| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29087 | μάινα2 | μά-ι-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό, ασιατικής κυρ. προέλευσης, (επιστ. ονομασ. Eulabes (παλαιότ. Gracula) religiosa), με μαύρο φτέρωμα και πορτοκαλί-κίτρινο ράμφος που μιμείται την ανθρώπινη φωνή. Βλ. παπαγάλος. [< αγγλ. mina] | |
| 29088 | μαινάδα | μαι-νά-δα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): γυναίκα που βρίσκεται σε έξαλλη και ανεξέλεγκτη κατάσταση. [< αρχ. μαινάς] | |
| 29089 | μαίνομαι | μαί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αόρ. εξεμάνη, εξεμάνησαν, μτχ. μαιν-όμενος, -η, -ο} (λόγ.): {συνήθ. σε αόρ. κ. μτχ.} γίνομαι έξαλλος, εξοργίζομαι: Εξεμάνη από/για/με την αδικία σε βάρος του. Εμφανίστηκε ~όμενος κατά πάντων. Πβ. μανιάζω. ● μαίνεται (μτφ.): βρίσκεται σε έξαρση: ~ η διαμάχη/ο πόλεμος/η σύγκρουση/η χιονοθύελλα. Ανεξέλεγκτη ~ η φωτιά. Πβ. λυσσομανά, μανιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: μαινόμενος ταύρος βλ. ταύρος [< αρχ. μαίνομαι] | |
| 29090 | μαϊντανός | μα-ϊ-ντα-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Petroselinum crispum), τα φύλλα του οποίου χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα στη μαγειρική και σε σαλάτες: φρέσκος/ψιλοκομμένος ~. Σάλτσα ~ού. Ένα ματσάκι ~ό. Βλ. άνηθος, ρίγανη, σέλινο. ΣΥΝ. πετροσέλινο 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που εμφανίζεται πολύ συχνά στην τηλεόραση και εκφέρει άποψη πάνω σε οποιοδήποτε θέμα. Πβ. τηλε~. [< τουρκ. maydanoz] | |
| 29091 | Μάιος | Μά-ι-ος ουσ. (αρσ.) {Μαΐ-ου κ. (διαλεκτ.-λογοτ.) Μαγιού} & (προφ.-λογοτ.) Μάης: ο πέμπτος μήνας του χρόνου και τρίτος της άνοιξης: Πρώτη ~ου (= Πρωτομαγιά). ● ΦΡ.: ... Μαΐων (λογοτ.): ... ετών: μόλις είκοσι ~. Βλ. χειμώνας. [< μτγν. Μάϊος] | |
| 29092 | μαΐστρα | μα-ΐ-στρα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κύριο πανί ιστιοφόρου, τριγωνικού ή τετράγωνου σχήματος, που είναι στερεωμένο στο μεγάλο κατάρτι: φλόκος και ~. [< μεσν. μαΐστρα] | |
| 29093 | μαϊστράλι | μα-ϊ-στρά-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.): μαΐστρος. [< βεν. maistral] | |
| 29094 | μαΐστρος | μα-ΐ-στρος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βορειοδυτικός άνεμος χαμηλής έντασης. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, λίβας, σιρόκος, τραμουντάνα. ΣΥΝ. μαϊστράλι, σκίρων [< μεσν. μαΐστρος] | |
| 29095 | μαϊτνέριο | μα-ϊτ-νέ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): τεχνητό χημικό στοιχείο (σύμβ. Mt) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. meitnerium, 1992, αυστριακό ανθρ. Lise Meitner] | |
| 29096 | ΜΑΚ | (η): Μοίρα Αμφίβιων Καταδρομών. | |
| 29097 | μάκα | μά-κα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) βρομιά: Η τουαλέτα έχει πιάσει ~. ΣΥΝ. μπίχλα 2. ΒΟΤ. ποώδες ετήσιο ή διετές φυτό (επιστ. ονομασ. Lepidium meyenii), που προέρχεται από τις Άνδεις και καλλιεργείται κυρ. για την εδώδιμη σαρκώδη ρίζα του στην οποία αποδίδονται θεραπευτικές ιδιότητες. [< 1: ιταλ. macca 2: αγγλ. Μaca] | |
