Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29660-29680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28948μαγεύτραμα-γεύ-τρα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): πλανεύτρα. [< γαλλ. enchanteresse, πβ. μεσν. μαγεύτρια 'μάγισσα']
28949μαγεύωμα-γεύ-ω ρ. (μτβ.) {μάγ-εψε, -έψει | -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος, μαγεύ-οντας} 1. (μτφ.) προσελκύω το ενδιαφέρον και προκαλώ μεγάλη ευχαρίστηση: Η ομορφιά της κοπέλας/του τοπίου τον ~εψε. Η φωνή της αναμένεται να ~έψει το κοινό. Οι επισκέπτες της έκθεσης ~εύτηκαν από τα έργα του ζωγράφου. Οι θεατές ~εμένοι από την παράσταση χειροκροτούσαν συνεχώς. Πβ. γοητεύω, θέλγω, σαγηνεύω, συναρπάζω, συνεπαίρνω. 2. (σε παραμύθια) κάνω μάγια: Μια κακιά μάγισσα τον ~εψε και τον έκανε βάτραχο. Το ~εμένο δάσος. Βλ. γητεύω. [< 1: γαλλ. enchanter 2: αρχ. μαγεύω]
28950μαγιάμα-γιά ουσ. (θηλ.) 1. μονοκύτταροι μικροοργανισμοί, κυρ. μύκητες, που προκαλούν ζύμωση: νωπή/φρέσκια ~ (ΑΝΤ. ξηρή ~/~ σε σκόνη). Κύβος/φακελάκι ~ιάς. ~ αρτοποιίας (βλ. μπέικιν πάουντερ, προζύμι)/μπίρας. Η ~ κάνει τη ζύμη του ψωμιού να φουσκώσει. Πβ. ζυθοζύμη. Βλ. ζυμομύκητες, πυτιά. 2. (μτφ.) αφετηρία και κινητήρια δύναμη για μελλοντική εξέλιξη: Τα βιώματα του συγγραφέα αποτέλεσαν τη ~ (= τον πυρήνα) για το μυθιστόρημά του. Πβ. προζύμι. ● ΦΡ.: χαλάω τη σούπα/τη μαγιά βλ. σούπα [< τουρκ. maya]
28951μάγιαμά-για ουσ. (ουδ.) (τα): κάθε μαγική φράση ή πράξη και τα αποτελέσματά της: Δένω με/κάνω ~ (πβ. κάνω μαγικά). Λύνω τα ~ με εξορκισμό. Δεν πιστεύω στα ~ (= στη μαγεία). Πβ. βουντού, γητειά, κατάδεσμος, μαγγανεία, ξόρκι. [< μεσν. μάγια]
28952μαγιάτικος, η, ο μα-γιά-τι-κος επίθ.: που χαρακτηρίζει ή γίνεται τον μήνα Μάιο: ~η: βροχή/μέρα. ~ο: πρωινό/τριαντάφυλλο. Βλ. -ιάτικος, πρωτο~. ● Ουσ.: μαγιάτικο (το): ΙΧΘΥΟΛ. είδος μεγάλου πελαγικού ψαριού (επιστ. ονομασ. Seriola dumerili) με γκρίζο-ασημί χρώμα, που ψαρεύεται κυρ. τον Μάιο. Βλ. αφρόψαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγιάτικο στεφάνι: ΛΑΟΓΡ. που φτιάχνεται την Πρωτομαγιά από διάφορα λουλούδια και τοποθετείται συνήθ. στις πόρτες των σπιτιών. ΣΥΝ. Μάης (2)
28953μαγικοθρησκευτικός, ή, ό μα-γι-κο-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που περιέχει μαγικά και θρησκευτικά στοιχεία: ~ή: αντίληψη. ~ές: παραδόσεις. ~ά: δρώμενα.
