Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29680-29700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
28967μάγκικος, η, ο μά-γκι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζει τον μάγκα: ~ος: τρόπος. ~η: γλώσσα/συμπεριφορά/φωνή. ~ο: στιλ/ύφος. ~α: τραγούδια. Πβ. μόρτικος. ● Ουσ.: μάγκικα (τα) (παλαιότ.): κοινωνιόλεκτος που χρησιμοποιούσαν οι μάγκες. Βλ. αργκό. ● επίρρ.: μάγκικα
28968μαγκιόρος, μαγκιόραμα-γκιό-ρος επίθ./ουσ. (λαϊκό): επιδέξιος. Πβ. καπάτσος, καταφερτζής. [< ιταλ. maggiore]
28969μαγκίτης, μαγκίτισ(σ)αμα-γκί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό): μάγκας, μάγκισ(σ)α.
28970μαγκλαράςμα-γκλα-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): κρεμανταλάς. Βλ. μαντράχαλος.
28971μάγκοβλ. μάνγκο
28972μαγκούραμα-γκού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χοντρό ξύλινο ραβδί με καμπυλωτή λαβή που χρησιμοποιείται από ηλικιωμένους ως υποστηρικτικό μέσο κατά τη βάδιση. Πβ. μπαστούνι. ● Υποκ.: μαγκουρίτσα (η)
28973μαγκούφης, μαγκούφαμα-γκού-φης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μαγκούφηδες} (προφ.-μειωτ.): αυτός που ζει μόνος, χωρίς οικογένεια: Έτσι ιδιότροπος που είσαι, θα μείνεις ~. Πβ. εργένης, γεροντοπαλίκαρο.|| (υβριστ.) Άντε, ρε ~η, μίζερε!|| (ως επίθ.) Αχ, τύχη ~α (= κακή, καταραμένη)! [< τουρκ. mankafa 'ανόητος']
28975μαγκώνωμα-γκώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάγκω-σε, μαγκώ-σει | -θηκε, -θεί, -μένος, μαγκών-οντας} & (σπάν.) μαγγώνω (οικ.) 1. ακινητοποιώ με αιφνίδιο και βίαιο τρόπο: Μου ~σε το χέρι η πόρτα (= έπιασε). Ο σκύλος τον ~σε με τα δόντια του (= άρπαξε).|| Τους ~σε η Αστυνομία (= συνέλαβε).|| (αργκό) Τα ~ει (= κερδίζει πολλά χρήματα). 2. (μτφ.) ασκώ έντονη ψυχολογική πίεση: Ένα παράξενο συναίσθημα ~ει την καρδιά της. Τη βλέπω κάπως ~μένη, σφιγμένη. ~μένος από το άγχος (ΑΝΤ. άνετος, χαλαρός).μαγκώνει: (για πράγμα) παρεμποδίζεται η κίνησή του: Το αγκίστρι ~σε στον βυθό. Το συρτάρι/το φερμουάρ ~ει. Οι ταχύτητες του αυτοκινήτου μου ~ουν. Πβ. κολλάω, μπλοκάρω, σκαλώνω, φρακάρω.
28976μάγμαμάγ-μα ουσ. (ουδ.) {μάγμ-ατος | -ατα}: ΓΕΩΛ. λιωμένη και διάπυρη βραχώδης μάζα που βρίσκεται στα βάθη του φλοιού της Γης (ή άλλου πλανήτη) και εξέρχεται ως λάβα από τα ηφαίστεια: βασαλτικά ~ατα. [< μτγν. μάγμα 'εύπλαστο υλικό', γαλλ.-αγγλ. magma]
28977μαγματικός, ή, ό μαγ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το μάγμα: ~ός: θάλαμος (: υπόγειος χώρος συγκέντρωσης μάγματος). ~ή: διείσδυση/δραστηριότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< γαλλ. magmatique, αγγλ. magmatic]
28978μαγνάδιμα-γνά-δι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λογοτ.): γυναικείο κάλυμμα κεφαλιού από λεπτό ύφασμα. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, πέπλο, τσεμπέρι, φακιόλι. [< μεσν. μαγνάδι(ν)]
28979μαγνησίαμα-γνη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ένωση του μαγνησίου, κυρ. οξείδιο (σύμβ. MgO): θειική/καυστική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Γάλα ~ας (: υδατικό αιώρημα υδροξειδίου του μαγνησίου, ως αντιόξινο και καθαρτικό). [< μτγν. μαγνησία, γαλλ. magnésie]
28980μαγνήσιομα-γνή-σι-ο ουσ. (ουδ.) {μαγνησί-ου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Mg, Ζ 12), αργυρόλευκο και πολύ ελαφρύ, που έχει αρκετές εφαρμογές, όπως στη μεταλλουργία και την πυροτεχνουργία, και είναι απαραίτητο συστατικό των ζωντανών οργανισμών: οξείδιο του ~ίου (= μαγνησία). Ανθρακικό ~ (= μαγνησίτης, βλ. λευκόλιθος).|| Το ~ συμβάλλει στην κανονική λειτουργία του νευρικού, μυϊκού και καρδιαγγειακού συστήματος. [< μεσν. μαγνήσιον 'μέταλλο', γαλλ. magnésium, αγγλ. magnesium]
28981μαγνησίτηςμα-γνη-σί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ανθρακικό άλας του μαγνησίου που απαντάται στη φύση ως ορυκτό και χρησιμοποιείται κυρ. στη μεταλλουργία και την τσιμεντοβιομηχανία. Βλ. δολομίτης, λευκόλιθος, -ίτης2. [< γαλλ. magnésite, αγγλ. magnesite]
28982μαγνητάκιμα-γνη-τά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διακοσμητικό αντικείμενο με μικρό μαγνήτη στο πίσω μέρος, για να επικολλάται σε μεταλλικές επιφάνειες: ~ια ψυγείου. 2. (γενικότ.) μικρό εξάρτημα από μαγνητικό υλικό: Η τσάντα κλείνει με ~.
