| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29067 | μαθητολόγιο | μα-θη-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): επίσημος κατάλογος σχολείου με τα στοιχεία των μαθητών. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. Βιβλίο Μητρώου Μαθητών/Μητρώο Μαθητών | |
| 29068 | μαθητοπατέρας | μα-θη-το-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.): πρόσωπο, συνήθ. εκπαιδευτικός που προσπαθεί να είναι αρεστός στους μαθητές. Βλ. -πατέρας. | |
| 29069 | μαθητούδι | μα-θη-τού-δι ουσ. (ουδ.) 1. (οικ.) μικρός μαθητής. 2. (μτφ.) άπειρος, αδαής: Την πάτησε/φέρθηκε σαν ~. Βλ. αρχάριος, πρωτάρης. | |
| 29070 | μαθός | μα-θός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: ο παθός (και) μαθός βλ. παθός [< μεσν. μαθώς < μαθών, μτχ. ενεργ. αορ. του ρ. μανθάνω] | |
| 29071 | μάθος | μά-θος ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: (το) πάθος μάθος (γνωμ.): το πάθημα (γίνεται/μου έγινε) μάθημα. ΣΥΝ. ο παθός (και) μαθός, όποιος παθαίνει, μαθαίνει [< αρχ. μάθος ‘γνώση, μόρφωση’] | |
| 29072 | μαθουσάλας | μα-θου-σά-λας ουσ. (αρσ.): (μετωνυμ.) αυτός που συνεχίζει να δραστηριοποιείται σε κάποιον τομέα σε ηλικία μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη ή ζει πολύ περισσότερο από τον μέσο όρο ζωής: ~ της πολιτικής/των γηπέδων.|| Οι ~ες μιας περιοχής (= υπέργηροι). Δέντρο ~. [< μτγν. Μαθουσάλας, αγγλ. Methuselah] | |
| 29073 | μαία | [μαῖα] μαί-α ουσ. (θηλ.) {μαιών}, μαιευτής (ο) (επίσ.): διπλωματούχος ιατρική βοηθός που παρακολουθεί και βοηθά την έγκυο κατά τη διάρκεια του τοκετού και παρέχει τις πρώτες φροντίδες στη λεχώνα και το νεογέννητο. Πβ. μαμή. Βλ. μαιευτήρας. [< αρχ. μαῖα, μεσν. μαιευτής] | |
| 29074 | μαιανδρικός | , ή, ό μαι-αν-δρι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα μαιάνδρου: ~ή: διαδρομή/μορφή/πορεία. ~ό: σχέδιο. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύπλοκος, αδιέξοδος: ~ή: αναζήτηση. Πβ. δαιδαλώδης. ● επίρρ.: μαιανδρικά [< μεσν. μαιανδρικός 'που αναφέρεται στον ποταμό Μαίανδρο', γαλλ. méandreux, αγγλ. meandrous] | |
| 29075 | μαίανδρος | μαί-αν-δρος ουσ. (αρσ.) {μαιάνδρου} 1. γεωμετρικό σχήμα αποτελούμενο από διαδοχικές ορθές γωνίες ως μοτίβο διακόσμησης που παραπέμπει στην αρχαιοελληνική τέχνη· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιος σχηματισμός: κολιέ ~. Ψηφιδωτό με ~ους.|| Οι ~οι του ποταμού. 2. (σπάν.-μτφ.) δαιδαλώδης, περίπλοκη κατάσταση: οι ~οι της οικονομίας/της σκέψης. Πβ. δαίδαλος, λαβύρινθος. [< μτγν. μαίανδρος, αγγλ. meander, γαλλ. méandre] | |
| 29076 | μαιευτήρας | μαι-ευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. γυναικολόγος με ειδίκευση στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό: ~-γυναικολόγος/χειρουργός. Βλ. -τήρας. [< πβ. αρχ. μαιεύτρια 'μαμή', γαλλ. accoucheur] | |
