόνι, ξίδι, μουστάρδα ή/και μπαχαρικά και χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό πιάτων ή για την παρασκευή άλλων φαγητών: σος ~ας. ~ με σκόρδο. Κοτόπουλο/πατατοσαλάτα/ψάρι με ~. ● ΦΡ.: έκοψε η μαγιονέζα & χάλασε η μαγιονέζα (προφ.) 1. αλλοιώθηκε κατά την παρασκευή της. 2. (μτφ.) δεν προέκυψε το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. χάλασε η μανέστρα [< γαλλ. mayonnaise] | |
| 28957 | μαγιόξυλο | μα-γιό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. κορμός δέντρου (ή κλαδί) που το(ν) στόλιζαν με άνθη και το(ν) περιέφεραν, συνήθ. οι νέοι, την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτομαγιάς ως σύμβολο αναγέννησης της φύσης. Βλ. μαγιάτικο στεφάνι. | |
| 28958 | μάγισσα | μά-γισ-σα ουσ. (θηλ.) {μαγισσών} 1. γυναίκα που ασχολείται με τη μαγεία. 2. (μτφ.) πλανεύτρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι μαγισσών (μτφ., με αναφορά στον μεγάλο αριθμό γυναικών που συνελήφθησαν και εξοντώθηκαν από την Ιερά Εξέταση με την κατηγορία της άσκησης μαγείας): μαζικές διώξεις, πολιτικού συνήθ. χαρακτήρα, που βασίζονται σε αυθαίρετες κατηγορίες: Αναλώνονται σε/εξαπολύουν/επιδίδονται σε ~ ~. Βλ. μακαρθισμός. [< γαλλ. chasse aux sorcières, 1950] ● βλ. μάγος [< 1: μεσν. μάγισσα 2: γαλλ. ensorceleuse] | |
| 28959 | μαγκαζίνο | μα-γκα-ζί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ενημερωτική εκπομπή στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο ή το διαδίκτυο, με ποικίλα θέματα από την επικαιρότητα: αθλητικό/πολιτιστικό/πρωινό/ψυχαγωγικό ~. Βλ. τηλε~, τηλεφημερίδα, τοκ σόου. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. magazine, με επίδρ. του ιταλ. magazzino] | |
| 28960 | μαγκάλι | μα-γκά-λι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): μεταλλικό δοχείο όπου τοποθετούνται αναμμένα κάρβουνα για τη θέρμανση εσωτερικών χώρων: αναθυμιάσεις από ~. Πβ. πύραυνο. [< τουρκ. mangal] | |
| 28961 | μαγκάνιο | βλ. μαγγάνιο | |
| 28962 | μάγκανο | βλ. μάγγανο | |
| 28963 | μαγκανοπήγαδο | βλ. μαγγανοπήγαδο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