Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2960-2980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2001αλατόνερο[ἁλατόνερο] α-λα-τό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): διάλυμα αλατιού σε νερό: ρινικές πλύσεις με ~. Γαργάρες με ζεστό ~. Βλ. -νερο.
2002αλατοπίπερο[ἁλατοπίπερο] α-λα-το-πί-πε-ρο ουσ. (ουδ.) 1. αλάτι και πιπέρι σε μείγμα ή χωριστά και συνεκδ. το αντίστοιχο επιτραπέζιο σετ αποτελούμενο από δύο συνήθ. σκεύη: Προσθέτουμε στο φαγητό ~ και ανακατεύουμε. Βλ. λαδόξιδο.|| Φέρε το ~ (στο τραπέζι). 2. (μτφ.) (για πράξη, λόγο ή ιδιότητα) καθετί ενδιαφέρον, ευχάριστο, πρωτότυπο: το ~ της ζωής/σχέσης. Πβ. αλάτι.
2003αλατοπιπερώνω[ἁλατοπιπερώνω] α-λα-το-πι-πε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αλατοπιπέρω-σα, συνήθ. στον ενεστ.}: ρίχνω σε φαγητό αλατοπίπερο: ~ετε το κρέας και ... (: σε συνταγές).
2004αλατότητα[ἁλατότητα] α-λα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η περιεκτικότητα των νερών ή του εδάφους σε άλατα: αυξημένη/μέση/χαμηλή ~. ~ των λιµνοθαλάσσιων υδάτων/του υγρότοπου/του ωκεανού. Δείκτης/τιμές ~ας. Καλλιέργειες ανθεκτικές στην ~. Βλ. -ότητα.|| Πβ. αλάτωση. ΣΥΝ. αλμυρότητα (1) [< γαλλ. salinité]
2006αλατούχος, ος/α, ο [ἁλατοῦχος] α-λα-τού-χος επίθ. 1. (επιστ.) που περιέχει αλάτι: ~ος: (ΓΕΩΛ.) δόμος. ~ος: λίμνη. ~ο: διάλυμα/νερό. ~α: κοιτάσματα. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με το κοινό άλας ή άλλο ορυκτό άλας με ανάλογες ιδιότητες. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. salzhaltig]
2007αλατωρυχείο[ἁλατωρυχεῖο] α-λα-τω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο από το οποίο εξάγεται ορυκτό αλάτι. Βλ. -ωρυχείο. [< γερμ. Salzbergwerk]
2008αλάτωση[ἁλάτωση] α-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. μεγάλη συγκέντρωση διαλυμένων αλάτων σε μη αλμυρό χέρσο έδαφος, μετά από εξάτμιση των υδάτων με υψηλό βαθμό αλμυρότητας που υπήρχαν εκεί και κατά συνέπεια η μετατροπή του σε αλμυρό: αυξημένη ~. ~ από υπερβολική άρδευση. Ερημοποίηση/μείωση της παραγωγικότητας των εδαφών ως συνέπεια της ~ης. 2. αύξηση της αλατότητας του νερού: ~ υδάτων. Βλ. εξ~. [< γαλλ. salinisation, 1976]
2009αλαφιάζω[ἀλαφιάζω] α-λα-φιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αλάφια-σα, -στηκα, -σμένος} (λαϊκό-λογοτ.): τρομάζω κάποιον ή κυριεύομαι (συνήθ. ξαφνικά) από ταραχή, φόβο: Η τρομερή είδηση μάς ~σε. Πβ. αναστατώνω, ξαφνιάζω, ταράζω.|| Μόλις την είδε μπροστά του, ~σε. ~σμένη: φωνή. ~σμένο: βλέμμα. Γύρισε (το κεφάλι)/έτρεχε/κοίταξε τριγύρω/όρμησε/πετάχτηκε ~σμένος.
2010αλαφράδαβλ. ελαφράδα
2011αλαφραίνωβλ. ελαφραίνω
2012αλαφρο- & αλαφρό-βλ. ελαφρο- & ελαφρό-
2013αλαφροΐσκιωτος, η, ο [ἀλαφροΐσκιωτος] α-λα-φρο-ΐ-σκιω-τος επίθ. & (σπάν.) ελαφροΐσκιωτος (λαϊκό-λογοτ.): που έχει την ικανότητα να βλέπει μη αισθητά για τους άλλους όντα (νεράιδες, ξωτικά, φαντάσματα) και κατ' επέκτ. ο ονειροπαρμένος και αφελής: (ως ουσ.) ο ~ του χωριού. Πβ. νεραϊδοπαρμένος.
2014αλαφρός, ή/ιά, ό βλ. ελαφρύς
2015αλάφρωμαβλ. ελάφρωμα
2016αλαφρώνωβλ. ελαφρώνω
2017αλβανικός, ή, ό [ἀλβανικός] αλ-βα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αλβανία ή/και τους Αλβανούς. ● Ουσ.: Αλβανικά (τα) & (επίσ.) Αλβανική (η): η αλβανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΦΡ.: το αλβανικό έπος & το έπος της Αλβανίας: ΙΣΤ. τα κατορθώματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Ν. Αλβανία (Β. Ήπειρο) κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941). [< μεσν. αλβανικός]
2018Αλβανός, Αλβανή[Ἀλβανός] Αλ-βα-νός επίθ./ουσ. {κ. θηλ. Αλβανίδα}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αλβανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αλβανική υπηκοότητα. Βλ. Τουρκ~.
2019αλβανόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
2020αλβίτης[ἀλβίτης] αλ-βί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό άλας του αργιλίου και του νατρίου Na (ΑlSi3O8) που ανήκει στη σειρά των αστρίων και χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρίμαχων σκευών. Βλ. πλαγιόκλαστο, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. albite]
2021αλβουμίνη[ἀλβουμίνη] αλ-βου-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λευκωματίνη. Βλ. -ίνη, λακτ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.