| 29098 | μακάβριος | , α, ο μα-κά-βρι-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον θάνατο και για αυτό προκαλεί φρίκη: ~ος: απολογισμός (τροχαίου δυστυχήματος). ~α: ιστορία/σκηνή. ~ο: εύρημα/θέαμα/τέλος/χιούμορ (= μαύρο). ~ες: σκέψεις. Βλ. ανατριχιαστ-, τρομακτ-, φρικιαστ-ικός, φρικαλέος. ● επίρρ.: μακάβρια [< γαλλ. macabre] | |
| 29099 | μακάκος | [μακᾶκος] μα-κά-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. γένος μικρόσωμων γεροδεμένων πιθήκων (γένος macaca) που ζουν κυρ. στην Ασία σε αγέλες και έχουν καφέ-μαύρο τρίχωμα και προτεταμένο ρύγχος. Βλ. γορίλας, ουρακοτάγκος, χιμπατζής. [< γαλλ.-αγγλ. macaque] | |
| 29100 | μακάμ & μακάμι | μα-κάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. μακάμια}: ΜΟΥΣ. (κυρ. για έγχορδα) τρόπος εκτέλεσης μιας κλίμακας σε συνθέσεις και αυτοσχεδιασμούς της ανατολικής κυρ. μουσικής: αραβικά/τουρκικά ~ια. Πβ. ταξίμι. [< αραβ. maqam] | |
| 29101 | μακαντάμια | μα-κα-ντά-μι-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μακαντέμια: ΒΟΤ. ξηρός καρπός από το ομώνυμο αειθαλές δέντρο (γένος Macadamia, ιδ. M. integrifolia, M. tetraphylla) που προέρχεται από την Αυστραλία: λάδι ~ (: για περιποίηση της επιδερμίδας). [< αγγλ. macadamia (nut), 1929, αυστραλιανό ανθρωπωνύμιο J. Macadam] | |
| 29102 | μακαντάσης | μα-κα-ντά-σης ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): αφοσιωμένος φίλος, σύντροφος. Πβ. καρντάσης. [< τουρκ. mankadaş] | |
| 29103 | μακαράς | μα-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τροχαλία. [< τουρκ. makara] | |
| 29104 | μακαρένα | μα-κα-ρέ-να ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: χορός ισπανικής προέλευσης κατά τον οποίο οι χορευτές παρατάσσονται σε μία ή περισσότερες σειρές και εκτελούν κινήσεις κυρ. των χεριών και των ώμων. Βλ. λαμπάντα. [< αγγλ. Macarena, 1993] | |
| 29105 | μακαρθισμός | μα-καρ-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ψυχροπολεμική πολιτική στις ΗΠΑ, κυρ. τη δεκαετία του '50, με διώξεις και περιθωριοποίηση ατόμων που θεωρήθηκαν ή καταγγέλθηκαν ως κομμουνιστές ή για αντιμερικανισμό. 2. (κατ' επέκτ.) πρακτική πολιτικών εκκαθαρίσεων και δικαστικών διώξεων για θέματα ιδεολογίας. Βλ. κυνήγι μαγισσών, -ισμός. [< αμερικ. McCarthyism, 1950, αμερικ. ανθρ. J. R. McCarthy] | |
| 29106 | μακάρι | μα-κά-ρι μόρ. (+ να): για έκφραση ευχής για κάτι πιθανό, αμφίβολο ή αδύνατο να πραγματοποιηθεί στο παρόν-μέλλον ή για κάτι που δεν έγινε στο παρελθόν: ~ να πάνε όλα καλά/να υπάρξει και συνέχεια! Πβ. ευχής έργο.|| ~ να βγω ψεύτης/να μπορούσες να 'ρθεις!|| ~ να ήσουν τώρα εδώ/και να 'ξερα!|| ~ να είχα φύγει νωρίτερα!|| (ως απάντηση σε ευχή) -Εύχομαι καλή επιτυχία! -~! Πβ. αμήν, άμποτε, είθε. [< μεσν. μακάρι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