Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29740-29760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29028μαζικός1, ή, ό μα-ζι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ή αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων: ~ός: αθλητισμός/αποκλεισμός/εκτοπισμός/εμβολιασμός/εποικισμός/ξεσηκωμός. ~ή: απήχηση/απόρριψη (π.χ. των αιτήσεων)/έξοδος (εκδρομέων)/κατανάλωση/προσέλευση/συμμετοχή. ~ό: κίνημα/όχι/"παρών"/φαινόμενο/φακέλωμα. ~οί: αγώνες/φορείς. ~ές: αντιδράσεις/απεργίες/απολύσεις/εκδηλώσεις/κινητοποιήσεις/μετακινήσεις/προσλήψεις. ~ά: κρούσματα/παράπονα/προγράμματα/συλλαλητήρια. Οι διαδηλώσεις έχουν προσλάβει ~ό χαρακτήρα/~ές διαστάσεις. Βλ. συλλογικός. 2. που αναφέρεται σε μεγάλη ποσότητα ή έκταση: ~ός: υπολογισμός. ~ή: αγορά/αποστολή/εξάλειψη (ειδών)/ζήτηση/παραγγελία/παραγωγή. ~οί: βομβαρδισμοί. ~ές: ιδιωτικοποιήσεις. ~ά: μηνύματα/προϊόντα. ● επίρρ.: μαζικά ● ΣΥΜΠΛ.: μαζικός αριθμός: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. σύνολο πρωτονίων και νετρονίων στον πυρήνα ενός ατόμου. [< αγγλ. mass number, 1923] , μαζικός τουρισμός: διακίνηση μεγάλου όγκου τουριστών μέσω οργανωμένων τουριστικών πακέτων, με συνέπεια την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Βλ. βραχιολάκι. [< γαλλ. tourisme de masse] , μαζική εξατομίκευση βλ. εξατομίκευση, μαζική κοινωνία βλ. κοινωνία, μαζική κουλτούρα βλ. κουλτούρα, μαζική υστερία βλ. υστερία, Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας βλ. μέσο, Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά, όπλα μαζικής καταστροφής βλ. όπλο [< γαλλ. en masse, massif, 1922, de masse, αγγλ. mass]
29029μαζικός2, ή, ό μα-ζι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαστικός: ~ός: αδένας/ιστός. [< αρχ. μαζός 'μαστός', γαλλ. mammaire]
29030μαζικότηταμα-ζι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μαζικού: ~ του αγώνα/του αθλήματος/της διαδήλωσης/της παραγωγής/της συγκέντρωσης. Βλ. -ότητα.
29031μαζοποίησημα-ζο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): ομοιομορφία στη συμπεριφορά μεγάλου αριθμού ανθρώπων: Η ~ ισοπεδώνει τις ατομικές ιδιαιτερότητες. Βλ. αγελο-, ομογενο-, τυπο-ποίηση, κομφορμισμός. ΣΥΝ. μαζικοποίηση (2) [< γαλλ. massification, 1954]
29033μαζορέταμα-ζο-ρέ-τα ουσ. (θηλ.): μέλος γυναικείας ομάδας με ειδική αμφίεση που εκτελεί χορογραφία, κυρ. πριν από την έναρξη ή στα διαλείμματα αγώνων μπάσκετ: ~ες σε καρναβάλι. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. τσιρλίντερ [< γαλλ. majorette, περ. 1955 < αμερικ. drum majorette, 1938]
29034μαζούρκαμα-ζούρ-κα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χορός πολωνικής προέλευσης και η αντίστοιχη μουσική σύνθεση. Βλ. βαλς, πόλκα1, πολωνέζα, τάνγκο. [< γαλλ. mazurka]
29035μαζούτμα-ζούτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υγρό καύσιμο, προϊόν απόσταξης του αργού πετρελαίου, που χρησιµοποιείται κυρ. σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις και για την κίνηση πλοίων. Βλ. βενζίνη, κηροζίνη, ντίζελ. ΣΥΝ. βαρύ πετρέλαιο ● ΦΡ.: καίει κάρβουνο/μαζούτ βλ. κάρβουνο [< γαλλ. mazout, ρωσ. mazut]
29036μαζόχαμα-ζό-χα ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό): μαζοχιστής, μαζοχίστρια.
29037μαζόχαςμα-ζό-χας ουσ. (αρσ.) (αργκό): μαζοχιστής.
29038μαζοχίζομαιμα-ζο-χί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) (αργκό): βασανίζομαι χωρίς λόγο.
29039μαζοχισμόςμα-ζο-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) συμπεριφορά προσώπου που ανέχεται να βιώνει δυσάρεστες καταστάσεις: Το να κάνεις συνέχεια το ίδιο λάθος, καταντάει ~. ΑΝΤ. σαδισμός (2) 2. ΨΥΧΟΛ. σεξουαλική απόκλιση κατά την οποία το άτομο αισθάνεται ικανοποίηση στη διάρκεια της ερωτικής πράξης, όταν υφίσταται σωματική κακοποίηση ή εξευτελισμό. Βλ. -ισμός, σαδισμός, σαδο~. [< γερμ. Masochismus, αυστριακό ανθρ. L. von Sacher-Masoch, γαλλ. masochisme, 1896]
29040μαζοχιστήςμα-ζο-χι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μαζοχίστρια}: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από μαζοχισμό, ως γενική συμπεριφορά ή ως σεξουαλική απόκλιση. Βλ. σαδιστής, σαδο~. [< γερμ. Masochist, γαλλ. masochiste, 1896]
29041μαζοχιστικός, ή, ό μα-ζο-χι-στι-κός επίθ.: (κυρ. μτφ.) που σχετίζεται με τον μαζοχισμό: ~ή: διάθεση/συμπεριφορά/συνήθεια. ~ές: τάσεις/φαντασιώσεις. Βλ. σαδιστικός, σαδο~. ● επίρρ.: μαζοχιστικά: ΑΝΤ. σαδιστικά [< γερμ. masochistisch, γαλλ. masochiste]
29042μάζωμαβλ. μάζεμα
29043μαζώνωμα-ζώ-νω {μάζω-ξα, -ξει, -χτηκε} (λαϊκό): μαζεύω.
