| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29045 | Μάης | Μά-ης ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.-λογοτ.) Μάιος: ο γαλλικός ~ (: η εξέγερση των Γάλλων φοιτητών το 1968). 2. ΛΑΟΓΡ. {πληθ. Μάηδες} μαγιάτικο στεφάνι. ● ΦΡ.: ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) (παροιμ.): για προσδοκία που η ικανοποίησή της μετατίθεται στο απώτερο μέλλον, γεγονός που την καθιστά αμφίβολη: Έγιναν συζητήσεις για πιθανές αυξήσεις μισθών μέσα στην ερχόμενη διετία, δηλαδή, ~ ~., πιάνω τον Μάη (μτφ.): μαζεύω λουλούδια στην εξοχή, για να φτιάξω το μαγιάτικο στεφάνι., στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει (παροιμ.): για συνεχείς ατυχίες που υφίσταται κάποιος. Βλ. ενός κακού μύρια έπονται. [< μτγν. Μάϊος] | |
| 29046 | μαθαίνω | μα-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έμαθα, μάθω, μαθαίν-εται, μαθαίν-οντας, μαθ-ημένος} 1. αποκτώ γνώσεις ή δεξιότητες μέσω διδασκαλίας, μελέτης ή εμπειρίας: ~ αριθμητική/γράμματα (= μορφώνομαι)/ιστορία/μουσική/ξένες γλώσσες. ~ την αλφαβήτα/την προπαίδεια. ~ για τα ζώα/τους σεισμούς. ~ να γράφω/ζωγραφίζω/μετρώ/σέβομαι (τους άλλους)/σκέφτομαι. ~ να οδηγώ με ασφάλεια/να ελέγχω τις αντιδράσεις μου. ~ απέξω (= απομνημονεύω)/παπαγαλία (= αποστηθίζω).|| Τους ~ (= γνωρίζω) σιγά-σιγά. Σε μάθαμε τώρα, άστα αυτά! Τον έχω μάθει από πρώτο χέρι/απ' την καλή κι απ' την ανάποδη.|| Του τα έψαλα, για να μάθει (= συνετιστεί).|| Παίζω και ~. Όσο ζω, ~. 2. διδάσκω: ~ (σ)το παιδί μου να διαβάζει/να μιλάει. Του έμαθε την τέχνη (της φωτογραφίας)/καλούς τρόπους. Η εμπειρία/η ζωή μού έμαθε ότι ...|| (απειλητ.) Θα σε μάθω (: θα σου δείξω) εγώ να είσαι αγενής! 3. συνηθίζω, εθίζομαι: Έμαθα να ζω με την ασθένειά μου. Πρέπει να µάθεις να τρέφεσαι υγιεινά. Οι παίκτες έχουν μάθει στην πίεση του πρωταθλητισμού.|| Έμαθε από μικρός να καπνίζει/να πίνει. 4. πληροφορούμαι: Θέλω να ~ νέα σου. Έμαθες ποιος ήρθε; Έμαθα ότι η επιχείρηση θα κλείσει. Έχουμε μάθει για την ιστορία του χωριού. ● ΦΡ.: μαθαίνω/παίρνω το μάθημά μου (μτφ.): διδάσκομαι από μια αρνητική εμπειρία: Δηλώνουν ότι έμαθαν/πήραν ~ τους και πως δεν πρόκειται να επαναλάβουν το ίδιο λάθος., όποιος παθαίνει, μαθαίνει (γνωμ.): αυτός που βιώνει μια δυσάρεστη κατάσταση διδάσκεται από αυτή. ΣΥΝ. ο παθός (και) μαθός, το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα, (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα, μαθαίνω νεράκι βλ. νερό, μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) βλ. τέχνη [< μεσν. μαθαίνω] | |
| 29048 | μαθές | μα-θές μόρ. (διαλεκτ.-λογοτ.) 1. αλήθεια, βέβαια: Ξένος έφτασα ~ σ' αυτά τα μέρη.|| (ειρων.) Έγινε κι αυτός σπουδαίος ~ και δεν μας καταδέχεται. 2. άραγε: Τι σου έκανα ~; 3. δηλαδή: Ο θείος μου ο Νίκος, ο γιατρός ~, θα έρθει αύριο να μας δει. [< μεσν. μαθές] | |
