Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29660-29680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28964μάγκαςμά-γκας ουσ. (αρσ.) {σπάν. (λαϊκό) θηλ. μάγκισ(σ)α} 1. (μειωτ.) αυτός που παριστάνει τον δυνατό, τον γενναίο ή τον έξυπνο και συμπεριφέρεται συνήθ. με δόλιο, προκλητικό τρόπο: Μην κάνεις τον ~α, γιατί θα την πατήσεις! Πβ. νταής, (ψευτο)παλικαράς, τσαμπουκαλής.|| Μην αφήσετε κάποιους ~ες να σας εκμεταλλεύονται. Βλ. βαρύ-, ψευτό-μαγκας. 2. (οικ. προσφών.) φίλος: Γεια σας ~ες, τι γίνεται; Να είσαι καλά, ρε ~α. ~α μου, είσαι φοβερός! Πβ. μόρτης.|| (απειλητικά) Συμβαίνει τίποτα ρε ~α; 3. ιδιαίτερα ικανός ή θαρραλέος: Πρέπει να είσαι πολύ ~, για να κρατήσεις τις ισορροπίες! Πβ. μάστορας.|| Είναι μεγάλος ~ που βγήκε και είπε αυτό που πιστεύει. 4. (παλαιότ.) περιθωριακός λαϊκός τύπος των αστικών περιοχών της προπολεμικής περιόδου με χαρακτηριστικό τρόπο ντυσίματος, κίνησης και ομιλίας καθώς και ιδιαίτερη ευθιξία σε θέματα τιμής. Βλ. κουτσαβάκης, ρεμπέτης. ● Υποκ.: μαγκάκι (το), μαγκάκος (ο) ● ΦΡ.: τζάμπα μάγκας (μειωτ.): αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, μάγκας εκ του ασφαλούς Βλ. θρασύδειλος. [< μάγκα ' μονάδα άτακτου στρατού στην επανάσταση του 1821' < ισπ. manga, τουρκ. ~, αλβ. mangë]
28965μαγκεύωμα-γκεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μάγκ-εψε, -έψει} (λαϊκό): συμπεριφέρομαι με υπεροψία: Για δες/κοίτα που ~εψε και ο ...! Τι έγινε, ~έψαμε και δεν μιλάμε (= ~εψες και δεν μιλάς) σε κανέναν;
28966μαγκιάμα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) αλαζονική επίδειξη δύναμης ή τόλμης: Άσε/κόψε τις ~ιές, δεν περνάνε σε μένα! Πβ. ζοριλίκι, κουτσαβακ-, λεονταρ-, παλικαρ-ισμός, νταηλίκι, τσαμπουκαλίκι, τσαμπουκάς, ψευτο-μαγκιά, -παλικαριά.|| Ξεκίνησε το κάπνισμα για ~ και στιλ. 2. γενναιότητα, ικανότητα: Έχει τη ~ να παραδέχεται τα σφάλματά του. Πβ. λεβεντιά, παλικαριά.|| Σιγά τη ~! Βλ. καπατσοσύνη. ● ΦΡ.: μαγκιά μου/σου/του ... (αργκό): (επιδοκιμαστικά) καλά έκανα/-ες/-ε ...: ~ του που κατάφερε να κερδίσει! Πβ. μπράβο, συγχαρητήρια., μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο (αργκό): νιώθω υπερβολική ταραχή, κούραση ή έκπληξη: Του έφυγε η ~, όταν είδε το εκκαθαριστικό της εφορείας (: του ήρθε κόλπος/ταμπλάς).|| Μου έχει φύγει η ~ από τη δουλειά αυτές τις μέρες.|| Θα σας φύγει η ~ με τα νέα γκάτζετ/τη νέα τεχνολογία (: θα πάθετε πλάκα)., πουλάω μαγκιά (αργκό): συμπεριφέρομαι προκλητικά: Μη μου πουλάς εμένα ~, γιατί δεν μασάω! Ας μου ~ήσει ~ εμένα και θα τον κανονίσω. Πβ. πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά.