| 29077 | μαιευτήριο | μαι-ευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κλινική ή νοσοκομείο που παρέχει ιατρική φροντίδα σε εγκύους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό, καθώς και στα νεογνά. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. maison d'accouchement, (Hospice de la) Maternité] | |
| 29078 | μαιευτής | (ο) βλ. μαία | |
| 29079 | μαιευτική | μαι-ευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της γυναικολογίας με αντικείμενο την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και τη λοχεία: ~-γυναικολογία. [< αρχ. μαιευτική, γαλλ. obstétrique] | |
| 29080 | μαιευτικός | , ή, ό μαι-ευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μαιευτική: ~ή: βία/περίθαλψη/πτέρυγα. ~ό: υπερηχογράφημα. ~ή-γυναικολογική κλινική. ● ΣΥΜΠΛ.: μαιευτική/σωκρατική μέθοδος: διαλεκτική μέθοδος που βασίζεται στον διάλογο και τη χρήση ερωταποκρίσεων, με στόχο την αναζήτηση της αλήθειας· κατ' επέκτ. τρόπος διδασκαλίας που αποσκοπεί στην εκμαίευση της γνώσης από τους μαθητές. Βλ. κριτική σκέψη. [< αρχ. μαιευτικός, γαλλ. obstétrical] | |
| 29081 | μαικήνας | μαι-κή-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): λάτρης των Γραμμάτων και των Τεχνών που χρηματοδοτεί το έργο λογίων και καλλιτεχνών, καθώς και διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες: εθνικός ευεργέτης και ~. Πβ. πάτρωνας. Βλ. σπόνσορας, χορηγός. [< μτγν. Μαικήνας < λατ. ανθρ. Gaius Maecenas, γαλλ. mécène] | |
| 29082 | μαϊμού | [μαϊμοῦ] μα-ϊ-μού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμος πίθηκος. Βλ. -ού4. 2. (μτφ.-προφ.) {σε παραθετικά σύνθ.} απομίμηση επώνυμου προϊόντος· πλαστός, εικονικός, ψεύτικος: ανταλλακτικά/ρούχα/σιντί (= πειρατικά)/φάρμακα-~. Πβ. ιμιτασιόν. ΑΝΤ. αυθεντικός, γνήσιος, ορίτζιναλ.|| Αποδείξεις/εισιτήρια-~.|| Επενδύσεις/εταιρεία-~.|| Δημοσίευμα/δημοσκόπηση-~. Αστυνομικός/γιατρός-~. 3. (μτφ.) πονηρός, επιτήδειος: (οικ.) Είσαι εσύ μια ~! ● Υποκ.: μαϊμουδάκι (το): μόνο στη σημ. 1., μαϊμουδίτσα (η): στις σημ. 1, 3. ● ΦΡ.: ψειρίζω τη μαϊμού (προφ.): είμαι υπερβολικά σχολαστικός, ασχολούμαι με ανούσιες λεπτομέρειες. [< μεσν. μαϊμού < τουρκ. maymun] | |
| 29083 | μαϊμουδίζω | μα-ϊ-μου-δί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαϊμούδι-σε, -σει}: πιθηκίζω. [< γαλλ. singer] | |
| 29084 | μαϊμούδισμα | μα-ϊ-μού-δι-σμα ουσ. (ουδ.): πιθηκισμός. [< γαλλ. singerie] | |
| 29085 | μαϊμουδίστικος | , η, ο μα-ϊ-μου-δί-στι-κος επίθ. (μειωτ.): επιδεικτικός, ψεύτικος: ~η: συμπεριφορά. Βλ. -ίστικος. | |
| 29086 | μάινα1 | μά-ι-να επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: μάινα τα πανιά!: ΝΑΥΤ. παράγγελμα για να χαλαρώσουν τα σχοινιά σε ιστιοφόρο. Βλ. βίρα, όρτσα. [< βεν. maina] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