28983μαγνήτηςμα-γνή-της ουσ. (αρσ.) {μαγνητών} 1. ΦΥΣ. στερεό σώμα που έλκει ορισμένα μέταλλα (σίδηρο, νικέλιο, κοβάλτιο ή κράματά τους): πεταλοειδής/ραβδόμορφος ~. Βόρειος/νότιος πόλος ~η. Μόνιμοι/παροδικοί/φυσικοί/τεχνητοί ~ες. Βλ. ηλεκτρο~, μαγνητίτης. 2. (μτφ.) τόπος, κατάσταση ή πρόσωπο που προσελκύει το ενδιαφέρον: ~ τα εμπορικά κέντρα για τους καταναλωτές. Το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς αποτελεί ~η για τους επενδυτές. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~. Προσφορές-~. Πβ. πόλος έλξης. [< 1: μτγν. μαγνήτης (λίθος), αγγλ. magnet 2: γαλλ. aimant]
28984μαγνητίζωμα-γνη-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαγνήτι-σε, μαγνητί-σει, -στηκε, -στεί -σμένος, μαγνητίζ-οντας} 1. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) ασκώ ισχυρή έλξη: Ομορφιά που ~ει τα βλέμματα. Η νέα σειρά θα ~σει τους τηλεθεατές. Ο κόσμος άκουγε την αφήγηση ~σμένος. Πβ. αιχμαλωτίζω, γοητεύω, θέλγω, σαγηνεύω, μαγεύω. 2. {συνήθ. στην παθ. φωνή} μετατρέπω σε μαγνήτη: Τα ρινίσματα σιδήρου ~ονται από το μαγνητικό πεδίο. ~σμένη: βελόνα/επιφάνεια. ΑΝΤ. απομαγνητίζω [< γαλλ. magnétiser]
28985μαγνητικός, ή, ό μα-γνη-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που λειτουργεί με βάση το μαγνητισμό ή παράγεται από αυτόν: ~ός: διάδρομος (γυμναστικής)/δίσκος (βλ. σκληρός δίσκος, δισκέτα)/πίνακας/συντονισμός. ~ή: ασπίδα της Γης (: η μαγνητόσφαιρα ως μέσο προστασίας από τον ηλιακό άνεμο, βλ. γεωμαγνητική καταιγίδα)/βάση/δύναμη/ενέργεια/θωράκιση (ηχείων)/μνήμη/ροή. ~ό: πεδίο/ποδήλατο (γυμναστικής)/σκάκι/τρένο (: που αιωρείται λίγο πάνω από τις ράγες του με τη βοήθεια ~ών πεδίων και αναπτύσσει πολύ υψηλές ταχύτητες)/φάσμα. ~ές γραμμές (: δυναμικές γραμμές ~ού πεδίου)/επαφές (: σε συστήματα ασφαλείας)/πύλες (Ηλίου-Γης). ~ή έκρηξη στον Ήλιο. ~ά: μέσα (αποθήκευσης δεδομένων)/παιχνίδια. Βλ. γεω~, δια~, παρα~, σιδηρο~. 2. (μτφ.) που μαγνητίζει: ~ή: προσωπικότητα. ~ό: βλέμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμαγνητική/μαγνητική καταιγίδα βλ. καταιγίδα, μαγνητική απόκλιση βλ. απόκλιση, μαγνητική διαπερατότητα βλ. διαπερατότητα, μαγνητική έγκλιση βλ. έγκλιση, μαγνητική επαγωγή βλ. επαγωγή, μαγνητική επιδεκτικότητα βλ. επιδεκτικότητα, μαγνητική κάρτα βλ. κάρτα, μαγνητική μάζα βλ. μάζα, μαγνητική ροπή βλ. ροπή, μαγνητική ταινία βλ. ταινία, μαγνητική τομογραφία βλ. τομογραφία, μαγνητικό μονόπολο βλ. μονόπολο, μαγνητικός άξονας της Γης βλ. άξονας, μαγνητικός ισημερινός βλ. ισημερινός, μαγνητικός πόλος βλ. πόλος [< αρχ. Μαγνητικός 'από τη Μαγνησία', γαλλ. magnétique, αγγλ. magnetic, γερμ. magnetisch]
28986μαγνήτισημα-γνή-τι-ση ουσ. (θηλ.) ΦΥΣ. 1. διαδικασία μέσω της οποίας ένα σώμα αποκτά μόνιμες ή προσωρινές μαγνητικές ιδιότητες: ~ με επαγωγή (: με επίδραση μαγνήτη από απόσταση). ΑΝΤ. απομαγνητισμός (1) 2. διανυσματικό μέγεθος, το μέτρο του οποίου ισούται με το πηλίκο της μαγνητικής ροπής προς τον όγκο. [< γαλλ. magnétisation]
28987μαγνητισμόςμα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. οι ελκτικές ή απωστικές δυνάμεις που δημιουργούνται γύρω από μαγνήτες και κινούμενα ηλεκτρικά φορτία· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος της Φυσικής: Ο ηλεκτρισμός παράγει ~ό και αντιστρόφως. Γήινος ~ (= γεω~).|| Ζωικός ~. Βλ. δια~, ηλεκτρο~, παλαιο~, παρα~, σιδηρο~, -ισμός. 2. (μτφ.) φυσική έλξη, γοητεία: ερωτικός ~. ~ του βλέμματος. [< γαλλ. magnétisme, αγγλ. magnetism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.