| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29005 | μάγνητρο | μά-γνη-τρο ουσ. (ουδ.) {μαγνήτρου}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίοδος λυχνίας κενού υψηλής ισχύος όπου η ροή των ηλεκτρονίων ρυθμίζεται από μαγνητικό πεδίο και οδηγεί στην παραγωγή μικροκυμάτων: Το ~ αποτελεί βασικό εξάρτημα στον φούρνο μικροκυμάτων. [< γαλλ. magnétron, 1921, αγγλ. magnetron, 1921] | |
| 29006 | μαγνόλια | βλ. μανόλια | |
| 29007 | μάγος | μά-γος ουσ. (αρσ.) 1. άτομο που ασχολείται με τη μαγεία: Ο ~ του παραμυθιού. ~-θεραπευτής σε πρωτόγονη φυλή (πβ. σαμάνος). Οι ~οι του Μεσαίωνα. Βλ. αστρολόγος, μέντιουμ, πνευματιστής.|| Οι τρεις ~οι με τα δώρα (: που σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό). 2. πρόσωπο με ιδιαίτερες δεξιότητες που μαγεύει το κοινό ή πετυχαίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε κάποιον τομέα: ~ του βιολιού/της κιθάρας (= βιρτουόζος, δεξιοτέχνης). ~ της μπάλας (: στο ποδόσφαιρο).|| ~ των ειδικών εφέ (: στον κινηματογράφο). ~ της κουζίνας (: στη μαγειρική). ~ της διπλωματίας. 3. ταχυδακτυλουργός. Πβ. θαυματοποιός, φακίρης. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητευόμενος μάγος βλ. μαθητευόμενος ● ΦΡ.: μάγος είσαι; & (σπάν.) τζίνι είσαι; (χιουμορ.-ειρων.): ως απάντηση σε κάποιον που έχει ανακαλύψει ή μαντέψει κάτι, συχνά προφανές: ~ ~; Πώς το βρήκες; ● βλ. μάγισσα [< αρχ. μάγος, γαλλ. magicien, αγγλ. magician] | |
| 29008 | μαγούλα | μα-γού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό ύψωμα που σχηματίζεται από τα στρώματα των διαδοχικών οικοδομικών φάσεων ενός κατεστραμμένου οικισμού, συνήθ. προϊστορικού. Βλ. τούμπα. 2. (λαϊκό) χαμηλό ύψωμα, λόφος. Βλ. γήλοφος. [< αλβ. magulë] | |
| 29009 | μαγουλάδες | μα-γου-λά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): (προφ.) µεταδοτική ασθένεια, συνήθ. παιδική, που οφείλεται σε ιό και χαρακτηρίζεται από επώδυνη διόγκωση των παρωτίδων και πυρετό. Βλ. ανεμοβλογιά. ΣΥΝ. παρωτίτιδα | |
| 29010 | μαγουλάς, μαγουλού | μα-γου-λάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οικ.): πρόσωπο με μεγάλα, τροφαντά, φουσκωτά μάγουλα. | |
| 29011 | μάγουλο | μά-γου-λο ουσ. (ουδ.) 1. καθένα από τα δύο πλάγια μέρη του προσώπου κάτω από τα μάτια, δίπλα από τη μύτη και το στόμα: ελιά/τσίμπημα/φιλί στο ~. Πούδρα/ρουζ στα ~α. Κόκκινα/πρησμένα/στρογγυλά/ρουφηγμένα ~α. Χαμογέλασε και στα ~ά της σχηματίστηκαν λακκάκια. Δάκρυα κύλησαν στα ~ά της. Τον χαστούκισε στο ~. ΣΥΝ. παρειά (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθεμιά από τις εξωτερικές καμπύλες πλευρές: ~ο του ελαστικού (= πλαϊνό). ~α της πλώρης (= μάσκες). ΣΥΝ. παρειά (2) ● Υποκ.: μαγουλάκι (το) ● ΦΡ.: γυρίζω/στρέφω και το άλλο μάγουλο (ΚΔ): (μτφ.-ειρων.) υπομένω καρτερικά κάποια επίθεση χωρίς διάθεση ανταπόδοσης: Mην περιμένεις να γυρίσω ~ ~, όταν με αδικούν., μάγουλο με μάγουλο: (συνήθ. μεταξύ ατόμων αντίθετου φύλου) ακουμπώντας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου: Χορέψαμε ~ ~. Βλ. πρόσωπο με πρόσωπο, στήθος με στήθος. [< γαλλ. joue contre joue] [< 1: μτγν. μάγουλον] | |