| 29049 | μαθεύεται | μα-θεύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μαθεύ-τηκε, -τεί} (λαϊκό): (για γεγονός, πληροφορία) γίνεται ευρέως γνωστό/ή: Το νέο ~τηκε από στόμα σε στόμα. Δεν θέλουν να ~τεί η αλήθεια/το μυστικό.|| (απρόσ.) ~τηκε (= ακούστηκε, διαδόθηκε) ότι δεν τα πάνε καλά. | |
| 29050 | μάθημα | μά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {μαθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ύλη από συγκεκριμένο γνωστικό τομέα η οποία έχει προγραμματιστεί να διδαχθεί σε καθορισμένο χρονικό διάστημα από εκπαιδευτικό φορέα, όπως το σχολείο ή το πανεπιστήμιο: Οι μαθητές εξετάστηκαν στο ~ της Φυσικής/των Αρχαίων. Παρακολουθώ/περνώ ένα ~. Εξετάζομαι/κόβομαι στο ~. Χρωστάω ένα ~ για να πάρω το πτυχίο. Αναπλήρωση/βαθμός/εξέταση/εργασίες/στόχοι του/σχέδιο/υπεύθυνος ~ατος. Επιλεγόμενα/εργαστηριακά/μεταπτυχιακά/προπτυχιακά/σεμιναριακά/υποχρεωτικά ~ατα. Πρόγραμμα/σημειώσεις/ώρες ~άτων. ~ατα χειμερινού/εαρινού εξαμήνου. ~ατα Αγγλικών/οδήγησης/υπολογιστών. 2. η διαδικασία και το αποτέλεσμα της διδασκαλίας: ανιαρό/βαρετό/δημιουργικό/ελκυστικό/ενδιαφέρον/συναρπαστικό ~. Ομιλία-~. Διαδικτυακά/ζωντανά ~ήματα. Βλ. τηλε~. 3. (μτφ.) κάτι που αποτελεί συνήθ. παράδειγμα προς μίμηση: ~ατα ζωής/ηθικής/πολιτισμού/συμπεριφοράς. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθήματα κατεύθυνσης/προσανατολισμού: που ανήκουν στη θετική, θεωρητική ή τεχνολογική κατεύθυνση. Βλ. μαθήματα γενικής παιδείας., δευτερεύοντα μαθήματα βλ. δευτερεύων, εγκύκλια μαθήματα βλ. εγκύκλιος, θετικά μαθήματα βλ. θετικός, θεωρητικά μαθήματα βλ. θεωρητικός, ιδιαίτερα (μαθήματα) βλ. ιδιαίτερος, μαθήματα γενικής παιδείας βλ. παιδεία, μαθήματα κορμού βλ. κορμός, πρωτεύοντα μαθήματα βλ. πρωτεύων, τεχνολογικά μαθήματα βλ. τεχνολογικός, φιλολογικά (μαθήματα) βλ. φιλολογικός ● ΦΡ.: δίνω μάθημα (προφ.): εξετάζομαι σε αυτό., δίνω/παραδίδω μαθήματα (+ γεν.) (προφ.): διδάσκω: ~ ~ κιθάρας/χορού.|| (μτφ.) Δίνει ~ δημοκρατίας/εντιμότητας., κάνω μάθημα: διδάσκω., κάνω μαθήματα (προφ.): διδάσκω ή διδάσκομαι., μαθαίνω/παίρνω το μάθημά μου βλ. μαθαίνω, το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα βλ. πάθημα [< αρχ. μάθημα] | |
| 29051 | μαθηματικά | μα-θη-μα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΘ. επιστήμη που μελετά, με τη χρήση αφηρημένων εννοιών και συμβόλων, τις ιδιότητες των αριθμών, των δομών, των μεταβολών και του χώρου, με αντίστοιχους γενικούς κλάδους την αριθμητική, την άλγεβρα, την ανάλυση και τη γεωμετρία· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ανώτερα/γενικά/διακριτά/εφαρμοσμένα/θεωρητικά/καθαρά (= αφηρημένα)/(χρηματο)οικονομικά ~. Αξιώματα/θεωρήματα των ~ών. Βλ. βιο~, γεω~, θεωρία πιθανοτήτων, στατιστική, τοπολογία, τριγωνομετρία.|| (προφ.) Αυτά είναι απλά ~ (: για τα ευκόλως εννοούμενα). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστικά/αναλογιστικά μαθηματικά: ΜΑΘ. εφαρμογή της θεωρίας πιθανοτήτων και της στατιστικής σε θέματα χρηματοοικονομικού κινδύνου (κυρ. στις ασφάλειες ζωής). [< αγγλ. insurance/actuarial mathematics] [< αρχ. μαθηματικά, γαλλ. mathématiques, αγγλ. mathematics, γερμ. Mathematik] | |