28967μάγκικος, η, ο μά-γκι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζει τον μάγκα: ~ος: τρόπος. ~η: γλώσσα/συμπεριφορά/φωνή. ~ο: στιλ/ύφος. ~α: τραγούδια. Πβ. μόρτικος. ● Ουσ.: μάγκικα (τα) (παλαιότ.): κοινωνιόλεκτος που χρησιμοποιούσαν οι μάγκες. Βλ. αργκό. ● επίρρ.: μάγκικα
28968μαγκιόρος, μαγκιόραμα-γκιό-ρος επίθ./ουσ. (λαϊκό): επιδέξιος. Πβ. καπάτσος, καταφερτζής. [< ιταλ. maggiore]
28969μαγκίτης, μαγκίτισ(σ)αμα-γκί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό): μάγκας, μάγκισ(σ)α.
28970μαγκλαράςμα-γκλα-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): κρεμανταλάς. Βλ. μαντράχαλος.
28971μάγκοβλ. μάνγκο
28972μαγκούραμα-γκού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χοντρό ξύλινο ραβδί με καμπυλωτή λαβή που χρησιμοποιείται από ηλικιωμένους ως υποστηρικτικό μέσο κατά τη βάδιση. Πβ. μπαστούνι. ● Υποκ.: μαγκουρίτσα (η)
28973μαγκούφης, μαγκούφαμα-γκού-φης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μαγκούφηδες} (προφ.-μειωτ.): αυτός που ζει μόνος, χωρίς οικογένεια: Έτσι ιδιότροπος που είσαι, θα μείνεις ~. Πβ. εργένης, γεροντοπαλίκαρο.|| (υβριστ.) Άντε, ρε ~η, μίζερε!|| (ως επίθ.) Αχ, τύχη ~α (= κακή, καταραμένη)! [< τουρκ. mankafa 'ανόητος']
28975μαγκώνωμα-γκώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάγκω-σε, μαγκώ-σει | -θηκε, -θεί, -μένος, μαγκών-οντας} & (σπάν.) μαγγώνω (οικ.) 1. ακινητοποιώ με αιφνίδιο και βίαιο τρόπο: Μου ~σε το χέρι η πόρτα (= έπιασε). Ο σκύλος τον ~σε με τα δόντια του (= άρπαξε).|| Τους ~σε η Αστυνομία (= συνέλαβε).|| (αργκό) Τα ~ει (= κερδίζει πολλά χρήματα). 2. (μτφ.) ασκώ έντονη ψυχολογική πίεση: Ένα παράξενο συναίσθημα ~ει την καρδιά της. Τη βλέπω κάπως ~μένη, σφιγμένη. ~μένος από το άγχος (ΑΝΤ. άνετος, χαλαρός).μαγκώνει: (για πράγμα) παρεμποδίζεται η κίνησή του: Το αγκίστρι ~σε στον βυθό. Το συρτάρι/το φερμουάρ ~ει. Οι ταχύτητες του αυτοκινήτου μου ~ουν. Πβ. κολλάω, μπλοκάρω, σκαλώνω, φρακάρω.
