Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29720-29740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29025μαζίμα-ζί επίρρ. 1. στο ίδιο μέρος ή σύνολο: Δουλεύουμε/ταξιδεύουμε ~. Ζω (~) με τους γονείς μου. Δεν διασκεδάζουν όταν είναι ~.|| Τοποθετείτε όλα τα υλικά ~ στο μίξερ. Τα δικαιολογητικά πρέπει να υποβληθούν ~ με τη δήλωση (= από κοινού). ΑΝΤ. ξέχωρα (1), χώρια (1), χωριστά 2. σε άμεση επαφή ή πρόσβαση: Eπικοινωνήστε ~ μας (= με μας). Σ' αγαπάμε και είμαστε ~ σου (: σε στηρίζουμε)! Είναι ~ (: έχουν ερωτικό δεσμό).|| Έχε ~ σου λεφτά! Να πάρετε ~ σας ένα χοντρό μπουφάν! 3. ταυτόχρονα: Η άποψή σου είναι ~ και πολλών άλλων. ● ΦΡ.: μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε: δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε., πάνε μαζί: συνδέονται αναπόσπαστα· δεν συμβιβάζονται: Ο αθλητισμός και ο πολιτισμός ~ ~.|| Κάπνισμα και υγεία δεν ~ ~., (εμείς) μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε βλ. χώρια, και μαζί και χώρια βλ. χώρια, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, όλοι μαζί βλ. όλος, σέρνω μαζί μου βλ. σέρνω [< μεσν. μαζί(ν)]
29026μαζικοποίησημα-ζι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διεύρυνση της συμμετοχής σε κάποια διαδικασία: ~ της εκπαίδευσης/του κινήματος/της μετανάστευσης/της παραγωγής. ΑΝΤ. απομαζικοποίηση 2. μαζοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. massification, 1954]
29027μαζικοποιώ[μαζικοποιῶ] μα-ζι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μαζικοποι-είς ... | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω κάτι μαζικό, διευρύνω: Αποφασισμένος να ~ήσει τον αγώνα του είναι ο Σύλλογος ... Οι εργατικές κινητοποιήσεις έχουν ~ηθεί (: έχουν πάρει μαζικό χαρακτήρα) λόγω της οικονομικής κρίσης. 2. μαζοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. massifier, κυρ. μετά το 1960]
29028μαζικός1, ή, ό μα-ζι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ή αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων: ~ός: αθλητισμός/αποκλεισμός/εκτοπισμός/εμβολιασμός/εποικισμός/ξεσηκωμός. ~ή: απήχηση/απόρριψη (π.χ. των αιτήσεων)/έξοδος (εκδρομέων)/κατανάλωση/προσέλευση/συμμετοχή. ~ό: κίνημα/όχι/"παρών"/φαινόμενο/φακέλωμα. ~οί: αγώνες/φορείς. ~ές: αντιδράσεις/απεργίες/απολύσεις/εκδηλώσεις/κινητοποιήσεις/μετακινήσεις/προσλήψεις. ~ά: κρούσματα/παράπονα/προγράμματα/συλλαλητήρια. Οι διαδηλώσεις έχουν προσλάβει ~ό χαρακτήρα/~ές διαστάσεις. Βλ. συλλογικός. 2. που αναφέρεται σε μεγάλη ποσότητα ή έκταση: ~ός: υπολογισμός. ~ή: αγορά/αποστολή/εξάλειψη (ειδών)/ζήτηση/παραγγελία/παραγωγή. ~οί: βομβαρδισμοί. ~ές: ιδιωτικοποιήσεις. ~ά: μηνύματα/προϊόντα. ● επίρρ.: μαζικά ● ΣΥΜΠΛ.: μαζικός αριθμός: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. σύνολο πρωτονίων και νετρονίων στον πυρήνα ενός ατόμου. [< αγγλ. mass number, 1923] , μαζικός τουρισμός: διακίνηση μεγάλου όγκου τουριστών μέσω οργανωμένων τουριστικών πακέτων, με συνέπεια την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Βλ. βραχιολάκι. [< γαλλ. tourisme de masse] , μαζική εξατομίκευση βλ. εξατομίκευση, μαζική κοινωνία βλ. κοινωνία, μαζική κουλτούρα βλ. κουλτούρα, μαζική υστερία βλ. υστερία, Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας βλ. μέσο, Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά, όπλα μαζικής καταστροφής βλ. όπλο [< γαλλ. en masse, massif, 1922, de masse, αγγλ. mass]
29029μαζικός2, ή, ό μα-ζι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαστικός: ~ός: αδένας/ιστός. [< αρχ. μαζός 'μαστός', γαλλ. mammaire]
29030μαζικότηταμα-ζι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μαζικού: ~ του αγώνα/του αθλήματος/της διαδήλωσης/της παραγωγής/της συγκέντρωσης. Βλ. -ότητα.