29044μάζωξημά-ζω-ξη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συγκέντρωση ατόμων σε κάποιο(ν) χώρο: κομματική/λαϊκή/οικογενειακή ~. ~ (της παρέας) στο σπίτι. Φιλικές ~ώξεις. Πβ. συνάθροιση, σύναξη. [< μεσν. μάζωξις]
29045ΜάηςΜά-ης ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.-λογοτ.) Μάιος: ο γαλλικός ~ (: η εξέγερση των Γάλλων φοιτητών το 1968). 2. ΛΑΟΓΡ. {πληθ. Μάηδες} μαγιάτικο στεφάνι. ● ΦΡ.: ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) (παροιμ.): για προσδοκία που η ικανοποίησή της μετατίθεται στο απώτερο μέλλον, γεγονός που την καθιστά αμφίβολη: Έγιναν συζητήσεις για πιθανές αυξήσεις μισθών μέσα στην ερχόμενη διετία, δηλαδή, ~ ~., πιάνω τον Μάη (μτφ.): μαζεύω λουλούδια στην εξοχή, για να φτιάξω το μαγιάτικο στεφάνι., στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει (παροιμ.): για συνεχείς ατυχίες που υφίσταται κάποιος. Βλ. ενός κακού μύρια έπονται. [< μτγν. Μάϊος]
29046μαθαίνωμα-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έμαθα, μάθω, μαθαίν-εται, μαθαίν-οντας, μαθ-ημένος} 1. αποκτώ γνώσεις ή δεξιότητες μέσω διδασκαλίας, μελέτης ή εμπειρίας: ~ αριθμητική/γράμματα (= μορφώνομαι)/ιστορία/μουσική/ξένες γλώσσες. ~ την αλφαβήτα/την προπαίδεια. ~ για τα ζώα/τους σεισμούς. ~ να γράφω/ζωγραφίζω/μετρώ/σέβομαι (τους άλλους)/σκέφτομαι. ~ να οδηγώ με ασφάλεια/να ελέγχω τις αντιδράσεις μου. ~ απέξω (= απομνημονεύω)/παπαγαλία (= αποστηθίζω).|| Τους ~ (= γνωρίζω) σιγά-σιγά. Σε μάθαμε τώρα, άστα αυτά! Τον έχω μάθει από πρώτο χέρι/απ' την καλή κι απ' την ανάποδη.|| Του τα έψαλα, για να μάθει (= συνετιστεί).|| Παίζω και ~. Όσο ζω, ~. 2. διδάσκω: ~ (σ)το παιδί μου να διαβάζει/να μιλάει. Του έμαθε την τέχνη (της φωτογραφίας)/καλούς τρόπους. Η εμπειρία/η ζωή μού έμαθε ότι ...|| (απειλητ.) Θα σε μάθω (: θα σου δείξω) εγώ να είσαι αγενής! 3. συνηθίζω, εθίζομαι: Έμαθα να ζω με την ασθένειά μου. Πρέπει να µάθεις να τρέφεσαι υγιεινά. Οι παίκτες έχουν μάθει στην πίεση του πρωταθλητισμού.|| Έμαθε από μικρός να καπνίζει/να πίνει. 4. πληροφορούμαι: Θέλω να ~ νέα σου. Έμαθες ποιος ήρθε; Έμαθα ότι η επιχείρηση θα κλείσει. Έχουμε μάθει για την ιστορία του χωριού. ● ΦΡ.: μαθαίνω/παίρνω το μάθημά μου (μτφ.): διδάσκομαι από μια αρνητική εμπειρία: Δηλώνουν ότι έμαθαν/πήραν ~ τους και πως δεν πρόκειται να επαναλάβουν το ίδιο λάθος., όποιος παθαίνει, μαθαίνει (γνωμ.): αυτός που βιώνει μια δυσάρεστη κατάσταση διδάσκεται από αυτή. ΣΥΝ. ο παθός (και) μαθός, το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα, (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα, μαθαίνω νεράκι βλ. νερό, μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) βλ. τέχνη [< μεσν. μαθαίνω]
29048μαθέςμα-θές μόρ. (διαλεκτ.-λογοτ.) 1. αλήθεια, βέβαια: Ξένος έφτασα ~ σ' αυτά τα μέρη.|| (ειρων.) Έγινε κι αυτός σπουδαίος ~ και δεν μας καταδέχεται. 2. άραγε: Τι σου έκανα ~; 3. δηλαδή: Ο θείος μου ο Νίκος, ο γιατρός ~, θα έρθει αύριο να μας δει. [< μεσν. μαθές]
29049μαθεύεταιμα-θεύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μαθεύ-τηκε, -τεί} (λαϊκό): (για γεγονός, πληροφορία) γίνεται ευρέως γνωστό/ή: Το νέο ~τηκε από στόμα σε στόμα. Δεν θέλουν να ~τεί η αλήθεια/το μυστικό.|| (απρόσ.) ~τηκε (= ακούστηκε, διαδόθηκε) ότι δεν τα πάνε καλά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.