28954μαγικός, ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic]
28955μαγιόμα-γιό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα κολύμβησης από ελαστικό κυρ. ύφασμα, που καλύπτει τα απόκρυφα σημεία του σώματος (στις γυναίκες συνήθ. και την περιοχή του στήθους): ~ βερμούδα/μποξεράκι/σορτς. Βλ. μονοκίνι, μπικίνι, μπουρκίνι, ολόσωμο. ΣΥΝ. μπανιερό [< γαλλ. maillot (de bain)]
28956μαγιονέζαμα-γιο-νέ-ζα ουσ. (θηλ.): κρύα, πηχτή σάλτσα από κρόκους αβγών χτυπημένους με λάδι, η οποία συνήθ. περιέχει λεμόνι, ξίδι, μουστάρδα ή/και μπαχαρικά και χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό πιάτων ή για την παρασκευή άλλων φαγητών: σος ~ας. ~ με σκόρδο. Κοτόπουλο/πατατοσαλάτα/ψάρι με ~. ● ΦΡ.: έκοψε η μαγιονέζα & χάλασε η μαγιονέζα (προφ.) 1. αλλοιώθηκε κατά την παρασκευή της. 2. (μτφ.) δεν προέκυψε το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. χάλασε η μανέστρα [< γαλλ. mayonnaise]
28957μαγιόξυλομα-γιό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. κορμός δέντρου (ή κλαδί) που το(ν) στόλιζαν με άνθη και το(ν) περιέφεραν, συνήθ. οι νέοι, την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτομαγιάς ως σύμβολο αναγέννησης της φύσης. Βλ. μαγιάτικο στεφάνι.
28958μάγισσαμά-γισ-σα ουσ. (θηλ.) {μαγισσών} 1. γυναίκα που ασχολείται με τη μαγεία. 2. (μτφ.) πλανεύτρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι μαγισσών (μτφ., με αναφορά στον μεγάλο αριθμό γυναικών που συνελήφθησαν και εξοντώθηκαν από την Ιερά Εξέταση με την κατηγορία της άσκησης μαγείας): μαζικές διώξεις, πολιτικού συνήθ. χαρακτήρα, που βασίζονται σε αυθαίρετες κατηγορίες: Αναλώνονται σε/εξαπολύουν/επιδίδονται σε ~ ~. Βλ. μακαρθισμός. [< γαλλ. chasse aux sorcières, 1950] ● βλ. μάγος [< 1: μεσν. μάγισσα 2: γαλλ. ensorceleuse]
28959μαγκαζίνομα-γκα-ζί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ενημερωτική εκπομπή στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο ή το διαδίκτυο, με ποικίλα θέματα από την επικαιρότητα: αθλητικό/πολιτιστικό/πρωινό/ψυχαγωγικό ~. Βλ. τηλε~, τηλεφημερίδα, τοκ σόου. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. magazine, με επίδρ. του ιταλ. magazzino]
28960μαγκάλιμα-γκά-λι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): μεταλλικό δοχείο όπου τοποθετούνται αναμμένα κάρβουνα για τη θέρμανση εσωτερικών χώρων: αναθυμιάσεις από ~. Πβ. πύραυνο. [< τουρκ. mangal]
28961μαγκάνιοβλ. μαγγάνιο
28962μάγκανοβλ. μάγγανο
28963μαγκανοπήγαδοβλ. μαγγανοπήγαδο