| 29052 | μαθηματικός | μα-θη-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τα μαθηματικά· ειδικότ. καθηγητής μαθηματικών. [< αρχ. μαθηματικός, γαλλ. mathématicien, αγγλ. mathematician, γερμ. Μathematiker] | |
| 29053 | μαθηματικός | , ή, ό μα-θη-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τα μαθηματικά: ~ός: διαγωνισμός/λογισμός/προγραμματισμός/τύπος. ~ή: ανάλυση/απόδειξη/εταιρεία/ολυμπιάδα. ~ό: μοντέλο/φαινόμενο. ~οί: πίνακες. 2. (μτφ.) που έχει αυξημένες ικανότητες στα μαθηματικά ή γενικότ. χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και οργάνωση: ~ή: σκέψη. ~ό: κεφάλι/μυαλό/πνεύμα. ● Ουσ.: Μαθηματικό (το) (προφ.): το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα. ● επίρρ.: μαθηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με μεγάλη ακρίβεια: Είναι ~ αποδεδειγμένο/βέβαιο/εξακριβωμένο ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: (μαθηματική/αριθμητική) πράξη βλ. πράξη, μαθηματική ελπίδα βλ. ελπίδα, μαθηματική επαγωγή βλ. επαγωγή, μαθηματική λογική βλ. λογική ● ΦΡ.: με μαθηματική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1 [< 1: αρχ. μαθηματικός, γαλλ. mathématique, αγγλ. mathematic(al), γερμ. mathematisch] | |
| 29054 | μαθημένος | , η, ο μα-θη-μέ-νος επίθ. 1. συνηθισμένος σε κάτι: ~ να γυμνάζεται/να εργάζεται τη νύχτα/να ζει στη φύση. ~ σε κολακείες/στα δύσκολα/στην καλοπέραση. ~ από βροχές/προβλήματα. Κοινό ~ο σε εύπεπτα θεάματα. Βλ. εθισμένος, εξοικειωμένος. ΑΝΤ. άμαθος 2. που γνωρίζει ή αποτελεί προϊόν μάθησης: (γνωμ.) Κανείς δε(ν) γεννήθηκε ~.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~η: ικανότητα/συμπεριφορά (= επίκτητη· ΑΝΤ. έμφυτη). ● ΦΡ.: μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια βλ. βουνό [< μεσν. μαθημένος] | |
| 29056 | μάθηση | μά-θη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία απόκτησης γνώσεων, δεξιοτήτων, βιωμάτων και εμπειριών, μέσω διδασκαλίας ή αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον: ατομική/δημιουργική/εξατομικευμένη/ηλεκτρονική/κινητή/κοινωνική/προσωπική/(ομαδο)συνεργατική ~. ~ με δοκιμή και λάθος. Δίψα/ευκαιρίες/θέληση/κίνητρα για ~. Θεωρίες ~ης. Πβ. εκπαίδευση, μόρφωση. Βλ. φιλομάθεια. ΣΥΝ. εκμάθηση ΑΝΤ. αμάθεια ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. εκπαιδευτική διαδικασία κατά την οποία ο μαθητής συμμετέχει ενεργά και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Bλ. ανακαλυπτική μάθηση., κινητή μάθηση & κινητή εκπαίδευση: της οποίας ο αποδέκτης δεν βρίσκεται σε σταθερή, προκαθορισμένη θέση και επιτυγχάνεται μέσω της κινητής τεχνολογίας (κινητό τηλέφωνο, λάπτοπ, άιπαντ, άιποντ, εμ-πι-θρι). Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση. [< αγγλ. mobile/m- learning, 2001] , παθητική μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. τρόπος διδασκαλίας κατά τον οποίο ο μαθητής δεν έχει συμμετοχικό ρόλο. Βλ. δασκαλοκεντρικός. [< αγγλ. passive learning] , ανακαλυπτική μάθηση βλ. ανακαλυπτικός, ανεπίδεκτος μαθήσεως βλ. ανεπίδεκτος, άτυπη εκπαίδευση/μάθηση βλ. εκπαίδευση, βιωματική μάθηση βλ. βιωματικός, διά βίου μάθηση/εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, διερευνητική μάθηση βλ. διερευνητικός, εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μηχανική μάθηση βλ. μηχανικός, συντελεστική μάθηση βλ. συντελεστικός ● ΦΡ.: η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης/μαθήσεως & (αρχαιοπρ.) επανάληψις μήτηρ (πάσης) μαθήσεως: η επανάληψη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μάθηση. [< αρχ. μάθησις] | |
| 29057 | μαθησιακός | , ή, ό μα-θη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μάθηση: ~ή: διαδικασία. ~ό: μοντέλο/περιβάλλον. ~οί: στόχοι. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες/ιδιαιτερότητες/τεχνολογίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κενά. ● επίρρ.: μαθησιακά ● ΣΥΜΠΛ.: μαθησιακές δυσκολίες & μαθησιακές διαταραχές/μαθησιακά προβλήματα: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. δυσλειτουργίες που εκδηλώνονται κυρ. στη χρήση προφορικού και γραπτού λόγου, στους μαθηματικούς υπολογισμούς, στη λογική επεξεργασία πληροφοριών, στον αυτοέλεγχο, στον συντονισμό των κινήσεων και στη διατήρηση της προσοχής, σε σχέση με άλλους μαθητές της ίδιας ηλικίας, στο ίδιο χρονικό διάστημα και με τις ίδιες μεθόδους διδασκαλίας: γενικές/ειδικές ~ ~. Αντιμετώπιση/αποκατάσταση/διάγνωση ~ών ~ιών. Οι ~ ~ διαφέρουν από τη νοητική υστέρηση. Βλ. δυσ-αναγνωσία, -αριθμησία, -γραφία, -λεξία, -ορθογραφία. [< αγγλ. learning difficulties, 1921] [< αγγλ. learning] | |
| 29058 | μαθητεία | μα-θη-τεί-α ουσ. (θηλ.): εκπαίδευση και πρακτική εξάσκηση σε ένα αντικείμενο· συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: σύστημα (: εναλλασσόμενη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση)/σχολές ~ας του ΟΑΕΔ. ~ κοντά σε καθηγητή/καλλιτέχνη/μάστορα/τεχνίτη.|| Πήρε δίπλωμα μετά από εννιάμηνη ~ σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής. [< μτγν. μαθητ(ε)ία ‘εκπαίδευση, διδασκαλία’] | |
| 29059 | μαθητευόμενος | , η, ο μα-θη-τευ-ό-με-νος επίθ./ουσ. {συνήθ. στο αρσ.}: που βρίσκεται στο στάδιο κυρ. της πρακτικής εκπαίδευσης σε κάποιο αντικείμενο: ~ος: ζωγράφος/ράφτης/τεχνίτης (βλ. βοηθός, παραγιός). ~η: νοσοκόμα. ~οι: ηθοποιοί. Πβ. δόκιμος. Βλ. μαθητής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητευόμενος μάγος (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): άτομο που αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει κάποιο έργο χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία: οι ~οι ~οι της πολιτικής. Ο άνθρωπος παρεμβαίνει συχνά στο φυσικό περιβάλλον ως ~ ~. [< γερμ. (der) Zauberlehrling, ποίημα του Γκαίτε] [< μτγν. μαθητευόμενος, γαλλ. apprenti] | |