| 29012 | ΜΑΔ | (η) 1. Μονάδα Αγοραστικής Δύναμης. 2. Μέση Αγοραστική Δύναμη. | |
| 29013 | μαδάω | βλ. μαδώ | |
| 29014 | μαδέρα | μα-δέ-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος δυνατού κρασιού που παράγεται στο νησί Μαδέρα: σάλτσα/σος ~ (: που περιέχει ~). [< γαλλ. madère] | |
| 29015 | μαδέρι | μα-δέ-ρι ουσ. (ουδ.): χοντρή και πλατιά σανίδα ή δοκάρι που χρησιμοποιείται σε κατασκευές: ~ οροφής/πατώματος. Μεταλλικά/ξύλινα ~ια. ~ια δαπέδου/πλοίου/σκαλωσιάς. Βλ. καδρόνι, τάβλα. [< μεσν. μαδέρι(ν)] | |
| 29016 | μάδημα | μά-δη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του μαδώ: το ~ του κοτόπουλου/της μαργαρίτας/του τοίχου (= ξεφλούδισμα). | |
| 29017 | Μαδιάμ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: γης Μαδιάμ (ΠΔ): (προφ.) για μεγάλες καταστροφές: ~ ~ έγινε το γήπεδο μετά από συμπλοκές οπαδών. Ομάδες κουκουλοφόρων έκαναν ~ ~ την περιοχή. Πβ. άνω-κάτω, τα κάνω λίμπα/γυαλιά καρφιά. [< μτγν. Μαδιάμ] | |
| 29018 | μαδώ | [μαδῶ] μα-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαδ-ά κ. άει... | μάδ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαδάω 1. ξεπουπουλιάζω, ξεμαλλιάζω, αφαιρώ φύλλα ή άνθη φυτού. 2. (μτφ.) αποσπώ μεγάλο χρηματικό ποσό, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο: Έχει ~ήσει την εταιρεία με τις κομπίνες του. Τον θάμπωσε με την ομορφιά της και τον ~ησε κανονικά. Τον ~ησαν στα χαρτιά.|| (κατ' επέκτ.) Τους ~ησε η οικονομική κρίση. ΣΥΝ. απομυζώ (1), γδύνω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 3. (μτφ.) νικώ τον αντίπαλο σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο. ● μαδά & μαδάει: (συνήθ. για ζώο) χάνει τρίχες ή φτερά· σπανιότ. (για άνθρωπο) έχει τριχόπτωση· (για φυτό) ρίχνει τα φύλλα ή τα άνθη: Η γάτα/ο σκύλος/το καναρίνι μου ~ συνέχεια. Τα πρόβατα αρρώστησαν και ~ησαν (= έπεσαν) τα μαλλιά τους.|| Τελευταία ~ υπερβολικά.|| Το γιασεμί ~ σιγά-σιγά και μαραίνεται. Πβ. φυλλορροεί.|| (κατ' επέκτ.) Το πουλόβερ ~ (= χνουδιάζει). ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) προσπαθώ να μαντέψω ή βρίσκομαι σε δίλημμα: ~ει ~ για το αν θα διατηρήσει ή θα χάσει τη θέση του. 2. αφαιρώ ένα ένα τα πέταλά της: O ερωτευμένος ~ει ~ και αναρωτιέται: «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;». [< γαλλ. effeuiller la marguerite] [< μτγν. μαδῶ] | |
| 29019 | μαεστρία | μα-ε-στρί-α ουσ. (θηλ.): (επι)δεξιότητα, δεξιοτεχνία: διπλωματική/λογοτεχνική/πολιτική/σκηνοθετική ~. Μουσική παιγμένη με ~. Θέλει ~ να ... Έβαλε όλη του τη ~, για να τη γοητεύσει. Πβ. δεξιοσύνη, μαστοριά, τέχνη. ΑΝΤ. αδεξιότητα [< ιταλ. maestria]Α | |
| 29020 | μαέστρος | μα-έ-στρος ουσ. (αρσ.) 1. διευθυντής ορχήστρας· κατ' επέκτ. επικεφαλής των μουσικών: ~ της μπάντας/φιλαρμονικής/χορωδίας. Μουσικοσυνθέτης και ~. Πβ. αρχιμουσικός. Βλ. μπαγκέτα. 2. (μτφ.) πρόσωπο πολύ επιδέξιο: ~ του μπουζουκιού/σινεμά. Είναι ~ στη μαγειρική/στο να κρατάει ισορροπίες. Πβ. μάγος, μετρ. ΣΥΝ. δεξιοτέχνης, μάστορας (3) ● ΦΡ.: αβάντι μαέστρο! βλ. αβάντι [< ιταλ. maestro] | |