28976μάγμαμάγ-μα ουσ. (ουδ.) {μάγμ-ατος | -ατα}: ΓΕΩΛ. λιωμένη και διάπυρη βραχώδης μάζα που βρίσκεται στα βάθη του φλοιού της Γης (ή άλλου πλανήτη) και εξέρχεται ως λάβα από τα ηφαίστεια: βασαλτικά ~ατα. [< μτγν. μάγμα 'εύπλαστο υλικό', γαλλ.-αγγλ. magma]
28977μαγματικός, ή, ό μαγ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το μάγμα: ~ός: θάλαμος (: υπόγειος χώρος συγκέντρωσης μάγματος). ~ή: διείσδυση/δραστηριότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< γαλλ. magmatique, αγγλ. magmatic]
28978μαγνάδιμα-γνά-δι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λογοτ.): γυναικείο κάλυμμα κεφαλιού από λεπτό ύφασμα. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, πέπλο, τσεμπέρι, φακιόλι. [< μεσν. μαγνάδι(ν)]
28979μαγνησίαμα-γνη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ένωση του μαγνησίου, κυρ. οξείδιο (σύμβ. MgO): θειική/καυστική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Γάλα ~ας (: υδατικό αιώρημα υδροξειδίου του μαγνησίου, ως αντιόξινο και καθαρτικό). [< μτγν. μαγνησία, γαλλ. magnésie]
28980μαγνήσιομα-γνή-σι-ο ουσ. (ουδ.) {μαγνησί-ου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Mg, Ζ 12), αργυρόλευκο και πολύ ελαφρύ, που έχει αρκετές εφαρμογές, όπως στη μεταλλουργία και την πυροτεχνουργία, και είναι απαραίτητο συστατικό των ζωντανών οργανισμών: οξείδιο του ~ίου (= μαγνησία). Ανθρακικό ~ (= μαγνησίτης, βλ. λευκόλιθος).|| Το ~ συμβάλλει στην κανονική λειτουργία του νευρικού, μυϊκού και καρδιαγγειακού συστήματος. [< μεσν. μαγνήσιον 'μέταλλο', γαλλ. magnésium, αγγλ. magnesium]
28981μαγνησίτηςμα-γνη-σί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ανθρακικό άλας του μαγνησίου που απαντάται στη φύση ως ορυκτό και χρησιμοποιείται κυρ. στη μεταλλουργία και την τσιμεντοβιομηχανία. Βλ. δολομίτης, λευκόλιθος, -ίτης2. [< γαλλ. magnésite, αγγλ. magnesite]
28982μαγνητάκιμα-γνη-τά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διακοσμητικό αντικείμενο με μικρό μαγνήτη στο πίσω μέρος, για να επικολλάται σε μεταλλικές επιφάνειες: ~ια ψυγείου. 2. (γενικότ.) μικρό εξάρτημα από μαγνητικό υλικό: Η τσάντα κλείνει με ~.
28983μαγνήτηςμα-γνή-της ουσ. (αρσ.) {μαγνητών} 1. ΦΥΣ. στερεό σώμα που έλκει ορισμένα μέταλλα (σίδηρο, νικέλιο, κοβάλτιο ή κράματά τους): πεταλοειδής/ραβδόμορφος ~. Βόρειος/νότιος πόλος ~η. Μόνιμοι/παροδικοί/φυσικοί/τεχνητοί ~ες. Βλ. ηλεκτρο~, μαγνητίτης. 2. (μτφ.) τόπος, κατάσταση ή πρόσωπο που προσελκύει το ενδιαφέρον: ~ τα εμπορικά κέντρα για τους καταναλωτές. Το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς αποτελεί ~η για τους επενδυτές. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~. Προσφορές-~. Πβ. πόλος έλξης. [< 1: μτγν. μαγνήτης (λίθος), αγγλ. magnet 2: γαλλ. aimant]
28984μαγνητίζωμα-γνη-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαγνήτι-σε, μαγνητί-σει, -στηκε, -στεί -σμένος, μαγνητίζ-οντας} 1. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) ασκώ ισχυρή έλξη: Ομορφιά που ~ει τα βλέμματα. Η νέα σειρά θα ~σει τους τηλεθεατές. Ο κόσμος άκουγε την αφήγηση ~σμένος. Πβ. αιχμαλωτίζω, γοητεύω, θέλγω, σαγηνεύω, μαγεύω. 2. {συνήθ. στην παθ. φωνή} μετατρέπω σε μαγνήτη: Τα ρινίσματα σιδήρου ~ονται από το μαγνητικό πεδίο. ~σμένη: βελόνα/επιφάνεια. ΑΝΤ. απομαγνητίζω [< γαλλ. magnétiser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.