Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29800-29820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29091ΜάιοςΜά-ι-ος ουσ. (αρσ.) {Μαΐ-ου κ. (διαλεκτ.-λογοτ.) Μαγιού} & (προφ.-λογοτ.) Μάης: ο πέμπτος μήνας του χρόνου και τρίτος της άνοιξης: Πρώτη ~ου (= Πρωτομαγιά). ● ΦΡ.: ... Μαΐων (λογοτ.): ... ετών: μόλις είκοσι ~. Βλ. χειμώνας. [< μτγν. Μάϊος]
29092μαΐστραμα-ΐ-στρα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κύριο πανί ιστιοφόρου, τριγωνικού ή τετράγωνου σχήματος, που είναι στερεωμένο στο μεγάλο κατάρτι: φλόκος και ~. [< μεσν. μαΐστρα]
29093μαϊστράλιμα-ϊ-στρά-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.): μαΐστρος. [< βεν. maistral]
29094μαΐστροςμα-ΐ-στρος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βορειοδυτικός άνεμος χαμηλής έντασης. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, λίβας, σιρόκος, τραμουντάνα. ΣΥΝ. μαϊστράλι, σκίρων [< μεσν. μαΐστρος]
29095μαϊτνέριομα-ϊτ-νέ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): τεχνητό χημικό στοιχείο (σύμβ. Mt) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. meitnerium, 1992, αυστριακό ανθρ. Lise Meitner]
29096ΜΑΚ(η): Μοίρα Αμφίβιων Καταδρομών.
29097μάκαμά-κα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) βρομιά: Η τουαλέτα έχει πιάσει ~. ΣΥΝ. μπίχλα 2. ΒΟΤ. ποώδες ετήσιο ή διετές φυτό (επιστ. ονομασ. Lepidium meyenii), που προέρχεται από τις Άνδεις και καλλιεργείται κυρ. για την εδώδιμη σαρκώδη ρίζα του στην οποία αποδίδονται θεραπευτικές ιδιότητες. [< 1: ιταλ. macca 2: αγγλ. Μaca]
29098μακάβριος, α, ο μα-κά-βρι-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον θάνατο και για αυτό προκαλεί φρίκη: ~ος: απολογισμός (τροχαίου δυστυχήματος). ~α: ιστορία/σκηνή. ~ο: εύρημα/θέαμα/τέλος/χιούμορ (= μαύρο). ~ες: σκέψεις. Βλ. ανατριχιαστ-, τρομακτ-, φρικιαστ-ικός, φρικαλέος. ● επίρρ.: μακάβρια [< γαλλ. macabre]
29099μακάκος[μακᾶκος] μα-κά-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. γένος μικρόσωμων γεροδεμένων πιθήκων (γένος macaca) που ζουν κυρ. στην Ασία σε αγέλες και έχουν καφέ-μαύρο τρίχωμα και προτεταμένο ρύγχος. Βλ. γορίλας, ουρακοτάγκος, χιμπατζής. [< γαλλ.-αγγλ. macaque]
29100μακάμ & μακάμιμα-κάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. μακάμια}: ΜΟΥΣ. (κυρ. για έγχορδα) τρόπος εκτέλεσης μιας κλίμακας σε συνθέσεις και αυτοσχεδιασμούς της ανατολικής κυρ. μουσικής: αραβικά/τουρκικά ~ια. Πβ. ταξίμι. [< αραβ. maqam]
29101μακαντάμιαμα-κα-ντά-μι-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μακαντέμια: ΒΟΤ. ξηρός καρπός από το ομώνυμο αειθαλές δέντρο (γένος Macadamia, ιδ. M. integrifolia, M. tetraphylla) που προέρχεται από την Αυστραλία: λάδι ~ (: για περιποίηση της επιδερμίδας). [< αγγλ. macadamia (nut), 1929, αυστραλιανό ανθρωπωνύμιο J. Macadam]
29102μακαντάσηςμα-κα-ντά-σης ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): αφοσιωμένος φίλος, σύντροφος. Πβ. καρντάσης. [< τουρκ. mankadaş]
29103μακαράςμα-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τροχαλία. [< τουρκ. makara]
