| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28988 | μαγνητίτης | μα-γνη-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό οξείδιο του σιδήρου, μαύρου χρώματος, με μαγνητικές ιδιότητες: Από τον ~η εξάγεται καθαρός σίδηρος. Κρύσταλλοι ~η. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. magnétite, αγγλ. magnetite] | |
| 28989 | μαγνητο- & μαγνητό- | & μαγνητ-: (κυρ. σε τεχν. και επιστ. όρους) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε μαγνητικό υλικό, μαγνήτη ή μαγνητικό πεδίο: μαγνητο-σκόπηση/~ταινία/~φώνηση.|| (ως θ.) (ΟΡΥΚΤ.) Μαγνητ-ίτης.|| (ΦΥΣ.) Μαγνητο-στατική. Μαγνητό-σφαιρα. | |
| 28990 | μαγνητοαντίσταση | μα-γνη-το-α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. αλλαγή στην ηλεκτρική αντίσταση ενός (ημι)αγωγού που προκαλείται από την επίδραση εξωτερικού μαγνητικού πεδίου: γιγαντιαία/κολοσσιαία ~. [< αγγλ. magnetoresistance, 1927] | |
| 28991 | μαγνητοθεραπεία | μα-γνη-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): αμφισβητούμενη θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στην τοποθέτηση μαγνητών σε διάφορα σημεία του σώματος. Βλ. -θεραπεία, εναλλακτική ιατρική. [< γαλλ. magnétothérapie, αγγλ. magnetotherapy] | |
| 28992 | μαγνητόμετρο | μα-γνη-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της έντασης ενός μαγνητικού πεδίου ή ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. magnétomètre, αγγλ. magnetometer] | |
| 28993 | μαγνητοσκόπηση | μα-γνη-το-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): εγγραφή εικόνας και ήχου σε μαγνητοταινία και συνεκδ. το εγγεγραμμένο υλικό: Κάνω ~ (= μαγνητοσκοπώ). Απαγορεύεται η ~ της δίκης/της παράστασης.|| Η εκδήλωση/η τελετή θα μεταδοθεί από το κανάλι σε ~ (ΣΥΝ. μαγνητοσκοπημένη. ΑΝΤ. απευθείας/ζωντανά). Βλ. βιντεοσκόπηση, μαγνητοφώνηση, -σκόπηση. | |
| 28994 | μαγνητοσκόπιο | μα-γνη-το-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή βίντεο: χειριστής ~ίου και συναρμολογητής εικόνας (= μοντέρ). Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. magnétoscope, 1961] | |
| 28995 | μαγνητοσκοπώ | [μαγνητοσκοπῶ] μα-γνη-το-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {μαγνητοσκοπ-είς ... | μαγνητοσκόπ-ησα, -ήσω | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω μαγνητοσκόπηση: Ο εικονολήπτης ~ησε τη σκηνή της έκρηξης. Η συναυλία ~ήθηκε και προβλήθηκε στην τηλεόραση. Ο αγώνας μεταδόθηκε ~ημένος (= σε μαγνητοσκόπηση). Βλ. βιντεοσκοπώ, μαγνητοφωνώ, -σκοπώ. [< γαλλ. magnétoscoper, 1969] | |
| 28996 | μαγνητοστατική | μα-γνη-το-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά το χρονικά αμετάβλητο μαγνητικό πεδίο το οποίο παράγεται από μαγνητικά υλικά ή ηλεκτρικά ρεύματα σταθερής έντασης. Βλ. ηλεκτροστατική, μαγνητοϋδροδυναμική. [< γαλλ. magnétostatique, αγγλ. magnetostatics] | |
| 28997 | μαγνητοστατικός | , ή, ό μα-γνη-το-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αποτελεί αντικείμενο μελέτης ή εφαρμογή της μαγνητοστατικής: ~ό: πεδίο.|| ~ή: μεμβράνη. ~ά: ηχεία. [< γαλλ. magnétostatique, αγγλ. magnetostatic] | |
| 28998 | μαγνητόσφαιρα | μα-γνη-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. το μαγνητικό πεδίο που περιβάλλει πλανήτη με μαγνητικό πεδίο, όπως η Γη, και το προστατεύει απομακρύνοντας τα φορτισμένα σωματίδια του ηλιακού ανέμου που κατευθύνονται προς αυτό. [< αγγλ. magnetosphere, 1959, γαλλ. magnétosphère, πριν από το 1966] | |
| 28999 | μαγνητοταινία | μα-γνη-το-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. λεπτή λωρίδα, συνήθ. από πλαστικό, καλυμμένη με μαγνητικό υλικό, όπως οξείδιο του σιδήρου, η οποία χρησιμοποιείται για την εγγραφή και αναπαραγωγή ήχου, εικόνας ή άλλων δεδομένων. Βλ. βιντεοταινία, κασέτα. ΣΥΝ. μαγνητική ταινία [< γαλλ. bande magnétique, αγγλ. magnetic tape, 1937] | |
| 29000 | μαγνητοϋδροδυναμική | μα-γνη-το-ϋ-δρο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από ηλεκτρικά αγώγιμα ρευστά, όπως πλάσμα ή υγρά μέταλλα, τα οποία διέρχονται μέσα από μαγνητικό πεδίο. [< αγγλ. magnetohydrodynamics, 1950, γαλλ. magnétohydrodynamique, 1964] | |
| 29001 | μαγνητοϋδροδυναμικός | , ή, ό μα-γνη-το-ϋ-δρο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αποτελεί αντικείμενο μελέτης ή εφαρμογή της μαγνητοϋδροδυναμικής: ~ή ροή.|| ~ές γεννήτριες. [< αγγλ. magnetohydrodynamic, 1942] | |
| 29002 | μαγνητοφώνηση | μα-γνη-το-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): εγγραφή ήχου σε μαγνητόφωνο: ~ εκδήλωσης/(συν)ομιλίας/πρακτικών. Επετράπη η ~ της ακροαματικής διαδικασίας (της δίκης). Βλ. ηχογράφηση. ΑΝΤ. απομαγνητοφώνηση | |
| 29003 | μαγνητόφωνο | μα-γνη-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για μαγνητοφώνηση και αναπαραγωγή ήχου: αναλογικό/ψηφιακό ~. Δημοσιογραφικό/φορητό ~. ~ ταινίας/μπομπίνας (βλ. κασετόφωνο). Βάζω μουσική/γυρίζω την κασέτα/γράφω τραγούδια στο ~. Βλ. μαγνητοσκόπιο, πικάπ, ραδιο~, σιντί πλέιερ. ● Υποκ.: μαγνητοφωνάκι (το) [< γαλλ. magnétophone, 1949, γερμ. εμπορ. ονομασ. Magnetophon] | |
| 29004 | μαγνητοφωνώ | [μαγνητοφωνῶ] μα-γνη-το-φω-νώ ρ. (μτβ.) {μαγνητοφων-είς ...| μαγνητοφών-ησα, -ήσω | -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω μαγνητοφώνηση: Η παράσταση ~ήθηκε. ~ημένη: κασέτα/(συν)ομιλία/συνέντευξη/φωνή. ~ημένο: μήνυμα. Η εκπομπή/συναυλία αναμεταδίδεται ~ημένη (ΑΝΤ. ζωντανά). Βλ. βιντεοσκοπώ, ηχογραφώ. ΑΝΤ. απομαγνητοφωνώ | |
| 29005 | μάγνητρο | μά-γνη-τρο ουσ. (ουδ.) {μαγνήτρου}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίοδος λυχνίας κενού υψηλής ισχύος όπου η ροή των ηλεκτρονίων ρυθμίζεται από μαγνητικό πεδίο και οδηγεί στην παραγωγή μικροκυμάτων: Το ~ αποτελεί βασικό εξάρτημα στον φούρνο μικροκυμάτων. [< γαλλ. magnétron, 1921, αγγλ. magnetron, 1921] | |
| 29006 | μαγνόλια | βλ. μανόλια | |
| 29007 | μάγος | μά-γος ουσ. (αρσ.) 1. άτομο που ασχολείται με τη μαγεία: Ο ~ του παραμυθιού. ~-θεραπευτής σε πρωτόγονη φυλή (πβ. σαμάνος). Οι ~οι του Μεσαίωνα. Βλ. αστρολόγος, μέντιουμ, πνευματιστής.|| Οι τρεις ~οι με τα δώρα (: που σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό). 2. πρόσωπο με ιδιαίτερες δεξιότητες που μαγεύει το κοινό ή πετυχαίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε κάποιον τομέα: ~ του βιολιού/της κιθάρας (= βιρτουόζος, δεξιοτέχνης). ~ της μπάλας (: στο ποδόσφαιρο).|| ~ των ειδικών εφέ (: στον κινηματογράφο). ~ της κουζίνας (: στη μαγειρική). ~ της διπλωματίας. 3. ταχυδακτυλουργός. Πβ. θαυματοποιός, φακίρης. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητευόμενος μάγος βλ. μαθητευόμενος ● ΦΡ.: μάγος είσαι; & (σπάν.) τζίνι είσαι; (χιουμορ.-ειρων.): ως απάντηση σε κάποιον που έχει ανακαλύψει ή μαντέψει κάτι, συχνά προφανές: ~ ~; Πώς το βρήκες; ● βλ. μάγισσα [< αρχ. μάγος, γαλλ. magicien, αγγλ. magician] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