| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29111 | μακαρισμός | μα-κα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. καλοτύχισμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. {συνήθ. στον πληθ.} (στην ΠΔ και ΚΔ) έκφραση επαίνου που ξεκινά με τη λέξη "μακάριος", για άνθρωπο που θα ανταμειφθεί από τον Θεό ως πρότυπο ηθικής και ευσέβειας και κυρ. καθένας από τους εννέα αφορισμούς στην επί του Όρους ομιλία του Ιησού. Βλ. -ισμός, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. [< 1: αρχ. μακαρισμός 2: μτγν. μακαρισμοί] | |
| 29112 | μακαριστός | , ή μα-κα-ρι-στός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερωμένο ή μοναχό) μακαρίτης: ~ός: Πατριάρχης/Αρχιεπίσκοπος/Μητροπολίτης. Βλ. Παμ-, τρισ-μακάριστος. [< μτγν. μακαριστός ‘μακάριος, ευλογημένος’] | |
| 29113 | μακαρίτης | μα-κα-ρί-της ουσ. (αρσ.) , μακαρίτισσα (η) (ευφημ.): πεθαμένος: Ήταν επιθυμία του ~η του παππού μου να ... Αν δεν προλάβαινα να πατήσω φρένο, τώρα θα ήμουν ~ (= θα είχα πεθάνει). Πβ. αείμνηστος. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. συγχωρεμένος (1) [< αρχ. μακαρίτης] | |
| 29114 | μακαρόν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό που αποτελείται από δύο μαλακά στρογγυλά μπισκότα, φτιαγμένα από αμύγδαλο, ζάχαρη και ασπράδι αβγού, με κρέμα ανάμεσά τους. Βλ. εργολάβος, κοκ2. [< γαλλ. macaron] | |
| 29115 | μακαρονάδα | μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρόνια βραστά ή στον φούρνο, που συνήθ. σερβίρονται με κιμά, σάλτσα ή/και τριμμένο τυρί. Βλ. -άδα, αστακο~, αχινο~, γαριδο~, καραβιδο~. | |
| 29116 | μακαρονάς | μα-κα-ρο-νάς ουσ. (αρσ.) , μακαρονού (η) (προφ.) 1. πρόσωπο που του αρέσουν πολύ τα μακαρόνια και τα τρώει συχνά. 2. (παρωχ.-ειρων.) Ιταλός. | |
| 29117 | μακαρόνια | μα-κα-ρό-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {μακαρονιών, σπάν. στον εν. μακαρόνι}: 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικών με σωληνοειδές σχήμα και το σχετικό φαγητό: χοντρά ~ (ΑΝΤ. σπαγγέτι). ~ για παστίτσιο. Ένα πακέτο ψιλά ~. Κοφτό/στριφτό ~ι. || ~ με κιμά/σάλτσα ντομάτα/τυρί. ~ αλ ντέντε/καρμπονάρα/πέστο/σουφλέ/φούρνου. Τα ~ λάσπωσαν. Πβ. μακαρονάδα. Βλ. λαζάνια, πάστα, ριγκατόνι, ταλιατέλες. 2. εναλλακτικό σωληνοεριδές βοήθημα πλεύσης: ~ι κολύμβησης (: αφρώδης σωλήνας επίπλευσης). ● Υποκ.: μακαρονάκι (το): κοφτό ~. [< βεν. macaroni (πληθ.)] | |
| 29118 | μακαρονοσαλάτα | μα-κα-ρο-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό μακαρόνια: ~ με ζαμπόν/τόνο. Βλ. -σαλάτα. | |
| 29119 | μακαρούνες | [μακαροῦνες] μα-κα-ρού-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κυρ. στην Κάρπαθο) χειροποίητα μακαρόνια που μοιάζουν με πένες. | |
| 29120 | Μακεδόνας, Μακεδόνισσα | Μα-κε-δό-νας επίθ./ουσ. & (σπάν.) Μακεδονίτης, Μακεδονίτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Μακεδονία. [< αρχ. Μακεδών, μεσν. Μακεδονίτης] | |
| 29121 | μακεδονικός | , ή, ό μα-κε-δο-νι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) μακεδονίτικος: που σχετίζεται με τη Mακεδονία ή/και τους Mακεδόνες. Βλ. παμ~. [< αρχ. μακεδονικός, μεσν. μακεδονίτικος] | |
| 29122 | μακελάρης | μα-κε-λά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο υπεύθυνο για τον θάνατο πολλών ανθρώπων: ~ των λαών. Βλ. εγκληματίας πολέμου. ΣΥΝ. σφαγέας (1), χασάπης (2) [< μεσν. μακελλάρης] | |
| 29123 | μακελειό | μα-κε-λειό ουσ. (ουδ.): βίαιος θάνατος συνήθ. πολλών ατόμων: άγριο/αιματηρό ~. Έγινε ~ στους δρόμους (: από τα τροχαία). Η επιχείρηση σύλληψης/η ληστεία κατέληξε σε ~. Βλ. φόρος αίματος.|| (μτφ.) ~ στην αγορά εργασίας, με απώλεια χιλιάδων θέσεων. ΣΥΝ. αιματοχυσία, ανθρωποσφαγή, σφαγή (1) [< μεσν. μακελλείον] | |
| 29124 | μακέλεμα | μα-κέ-λε-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): μακελειό. [< μεσν. μακέλλεμα] | |
| 29125 | μακελεύω | μα-κε-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {μακέλ-εψε, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος}: κατακρεουργώ, σφαγιάζω. Πβ. κατασφάζω. [< μεσν. μακελεύω] | |
| 29126 | μακέτα | μα-κέ-τα ουσ. (θηλ.): προσχέδιο ή τρισδιάστατη μικρογραφία μιας κατασκευής: διαφημιστική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ αρχαιολογικού χώρου/αφίσας/γηπέδου/εξωφύλλου/κτιρίου/σκηνικών. Δημιουργία/σχεδιασμός ~ας. Πβ. μινιατούρα, μοντέλο. Βλ. -έτα, μπούκα, πρόπλασμα, πρότυπο. [< ιταλ. macchietta, γαλλ. maquette] | |
| 29127 | μακετίστας | μα-κε-τί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μακετίστρια}: επαγγελματίας που σχεδιάζει ή κατασκευάζει μακέτες: γραφίστας-~. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. macchiettista, 1908, γαλλ. maquettiste, περ. 1950] | |
| 29128 | μακί & μακκί | βλ. μακία | |
| 29129 | μάκια | μά-κια ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): φιλιά, φιλάκια: ~ σε όλους σας, τα λέμε αργότερα/αύριο!|| (εμφατ.) ~ μούκια! Πβ. ματς μουτς. ● ΦΡ.: κάνω μάκια/μα βλ. μα3 [< λ. νηπιακή] | |
| 29130 | μακία | μα-κί-α ουσ. (θηλ.) & μακκία (η) & μακ(κ)ί (τα): ΒΟΤ. τύπος μεσογειακού οικοσυστήματος με αειθαλή φυτά, θάμνους και δέντρα, που σχηματίζουν πυκνές συστάδες: (ως επίθ.) ~ βλάστηση (: κουμαριά, μυρτιά, σχοίνος). [< γαλλ. maquis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