29104μακαρέναμα-κα-ρέ-να ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: χορός ισπανικής προέλευσης κατά τον οποίο οι χορευτές παρατάσσονται σε μία ή περισσότερες σειρές και εκτελούν κινήσεις κυρ. των χεριών και των ώμων. Βλ. λαμπάντα. [< αγγλ. Macarena, 1993]
29105μακαρθισμόςμα-καρ-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ψυχροπολεμική πολιτική στις ΗΠΑ, κυρ. τη δεκαετία του '50, με διώξεις και περιθωριοποίηση ατόμων που θεωρήθηκαν ή καταγγέλθηκαν ως κομμουνιστές ή για αντιμερικανισμό. 2. (κατ' επέκτ.) πρακτική πολιτικών εκκαθαρίσεων και δικαστικών διώξεων για θέματα ιδεολογίας. Βλ. κυνήγι μαγισσών, -ισμός. [< αμερικ. McCarthyism, 1950, αμερικ. ανθρ. J. R. McCarthy]
29106μακάριμα-κά-ρι μόρ. (+ να): για έκφραση ευχής για κάτι πιθανό, αμφίβολο ή αδύνατο να πραγματοποιηθεί στο παρόν-μέλλον ή για κάτι που δεν έγινε στο παρελθόν: ~ να πάνε όλα καλά/να υπάρξει και συνέχεια! Πβ. ευχής έργο.|| ~ να βγω ψεύτης/να μπορούσες να 'ρθεις!|| ~ να ήσουν τώρα εδώ/και να 'ξερα!|| ~ να είχα φύγει νωρίτερα!|| (ως απάντηση σε ευχή) -Εύχομαι καλή επιτυχία! -~! Πβ. αμήν, άμποτε, είθε. [< μεσν. μακάρι]
29107μακαρίζωμα-κα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {μακάρι-σε, -σει, -σμένος, μακαρίζ-οντας, συνήθ. στον ενεστ.}: θεωρώ κάποιον ευτυχισμένο, καλότυχο: ~ει την τύχη του. Τον ~ουν για την υπομονή του. Πβ. καλοτυχίζω. ΑΝΤ. ελεεινολογώ ● ΦΡ.: μηδένα προ του τέλους μακάριζε (γνωμ.): μη θεωρείς κάποιον ευτυχισμένο, προτού φτάσει στο τέλος της ζωής του (: με την έννοια ότι μπορεί να επέλθουν ριζικές αλλαγές, λ.χ. από πλούσιος να γίνει φτωχός). Βλ. από δήμαρχος κλητήρας. [< αρχ. μακαρίζω]
29108μακάριος, α, ο μα-κά-ρι-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. -ία} (λόγ.) 1. ευλογημένος, ευτυχισμένος: ~α: γη/ψυχή. ~ο: τέλος. 2. (συνήθ. ειρων.) γαλήνιος, ήρεμος: Ας ξυπνήσουν από τον ~ο ύπνο τους (βλ. κοιμάται τον ύπνο του δικαίου). ~α: αδιαφορία. ~ο: χαμόγελο. ● επίρρ.: μακάρια & (λόγ.) μακαρίως ● ΦΡ.: μακάριοι οι κατέχοντες βλ. κατέχων, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι βλ. φτωχός [< αρχ. μακάριος]
29109ΜακαριότατοςΜα-κα-ρι-ό-τα-τος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Μακαριώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. χαρακτηρισμός και προσφώνηση Πατριάρχη (εκτός του Οικουμενικού) ή Αρχιεπισκόπου αυτοκέφαλης Εκκλησίας: Ο ~ Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Ο ~ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Πβ. μακαριότητα. Βλ. Παναγι-, Σεβασμι-ότατος. [< μτγν. μακαριώτατος]
29110μακαριότηταμα-κα-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ευτυχία, γαλήνη: αιώνια/θεϊκή ~.|| (ειρων.) Ζουν μέσα στη ~ της άγνοιας. Βλ. -ότητα, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Μ) προσφώνηση Πατριάρχη (εκτός του Οικουμενικού) ή Αρχιεπικόπου αυτοκέφαλης Εκκλησίας: η Αυτού ~. Η ~ά Σας/Του. Βεβαιώνω την Υμετέραν ~ ... Πβ. Μακαριότατος. [< 1: αρχ. μακαριότης 2: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.