| 29021 | μάζα | [μᾶζα] μά-ζα ουσ. (θηλ.) {μαζ-ών} 1. ΦΥΣ. το ποσό της ύλης που υπάρχει σε ένα σώμα: ελάχιστη/μέγιστη επιτρεπόμενη ~. Μονάδα ~ας (: κιλό, χιλιόγραμμο). Αδρανειακή/βαρυτική/θερμική ~.|| (IATΡ.) Μυϊκή/οστική ~. Βλ. βιο~. 2. υλικό σώμα, συνήθ. μεγάλων διαστάσεων, με ακανόνιστο σχήμα: ορεινή/πετρώδης/στερεή/συμπαγής/σφαιροειδής/υδάτινη ~. Το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε μια άμορφη ~ από σίδερα. Πβ. όγκος.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ψυχρές αέριες ~ες. 3. μεγάλη ποσότητα: ~ δεδομένων/πληροφοριών/στοιχείων. Η μεγάλη ~ (= η πλειοψηφία) των εργαζομένων/των καταναλωτών/των ψηφοφόρων. Απρόσωπη ~ ανθρώπων.|| (ειδικότ. στον πληθ., πλήθος λαού) Επαναστατημένες/εργατικές/λαϊκές/πλατιές ~ες. Το κίνημα των ~ών (= μαζικό κίνημα). ● ΣΥΜΠΛ.: Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ): ΙΑΤΡ. δείκτης μέτρησης του σωματικού λίπους, που προκύπτει από τη διαίρεση του βάρους του ανθρώπινου σώματος με το τετράγωνο του ύψους του σε μέτρα. [< αγγλ. Body Mass Index, 1983] , κρίσιμη μάζα 1. σύνολο, συνήθ. ανθρώπων, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να διαμορφώσει μια κατάσταση ή να επηρεάσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: η ~ ~ δραστηριοτήτων/των χρηστών (του διαδικτύου). 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. η ελάχιστη ποσότητα σχάσιμου υλικού που είναι απαραίτητη, για να προκαλέσει και να συντηρήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση. [< 1: αγγλ. critical mass, 1919 2: αγγλ. ~ ~, 1941, γαλλ. masse critique] , μαγνητική μάζα: ΦΥΣ. η ποσότητα μαγνητισμού που υπάρχει σε καθέναν από τους δύο πόλους ενός μαγνήτη: αρνητική/θετική ~ ~ (: βόρειου/νότιου πόλου). Βλ. ένταση πεδίου. [< γαλλ. masse magnétique] , ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους (ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.): μελέτη της συμπεριφοράς του ατόμου, όταν αυτό αποτελεί μέλος ενός απρόσωπου πλήθους. [< αγγλ. mass psychology, 1900, crowd psychology, 1924] , ατομική μάζα βλ. ατομικός, μονάδα ατομικής μάζας βλ. ατομικός [< αρχ. μᾶζα ‘κρίθινη ζύμη ή πίτα’, γαλλ. masse, αγγλ. mass] | |
| 29022 | μάζεμα | μά-ζε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) μάζωμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαζεύω: ~ υπογραφών/χρημάτων/ψήφων (= συγκέντρωση).|| ~ βαμβακιού/καρπών (πβ. συγκομιδή). ~ ξύλων/χόρτων.|| ~ αδέσποτων ζώων/σκουπιδιών. Πβ. περισυλλογή.|| ~ ρούχων. ΑΝΤ. άπλωμα.|| ~ της σκηνής/τέντας. Ηλεκτρική σκούπα με αυτόματο ~ καλωδίου. Πβ. τύλιγμα.|| Ασχολείται με το ~ του δωματίου του. Το κείμενο είναι φλύαρο, χρειάζεται λίγο ~. Πβ. συγύρισμα, συμ~.|| Η φούστα είναι μακριά/φαρδιά, θέλει ~ (: κόντεμα ή στένεμα). Βλ. μεταποίηση. [< μεσν. μάζωμα] | |
| 29023 | μαζεμένος | , η, ο μα-ζε-μέ-νος επίθ. 1. συνεσταλμένος, συγκρατημένος: λιγομίλητος και ~. Ντροπαλό και ~ο παιδί. 2. συναθροισμένος: Όλη η παρέα ήταν ~η (= συγκεντρωμένη) στην καφετέρια. 3. συσσωρευμένος: Έλειψα αρκετό καιρό και έπεσε ~η δουλειά. Του τα 'χω ~α (: είμαι θυμωμένος μαζί του για αρκετούς λόγους). 4. τακτοποιημένος: ωραία και ~η ιστοσελίδα. Πβ. συμ~. | |
