| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28985 | μαγνητικός | , ή, ό μα-γνη-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που λειτουργεί με βάση το μαγνητισμό ή παράγεται από αυτόν: ~ός: διάδρομος (γυμναστικής)/δίσκος (βλ. σκληρός δίσκος, δισκέτα)/πίνακας/συντονισμός. ~ή: ασπίδα της Γης (: η μαγνητόσφαιρα ως μέσο προστασίας από τον ηλιακό άνεμο, βλ. γεωμαγνητική καταιγίδα)/βάση/δύναμη/ενέργεια/θωράκιση (ηχείων)/μνήμη/ροή. ~ό: πεδίο/ποδήλατο (γυμναστικής)/σκάκι/τρένο (: που αιωρείται λίγο πάνω από τις ράγες του με τη βοήθεια ~ών πεδίων και αναπτύσσει πολύ υψηλές ταχύτητες)/φάσμα. ~ές γραμμές (: δυναμικές γραμμές ~ού πεδίου)/επαφές (: σε συστήματα ασφαλείας)/πύλες (Ηλίου-Γης). ~ή έκρηξη στον Ήλιο. ~ά: μέσα (αποθήκευσης δεδομένων)/παιχνίδια. Βλ. γεω~, δια~, παρα~, σιδηρο~. 2. (μτφ.) που μαγνητίζει: ~ή: προσωπικότητα. ~ό: βλέμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμαγνητική/μαγνητική καταιγίδα βλ. καταιγίδα, μαγνητική απόκλιση βλ. απόκλιση, μαγνητική διαπερατότητα βλ. διαπερατότητα, μαγνητική έγκλιση βλ. έγκλιση, μαγνητική επαγωγή βλ. επαγωγή, μαγνητική επιδεκτικότητα βλ. επιδεκτικότητα, μαγνητική κάρτα βλ. κάρτα, μαγνητική μάζα βλ. μάζα, μαγνητική ροπή βλ. ροπή, μαγνητική ταινία βλ. ταινία, μαγνητική τομογραφία βλ. τομογραφία, μαγνητικό μονόπολο βλ. μονόπολο, μαγνητικός άξονας της Γης βλ. άξονας, μαγνητικός ισημερινός βλ. ισημερινός, μαγνητικός πόλος βλ. πόλος [< αρχ. Μαγνητικός 'από τη Μαγνησία', γαλλ. magnétique, αγγλ. magnetic, γερμ. magnetisch] | |
| 28986 | μαγνήτιση | μα-γνή-τι-ση ουσ. (θηλ.) ΦΥΣ. 1. διαδικασία μέσω της οποίας ένα σώμα αποκτά μόνιμες ή προσωρινές μαγνητικές ιδιότητες: ~ με επαγωγή (: με επίδραση μαγνήτη από απόσταση). ΑΝΤ. απομαγνητισμός (1) 2. διανυσματικό μέγεθος, το μέτρο του οποίου ισούται με το πηλίκο της μαγνητικής ροπής προς τον όγκο. [< γαλλ. magnétisation] | |
| 28987 | μαγνητισμός | μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. οι ελκτικές ή απωστικές δυνάμεις που δημιουργούνται γύρω από μαγνήτες και κινούμενα ηλεκτρικά φορτία· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος της Φυσικής: Ο ηλεκτρισμός παράγει ~ό και αντιστρόφως. Γήινος ~ (= γεω~).|| Ζωικός ~. Βλ. δια~, ηλεκτρο~, παλαιο~, παρα~, σιδηρο~, -ισμός. 2. (μτφ.) φυσική έλξη, γοητεία: ερωτικός ~. ~ του βλέμματος. [< γαλλ. magnétisme, αγγλ. magnetism] | |
| 28988 | μαγνητίτης | μα-γνη-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό οξείδιο του σιδήρου, μαύρου χρώματος, με μαγνητικές ιδιότητες: Από τον ~η εξάγεται καθαρός σίδηρος. Κρύσταλλοι ~η. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. magnétite, αγγλ. magnetite] | |
| 28989 | μαγνητο- & μαγνητό- | & μαγνητ-: (κυρ. σε τεχν. και επιστ. όρους) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε μαγνητικό υλικό, μαγνήτη ή μαγνητικό πεδίο: μαγνητο-σκόπηση/~ταινία/~φώνηση.|| (ως θ.) (ΟΡΥΚΤ.) Μαγνητ-ίτης.|| (ΦΥΣ.) Μαγνητο-στατική. Μαγνητό-σφαιρα. | |
| 28990 | μαγνητοαντίσταση | μα-γνη-το-α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. αλλαγή στην ηλεκτρική αντίσταση ενός (ημι)αγωγού που προκαλείται από την επίδραση εξωτερικού μαγνητικού πεδίου: γιγαντιαία/κολοσσιαία ~. [< αγγλ. magnetoresistance, 1927] | |
| 28991 | μαγνητοθεραπεία | μα-γνη-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): αμφισβητούμενη θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στην τοποθέτηση μαγνητών σε διάφορα σημεία του σώματος. Βλ. -θεραπεία, εναλλακτική ιατρική. [< γαλλ. magnétothérapie, αγγλ. magnetotherapy] | |
| 28992 | μαγνητόμετρο | μα-γνη-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της έντασης ενός μαγνητικού πεδίου ή ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. magnétomètre, αγγλ. magnetometer] | |
