| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2011 | αλαφραίνω | βλ. ελαφραίνω | |
| 2012 | αλαφρο- & αλαφρό- | βλ. ελαφρο- & ελαφρό- | |
| 2013 | αλαφροΐσκιωτος | , η, ο [ἀλαφροΐσκιωτος] α-λα-φρο-ΐ-σκιω-τος επίθ. & (σπάν.) ελαφροΐσκιωτος (λαϊκό-λογοτ.): που έχει την ικανότητα να βλέπει μη αισθητά για τους άλλους όντα (νεράιδες, ξωτικά, φαντάσματα) και κατ' επέκτ. ο ονειροπαρμένος και αφελής: (ως ουσ.) ο ~ του χωριού. Πβ. νεραϊδοπαρμένος. | |
| 2014 | αλαφρός | , ή/ιά, ό βλ. ελαφρύς | |
| 2015 | αλάφρωμα | βλ. ελάφρωμα | |
| 2016 | αλαφρώνω | βλ. ελαφρώνω | |
| 2017 | αλβανικός | , ή, ό [ἀλβανικός] αλ-βα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αλβανία ή/και τους Αλβανούς. ● Ουσ.: Αλβανικά (τα) & (επίσ.) Αλβανική (η): η αλβανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΦΡ.: το αλβανικό έπος & το έπος της Αλβανίας: ΙΣΤ. τα κατορθώματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Ν. Αλβανία (Β. Ήπειρο) κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941). [< μεσν. αλβανικός] | |
| 2018 | Αλβανός, Αλβανή | [Ἀλβανός] Αλ-βα-νός επίθ./ουσ. {κ. θηλ. Αλβανίδα}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αλβανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αλβανική υπηκοότητα. Βλ. Τουρκ~. | |
| 2019 | αλβανόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 2020 | αλβίτης | [ἀλβίτης] αλ-βί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό άλας του αργιλίου και του νατρίου Na (ΑlSi3O8) που ανήκει στη σειρά των αστρίων και χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρίμαχων σκευών. Βλ. πλαγιόκλαστο, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. albite] | |
| 2021 | αλβουμίνη | [ἀλβουμίνη] αλ-βου-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λευκωματίνη. Βλ. -ίνη, λακτ~. | |
| 2022 | άλγεβρα | [ἄλγεβρα] άλ-γε-βρα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. επιστήμη που μελετά τις μαθηματικές δομές, σχέσεις και ποσότητες και ασχολείται με την επίλυση των δευτεροβάθμιων εξισώσεων και ιδ. σήμερα με τις αλγεβρικές δομές: αριθμητική/βασική/διανυσματική/στοιχειώδης/υπολογιστική ~. ~ διαίρεσης/μέτρων/ομάδων/πινάκων/συναρτήσεων/συνόλων. Βλ. πολυώνυμο.|| ~ της Λογικής ή του Μπουλ ή Δυαδική ~ (: με μεταβλητές δύο τιμών). 2. (συνεκδ.) σχολικό και πανεπιστημιακό μάθημα που πραγματεύεται θέματα του ομώνυμου κλάδου· το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμική άλγεβρα: ΜΑΘ. που μελετά τα διανύσματα, την έννοια του διανυσματικού χώρου, τις γραμμικές απεικονίσεις, καθώς και τα συστήματα γραμμικών εξισώσεων. [< αγγλ. linear algebra] [< μεσν. λατ.-ιταλ. algebra, γαλλ. algèbre] | |
| 2023 | αλγεβρικός | , ή, ό [ἀλγεβρικός] αλ-γε-βρι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με την άλγεβρα: ~ός: αριθμός/λογισμός/τύπος. ~ή: γεωμετρία/γλώσσα/εξίσωση/καμπύλη/συνάρτηση/τιμή. ~ό: άθροισμα/πρόσημο/σύνολο. ~ές: δομές. ● επίρρ.: αλγεβρικά ● ΣΥΜΠΛ.: αλγεβρική παράσταση βλ. παράσταση [< γαλλ. algébrique] | |
| 2024 | αλγεινός | , ή, ό [ἀλγεινός] αλ-γει-νός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί πόνο, συνήθ. ψυχικό, δυσάρεστος: ~ή: αίσθηση/εικόνα/έκπληξη/εμπειρία. ~ό: αίσθημα/θέαμα (= θλιβερό). Μας δημιούργησαν/έκαναν/προκάλεσαν/προξένησαν ~ή εντύπωση όσα είδαμε και ακούσαμε. ΣΥΝ. επώδυνος (1), οδυνηρός (1) [< αρχ. ἀλγεινός] | |
| 2025 | άλγη | [ἄλγη] άλ-γη ουσ. (θηλ.) & άλγη (τα): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτικοί οργανισμοί (φύκια και μονοκύτταρα φυτά του γλυκού νερού) που αναπτύσσονται σε υγρά μέρη, συνήθ. κατά αποικίες, τα περισσότερα από τα οποία περιέχουν χλωροφύλλη: γονίδιο της ~ης. Εμφάνιση ανεπιθύμητης ~ης σε ενυδρείο/στο χώμα. Απομακρύνω/εξαφανίζω/καταπολεμώ/περιορίζω την ~. Ψάρια που τρέφονται με ~ (βλ. γλείφτης). Βλ. κυανοβακτήρια, χλωρέλα. [< γαλλ. algue, αγγλ. alga] | |
| 2027 | αλγολογία | [ἀλγολογία} αλ-γο-λο-γί-α: ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη του πόνου. Βλ. ινομυαλγία, -λογία. [< αγγλ. algology, γαλλ. algologie] | |
| 2028 | αλγοριθμικός | , ή, ό [ἀλγοριθμικός] αλ-γο-ριθ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που προέρχεται, σχετίζεται ή έχει τα χαρακτηριστικά ενός αλγόριθμου: ~ός: κώδικας/συμβολισμός. ~ή: γλώσσα/δομή/πολυπλοκότητα. ~ό: μοντέλο. ~ές: συναλλαγές. [< γαλλ. algorithmique, αγγλ. algorithmic] | |
| 2029 | αλγόριθμος | [ἀλγόριθμος] αλ-γό-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. σύνολο σαφών ενεργειών ή κανόνων, ικανών και αναγκαίων για την επίλυση προβλημάτων, μετά από επεξεργασία των δεδομένων στοιχείων: άπειροι/πεπερασμένοι ~οι. ~ κρυπτογράφησης/ταξινόμησης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. λογική σειρά πράξεων, καθορισμένων βήμα προς βήμα και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο από το υπολογιστικό σύστημα, με στόχο την επίλυση ενός προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος βλ. άπληστος [< γαλλ. algorithme, αγγλ. algorithm, 1926] | |
| 2030 | άλγος | [ἄλγος] άλ-γος ουσ. (ουδ.) {άλγ-ους | -η, -ών} (επιστ.): σωματικός ή ψυχικός πόνος: έντονο/μετεγχειρητικό/μυϊκό/χρόνιο ~. Ο ασθενής δεν ανέφερε ~ κατά την κατάποση.|| Βιώνει έντονο ψυχικό ~. ΣΥΝ. οδύνη [< αρχ. ἄλγος] | |
| 2031 | αλδεΰδες | [ἀλδεΰδες] αλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. στον εν. αλδεΰδη}: ΧΗΜ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις (με τύπο R-CHO) που περιέχουν καρβονύλιο και ένα άτομο υδρογόνου στο άκρο της αλυσίδας του μορίου τους. Βλ. ακεταλδεΰδη, φορμαλδεΰδη, κετόνη [< γαλλ. aldéhyde] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