| 29060 | μαθητεύω | μα-θη-τεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαθήτ-ευσε, -εύσει (προφ.) μαθήτ-εψε, -έψει, μαθητεύ-οντας}: παρακολουθώ μαθήματα ή μαθαίνω τέχνη κοντά σε κάποιον: ~ευσε για πέντε χρόνια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (= σπούδασε).|| Είχε την τύχη να ~εύσει δίπλα στους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες (= να διδαχτεί από ...). [< μτγν. μαθητεύω] | |
| 29061 | μαθητής, μαθήτρια | μα-θη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μαθητ-ών, μαθητριών} 1. πρόσωπο που φοιτά σε μία από τις δύο πρώτες βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος ή σε κάποια σχολή: άριστος/άτακτος/επιμελής/ζωηρός/πρώτος ~. Απόρριψη/εργασίες/προαγωγή ~ών. ~ Γυμνασίου/Δημοτικού/Λυκείου. Η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη.|| ~ της Σχολής Ικάρων/του Ωδείου. Βλ. σπουδαστής, συμ~, φοιτητής.|| Φυσικώς αδύνατοι ~ές (: με μαθησιακές δυσκολίες). 2. (γενικότ.) αυτός που παρακολουθεί μαθήματα σε κάποιο αντικείμενο ή υιοθετεί τις αρχές και τον τρόπο σκέψης διακεκριμένου προσώπου, όπως ενός διανοούμενου, ηγέτη ή καλλιτέχνη: ~ ζωγραφικής/πιάνου/χορού (πβ. μαθητευόμενος).|| Οι δώδεκα ~ές του Χριστού. Υπήρξε ~ και συνεχιστής του μεγάλου φιλοσόφου. ● Υποκ.: μαθητάκος, μαθητριούλα (ο/η) ● ΦΡ.: Βιβλίο Μητρώου Μαθητών/Μητρώο Μαθητών βλ. μητρώο [< αρχ. μαθητής, μτγν. μαθήτρια] | |
| 29062 | μαθητιάδα | μα-θη-τι-ά-δα ουσ. (θηλ.): διοργάνωση όπου συμμετέχουν μαθητές και η οποία περιλαμβάνει αθλητικούς αγώνες και πολιτιστικές εκδηλώσεις: ~ σκακιού. Βλ. πανεπιστημιάδα. | |
| 29063 | μαθητικός | , ή, ό μα-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαθητή ή τη μάθηση: ~ός: διαγωνισμός/πληθυσμός/τουρισμός. ~ή: έκθεση/εστία/ζωή/παράσταση/νεολαία (= μαθητιώσα)/εφημερίδα. ~ό: συμβούλιο. ~ά: θρανία/χρόνια. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητική κοινότητα βλ. κοινότητα, μαθητική/σχολική διαρροή βλ. διαρροή [< αρχ. μαθητικός] | |
| 29064 | μαθητιώσα | [μαθητιῶσα] μα-θη-τι-ώ-σα επίθ. (λόγ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μαθητιώσα νεολαία {(λογιότ.) μαθητιώσης νεολαίας} (επίσ.-συχνά ειρων.): μαθητές νεαρής ηλικίας. Βλ. μαθητόκοσμος. [< μτχ. μαθητιῶσα του μτγν. ρ. μαθητιῶ] | |
| 29065 | μαθητοκεντρικός | , ή, ό μα-θη-το-κε-ντρι-κός επίθ.: που επικεντρώνεται στον μαθητή: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διδασκαλία/μέθοδος/προσέγγιση. ~ό: σχολείο. Βλ. -κεντρικός. ΑΝΤ. δασκαλοκεντρικός | |
| 29066 | μαθητόκοσμος | μα-θη-τό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.): σύνολο μαθητών. Βλ. -κοσμος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