| 28993 | μαγνητοσκόπηση | μα-γνη-το-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): εγγραφή εικόνας και ήχου σε μαγνητοταινία και συνεκδ. το εγγεγραμμένο υλικό: Κάνω ~ (= μαγνητοσκοπώ). Απαγορεύεται η ~ της δίκης/της παράστασης.|| Η εκδήλωση/η τελετή θα μεταδοθεί από το κανάλι σε ~ (ΣΥΝ. μαγνητοσκοπημένη. ΑΝΤ. απευθείας/ζωντανά). Βλ. βιντεοσκόπηση, μαγνητοφώνηση, -σκόπηση. | |
| 28994 | μαγνητοσκόπιο | μα-γνη-το-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή βίντεο: χειριστής ~ίου και συναρμολογητής εικόνας (= μοντέρ). Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. magnétoscope, 1961] | |
| 28995 | μαγνητοσκοπώ | [μαγνητοσκοπῶ] μα-γνη-το-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {μαγνητοσκοπ-είς ... | μαγνητοσκόπ-ησα, -ήσω | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω μαγνητοσκόπηση: Ο εικονολήπτης ~ησε τη σκηνή της έκρηξης. Η συναυλία ~ήθηκε και προβλήθηκε στην τηλεόραση. Ο αγώνας μεταδόθηκε ~ημένος (= σε μαγνητοσκόπηση). Βλ. βιντεοσκοπώ, μαγνητοφωνώ, -σκοπώ. [< γαλλ. magnétoscoper, 1969] | |
| 28996 | μαγνητοστατική | μα-γνη-το-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά το χρονικά αμετάβλητο μαγνητικό πεδίο το οποίο παράγεται από μαγνητικά υλικά ή ηλεκτρικά ρεύματα σταθερής έντασης. Βλ. ηλεκτροστατική, μαγνητοϋδροδυναμική. [< γαλλ. magnétostatique, αγγλ. magnetostatics] | |
| 28997 | μαγνητοστατικός | , ή, ό μα-γνη-το-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αποτελεί αντικείμενο μελέτης ή εφαρμογή της μαγνητοστατικής: ~ό: πεδίο.|| ~ή: μεμβράνη. ~ά: ηχεία. [< γαλλ. magnétostatique, αγγλ. magnetostatic] | |
| 28998 | μαγνητόσφαιρα | μα-γνη-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. το μαγνητικό πεδίο που περιβάλλει πλανήτη με μαγνητικό πεδίο, όπως η Γη, και το προστατεύει απομακρύνοντας τα φορτισμένα σωματίδια του ηλιακού ανέμου που κατευθύνονται προς αυτό. [< αγγλ. magnetosphere, 1959, γαλλ. magnétosphère, πριν από το 1966] | |
| 28999 | μαγνητοταινία | μα-γνη-το-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. λεπτή λωρίδα, συνήθ. από πλαστικό, καλυμμένη με μαγνητικό υλικό, όπως οξείδιο του σιδήρου, η οποία χρησιμοποιείται για την εγγραφή και αναπαραγωγή ήχου, εικόνας ή άλλων δεδομένων. Βλ. βιντεοταινία, κασέτα. ΣΥΝ. μαγνητική ταινία [< γαλλ. bande magnétique, αγγλ. magnetic tape, 1937] | |
| 29000 | μαγνητοϋδροδυναμική | μα-γνη-το-ϋ-δρο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από ηλεκτρικά αγώγιμα ρευστά, όπως πλάσμα ή υγρά μέταλλα, τα οποία διέρχονται μέσα από μαγνητικό πεδίο. [< αγγλ. magnetohydrodynamics, 1950, γαλλ. magnétohydrodynamique, 1964] | |
| 29001 | μαγνητοϋδροδυναμικός | , ή, ό μα-γνη-το-ϋ-δρο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αποτελεί αντικείμενο μελέτης ή εφαρμογή της μαγνητοϋδροδυναμικής: ~ή ροή.|| ~ές γεννήτριες. [< αγγλ. magnetohydrodynamic, 1942] | |
| 29002 | μαγνητοφώνηση | μα-γνη-το-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): εγγραφή ήχου σε μαγνητόφωνο: ~ εκδήλωσης/(συν)ομιλίας/πρακτικών. Επετράπη η ~ της ακροαματικής διαδικασίας (της δίκης). Βλ. ηχογράφηση. ΑΝΤ. απομαγνητοφώνηση | |
| 29003 | μαγνητόφωνο | μα-γνη-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για μαγνητοφώνηση και αναπαραγωγή ήχου: αναλογικό/ψηφιακό ~. Δημοσιογραφικό/φορητό ~. ~ ταινίας/μπομπίνας (βλ. κασετόφωνο). Βάζω μουσική/γυρίζω την κασέτα/γράφω τραγούδια στο ~. Βλ. μαγνητοσκόπιο, πικάπ, ραδιο~, σιντί πλέιερ. ● Υποκ.: μαγνητοφωνάκι (το) [< γαλλ. magnétophone, 1949, γερμ. εμπορ. ονομασ. Magnetophon] | |
| 29004 | μαγνητοφωνώ | [μαγνητοφωνῶ] μα-γνη-το-φω-νώ ρ. (μτβ.) {μαγνητοφων-είς ...| μαγνητοφών-ησα, -ήσω | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω μαγνητοφώνηση: Η παράσταση ~ήθηκε. ~ημένη: κασέτα/(συν)ομιλία/συνέντευξη/φωνή. ~ημένο: μήνυμα. Η εκπομπή/συναυλία αναμεταδίδεται ~ημένη (ΑΝΤ. ζωντανά). Βλ. βιντεοσκοπώ, ηχογραφώ. ΑΝΤ. απομαγνητοφωνώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