28964μάγκαςμά-γκας ουσ. (αρσ.) {σπάν. (λαϊκό) θηλ. μάγκισ(σ)α} 1. (μειωτ.) αυτός που παριστάνει τον δυνατό, τον γενναίο ή τον έξυπνο και συμπεριφέρεται συνήθ. με δόλιο, προκλητικό τρόπο: Μην κάνεις τον ~α, γιατί θα την πατήσεις! Πβ. νταής, (ψευτο)παλικαράς, τσαμπουκαλής.|| Μην αφήσετε κάποιους ~ες να σας εκμεταλλεύονται. Βλ. βαρύ-, ψευτό-μαγκας. 2. (οικ. προσφών.) φίλος: Γεια σας ~ες, τι γίνεται; Να είσαι καλά, ρε ~α. ~α μου, είσαι φοβερός! Πβ. μόρτης.|| (απειλητικά) Συμβαίνει τίποτα ρε ~α; 3. ιδιαίτερα ικανός ή θαρραλέος: Πρέπει να είσαι πολύ ~, για να κρατήσεις τις ισορροπίες! Πβ. μάστορας.|| Είναι μεγάλος ~ που βγήκε και είπε αυτό που πιστεύει. 4. (παλαιότ.) περιθωριακός λαϊκός τύπος των αστικών περιοχών της προπολεμικής περιόδου με χαρακτηριστικό τρόπο ντυσίματος, κίνησης και ομιλίας καθώς και ιδιαίτερη ευθιξία σε θέματα τιμής. Βλ. κουτσαβάκης, ρεμπέτης. ● Υποκ.: μαγκάκι (το), μαγκάκος (ο) ● ΦΡ.: τζάμπα μάγκας (μειωτ.): αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, μάγκας εκ του ασφαλούς Βλ. θρασύδειλος. [< μάγκα ' μονάδα άτακτου στρατού στην επανάσταση του 1821' < ισπ. manga, τουρκ. ~, αλβ. mangë]
28965μαγκεύωμα-γκεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μάγκ-εψε, -έψει} (λαϊκό): συμπεριφέρομαι με υπεροψία: Για δες/κοίτα που ~εψε και ο ...! Τι έγινε, ~έψαμε και δεν μιλάμε (= ~εψες και δεν μιλάς) σε κανέναν;
28966μαγκιάμα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) αλαζονική επίδειξη δύναμης ή τόλμης: Άσε/κόψε τις ~ιές, δεν περνάνε σε μένα! Πβ. ζοριλίκι, κουτσαβακ-, λεονταρ-, παλικαρ-ισμός, νταηλίκι, τσαμπουκαλίκι, τσαμπουκάς, ψευτο-μαγκιά, -παλικαριά.|| Ξεκίνησε το κάπνισμα για ~ και στιλ. 2. γενναιότητα, ικανότητα: Έχει τη ~ να παραδέχεται τα σφάλματά του. Πβ. λεβεντιά, παλικαριά.|| Σιγά τη ~! Βλ. καπατσοσύνη. ● ΦΡ.: μαγκιά μου/σου/του ... (αργκό): (επιδοκιμαστικά) καλά έκανα/-ες/-ε ...: ~ του που κατάφερε να κερδίσει! Πβ. μπράβο, συγχαρητήρια., μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο (αργκό): νιώθω υπερβολική ταραχή, κούραση ή έκπληξη: Του έφυγε η ~, όταν είδε το εκκαθαριστικό της εφορείας (: του ήρθε κόλπος/ταμπλάς).|| Μου έχει φύγει η ~ από τη δουλειά αυτές τις μέρες.|| Θα σας φύγει η ~ με τα νέα γκάτζετ/τη νέα τεχνολογία (: θα πάθετε πλάκα)., πουλάω μαγκιά (αργκό): συμπεριφέρομαι προκλητικά: Μη μου πουλάς εμένα ~, γιατί δεν μασάω! Ας μου ~ήσει ~ εμένα και θα τον κανονίσω. Πβ. πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά.
28967μάγκικος, η, ο μά-γκι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζει τον μάγκα: ~ος: τρόπος. ~η: γλώσσα/συμπεριφορά/φωνή. ~ο: στιλ/ύφος. ~α: τραγούδια. Πβ. μόρτικος. ● Ουσ.: μάγκικα (τα) (παλαιότ.): κοινωνιόλεκτος που χρησιμοποιούσαν οι μάγκες. Βλ. αργκό. ● επίρρ.: μάγκικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.