| 29024 | μαζεύω | μα-ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {μάζ-εψα, (διαλεκτ.) έμασα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, μαζ-εμένος, μαζεύ-οντας} & (λαϊκό) μαζώνω 1. συγκεντρώνω: ~ βαθμούς/δικαιολογητικά/εμπειρίες/ένσημα/κουπόνια/πόντους/υπογραφές (: ως μέσο άσκησης πίεσης). ~ει απόψεις για το θέμα/πληροφορίες για το παρελθόν/υλικό για την εργασία του. ~ουν χρήματα (= κάνουν έρανο) για τους φτωχούς. Πβ. συσσωρεύω. 2. αφαιρώ αντικείμενα από κάπου και τα μεταφέρω αλλού: ~ τα πιάτα από το τραπέζι/τα απλωμένα ρούχα. ~ νερό από τη βρύση.|| ~ ελιές/φρούτα/χόρτα.|| Τα ~εψα (ενν. τα πράγματά μου) και έφυγα. 3. φέρνω ανθρώπους στον ίδιο χώρο: ~εψα τους φίλους μου στο σπίτι. Αίθουσες που ~ουν πολλούς θεατές. Πβ. συγκεντρώνω, συναθροίζω. 4. απομακρύνω άχρηστα αντικείμενα ή τακτοποιώ: ~ μπάζα. Το απορριμματοφόρο ~εψε τα σκουπίδια. ~εψα τα φύλλα από την αυλή.|| Πρέπει να ~έψω το δωμάτιο (= να το συγυρίσω, συμμαζέψω). 5. τυλίγω κάτι απλωμένο: ~ την τέντα/το καλώδιο/τα πανιά. 6. ανασηκώνω: ~ τη φούστα/τα μαλλιά/τα μανίκια/τα μπατζάκια μου. 7. φέρνω προς το μέρος μου: ~ τα δίχτυα/τα σχοινιά. ~εψε (= πάρε) τα χέρια σου από πάνω μου! ΣΥΝ. τραβώ (1) 8. συλλέγω: ~ αυτοκόλλητα/γραμματόσημα/παλιά βιβλία/τηλεκάρτες. 9. κινούμαι και πιάνω κάτι με τα χέρια: ~εψα τα γυαλιά από κάτω. Ο τερματοφύλακας ~εψε την μπάλα. 10. περισυλλέγω κάτι για να το περισώσω ή να το προστατέψω: ~εψα το σημείωμα από τον σκουπιδοτενεκέ. Ο φιλοζωικός σύλλογος ~εψε το αδέσποτο σκυλί. Πβ. περι~. 11. (μτφ.) ανασκευάζω, αναιρώ: Προσπάθησε να ~έψει τη δήλωσή του/όσα είπε. 12. (για συμπεριφορά) συγκρατώ: ~εψέ τον, γιατί έχει πάρει πολύ αέρα! ● μαζεύει: (για επιφάνεια) καλύπτεται από ανεπιθύμητα ελαφρά υλικά: Το πλυντήριο ~ (= πιάνει) άλατα. Σημεία που ~ουν βρομιά. Τα έπιπλα έχουν ~έψει σκόνη., μαζεύεται 1. (για πλήθος ανθρώπων) συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος: Η νεολαία ~εται στις καφετέριες. Τα παιδιά ~εύτηκαν γύρω του. Θα ~ευτούμε στο σπίτι μου για ρεβεγιόν. 2. συσσωρεύεται: Έχει ~ευτεί αρκετή δουλειά. ~εύτηκαν κάμποσες εκκρεμότητες/πολλά προβλήματα. ● Παθ.: μαζεύομαι 1. δείχνω αυτοσυγκράτηση: Κοίτα να ~ευτείς λίγο, γιατί έχεις ξεσαλώσει! Πρέπει να ~ευτώ κάπως, γιατί έκανα πολλά έξοδα τελευταία. 2. επιστρέφω: Βγήκαμε για ποτό και ~ευτήκαμε στα σπίτια μας το πρωί. 3. κουλουριάζομαι: ~εύτηκε σε μια γωνιά. Πβ. ζαρώνω, κουβαριάζομαι. Βλ. τεντώνομαι. ● ΦΡ.: μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (εμφατ.-μτφ.): προσπαθώ να διορθώσω κάτι πολύ δυσάρεστο που δύσκολα επανορθώνεται και για το οποίο φέρω ευθύνη: Πρώτα τα έκαναν μπάχαλο κι ύστερα έτρεχαν να ~έψουν ~., μάζευε κι ας είν' και ρώγες βλ. ρώγα, μαζεύω τα κομμάτια μου βλ. κομμάτι, μαζεύω το μυαλό μου βλ. μυαλό, μαζεύω/ξεστρώνω το τραπέζι βλ. τραπέζι, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μάζεψε τη γλώσσα σου βλ. γλώσσα, μάζεψε/μπήκε στο πλύσιμο βλ. πλύσιμο, με μαζεύουν με το κουταλάκι/τα κουταλάκια βλ. κουτάλι [< μεσν. μαζεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