29031μαζοποίησημα-ζο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): ομοιομορφία στη συμπεριφορά μεγάλου αριθμού ανθρώπων: Η ~ ισοπεδώνει τις ατομικές ιδιαιτερότητες. Βλ. αγελο-, ομογενο-, τυπο-ποίηση, κομφορμισμός. ΣΥΝ. μαζικοποίηση (2) [< γαλλ. massification, 1954]
29032μαζοποιώ[μαζοποιῶ] μα-ζο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μαζοποι-είς ... | μαζοποι-ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος} (αρνητ. συνυποδ.): οδηγώ σε μαζοποίηση: Η καταναλωτική κοινωνία ~εί τους ανθρώπους. Βλ. ομογενο-, τυπο-ποιώ. ΣΥΝ. μαζικοποιώ (2) [< πβ. μτγν. μαζοποιῶ 'παρασκευάζω ψωμί', γαλλ. massifier, κυρ. μετά το 1960]
29033μαζορέταμα-ζο-ρέ-τα ουσ. (θηλ.): μέλος γυναικείας ομάδας με ειδική αμφίεση που εκτελεί χορογραφία, κυρ. πριν από την έναρξη ή στα διαλείμματα αγώνων μπάσκετ: ~ες σε καρναβάλι. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. τσιρλίντερ [< γαλλ. majorette, περ. 1955 < αμερικ. drum majorette, 1938]
29034μαζούρκαμα-ζούρ-κα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χορός πολωνικής προέλευσης και η αντίστοιχη μουσική σύνθεση. Βλ. βαλς, πόλκα1, πολωνέζα, τάνγκο. [< γαλλ. mazurka]
29035μαζούτμα-ζούτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υγρό καύσιμο, προϊόν απόσταξης του αργού πετρελαίου, που χρησιµοποιείται κυρ. σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις και για την κίνηση πλοίων. Βλ. βενζίνη, κηροζίνη, ντίζελ. ΣΥΝ. βαρύ πετρέλαιο ● ΦΡ.: καίει κάρβουνο/μαζούτ βλ. κάρβουνο [< γαλλ. mazout, ρωσ. mazut]
29036μαζόχαμα-ζό-χα ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό): μαζοχιστής, μαζοχίστρια.
29037μαζόχαςμα-ζό-χας ουσ. (αρσ.) (αργκό): μαζοχιστής.
29038μαζοχίζομαιμα-ζο-χί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) (αργκό): βασανίζομαι χωρίς λόγο.
29039μαζοχισμόςμα-ζο-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) συμπεριφορά προσώπου που ανέχεται να βιώνει δυσάρεστες καταστάσεις: Το να κάνεις συνέχεια το ίδιο λάθος, καταντάει ~. ΑΝΤ. σαδισμός (2) 2. ΨΥΧΟΛ. σεξουαλική απόκλιση κατά την οποία το άτομο αισθάνεται ικανοποίηση στη διάρκεια της ερωτικής πράξης, όταν υφίσταται σωματική κακοποίηση ή εξευτελισμό. Βλ. -ισμός, σαδισμός, σαδο~. [< γερμ. Masochismus, αυστριακό ανθρ. L. von Sacher-Masoch, γαλλ. masochisme, 1896]
29040μαζοχιστήςμα-ζο-χι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μαζοχίστρια}: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από μαζοχισμό, ως γενική συμπεριφορά ή ως σεξουαλική απόκλιση. Βλ. σαδιστής, σαδο~. [< γερμ. Masochist, γαλλ. masochiste, 1896]
29041μαζοχιστικός, ή, ό μα-ζο-χι-στι-κός επίθ.: (κυρ. μτφ.) που σχετίζεται με τον μαζοχισμό: ~ή: διάθεση/συμπεριφορά/συνήθεια. ~ές: τάσεις/φαντασιώσεις. Βλ. σαδιστικός, σαδο~. ● επίρρ.: μαζοχιστικά: ΑΝΤ. σαδιστικά [< γερμ. masochistisch, γαλλ. masochiste]
29042μάζωμαβλ. μάζεμα
29043μαζώνωμα-ζώ-νω {μάζω-ξα, -ξει, -χτηκε} (λαϊκό): μαζεύω.
29044μάζωξημά-ζω-ξη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συγκέντρωση ατόμων σε κάποιο(ν) χώρο: κομματική/λαϊκή/οικογενειακή ~. ~ (της παρέας) στο σπίτι. Φιλικές ~ώξεις. Πβ. συνάθροιση, σύναξη. [< μεσν. μάζωξις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.