Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29820-29840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29111μακαρισμόςμα-κα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. καλοτύχισμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. {συνήθ. στον πληθ.} (στην ΠΔ και ΚΔ) έκφραση επαίνου που ξεκινά με τη λέξη "μακάριος", για άνθρωπο που θα ανταμειφθεί από τον Θεό ως πρότυπο ηθικής και ευσέβειας και κυρ. καθένας από τους εννέα αφορισμούς στην επί του Όρους ομιλία του Ιησού. Βλ. -ισμός, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. [< 1: αρχ. μακαρισμός 2: μτγν. μακαρισμοί]
29112μακαριστός, ή μα-κα-ρι-στός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερωμένο ή μοναχό) μακαρίτης: ~ός: Πατριάρχης/Αρχιεπίσκοπος/Μητροπολίτης. Βλ. Παμ-, τρισ-μακάριστος. [< μτγν. μακαριστός ‘μακάριος, ευλογημένος’]
29113μακαρίτηςμα-κα-ρί-της ουσ. (αρσ.) , μακαρίτισσα (η) (ευφημ.): πεθαμένος: Ήταν επιθυμία του ~η του παππού μου να ... Αν δεν προλάβαινα να πατήσω φρένο, τώρα θα ήμουν ~ (= θα είχα πεθάνει). Πβ. αείμνηστος. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. συγχωρεμένος (1) [< αρχ. μακαρίτης]
29114μακαρόνουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό που αποτελείται από δύο μαλακά στρογγυλά μπισκότα, φτιαγμένα από αμύγδαλο, ζάχαρη και ασπράδι αβγού, με κρέμα ανάμεσά τους. Βλ. εργολάβος, κοκ2. [< γαλλ. macaron]
29115μακαρονάδαμα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρόνια βραστά ή στον φούρνο, που συνήθ. σερβίρονται με κιμά, σάλτσα ή/και τριμμένο τυρί. Βλ. -άδα, αστακο~, αχινο~, γαριδο~, καραβιδο~.
29116μακαρονάςμα-κα-ρο-νάς ουσ. (αρσ.) , μακαρονού (η) (προφ.) 1. πρόσωπο που του αρέσουν πολύ τα μακαρόνια και τα τρώει συχνά. 2. (παρωχ.-ειρων.) Ιταλός.
29117μακαρόνιαμα-κα-ρό-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {μακαρονιών, σπάν. στον εν. μακαρόνι}: 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικών με σωληνοειδές σχήμα και το σχετικό φαγητό: χοντρά ~ (ΑΝΤ. σπαγγέτι). ~ για παστίτσιο. Ένα πακέτο ψιλά ~. Κοφτό/στριφτό ~ι. || ~ με κιμά/σάλτσα ντομάτα/τυρί. ~ αλ ντέντε/καρμπονάρα/πέστο/σουφλέ/φούρνου. Τα ~ λάσπωσαν. Πβ. μακαρονάδα. Βλ. λαζάνια, πάστα, ριγκατόνι, ταλιατέλες. 2. εναλλακτικό σωληνοεριδές βοήθημα πλεύσης: ~ι κολύμβησης (: αφρώδης σωλήνας επίπλευσης). ● Υποκ.: μακαρονάκι (το): κοφτό ~. [< βεν. macaroni (πληθ.)]
29118μακαρονοσαλάταμα-κα-ρο-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό μακαρόνια: ~ με ζαμπόν/τόνο. Βλ. -σαλάτα.
29119μακαρούνες[μακαροῦνες] μα-κα-ρού-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κυρ. στην Κάρπαθο) χειροποίητα μακαρόνια που μοιάζουν με πένες.
29120Μακεδόνας, ΜακεδόνισσαΜα-κε-δό-νας επίθ./ουσ. & (σπάν.) Μακεδονίτης, Μακεδονίτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Μακεδονία. [< αρχ. Μακεδών, μεσν. Μακεδονίτης]
29121μακεδονικός, ή, ό μα-κε-δο-νι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) μακεδονίτικος: που σχετίζεται με τη Mακεδονία ή/και τους Mακεδόνες. Βλ. παμ~. [< αρχ. μακεδονικός, μεσν. μακεδονίτικος]
29122μακελάρηςμα-κε-λά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο υπεύθυνο για τον θάνατο πολλών ανθρώπων: ~ των λαών. Βλ. εγκληματίας πολέμου. ΣΥΝ. σφαγέας (1), χασάπης (2) [< μεσν. μακελλάρης]
29123μακελειόμα-κε-λειό ουσ. (ουδ.): βίαιος θάνατος συνήθ. πολλών ατόμων: άγριο/αιματηρό ~. Έγινε ~ στους δρόμους (: από τα τροχαία). Η επιχείρηση σύλληψης/η ληστεία κατέληξε σε ~. Βλ. φόρος αίματος.|| (μτφ.) ~ στην αγορά εργασίας, με απώλεια χιλιάδων θέσεων. ΣΥΝ. αιματοχυσία, ανθρωποσφαγή, σφαγή (1) [< μεσν. μακελλείον]
29124μακέλεμαμα-κέ-λε-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): μακελειό. [< μεσν. μακέλλεμα]
29125μακελεύωμα-κε-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {μακέλ-εψε, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος}: κατακρεουργώ, σφαγιάζω. Πβ. κατασφάζω. [< μεσν. μακελεύω]
29126μακέταμα-κέ-τα ουσ. (θηλ.): προσχέδιο ή τρισδιάστατη μικρογραφία μιας κατασκευής: διαφημιστική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ αρχαιολογικού χώρου/αφίσας/γηπέδου/εξωφύλλου/κτιρίου/σκηνικών. Δημιουργία/σχεδιασμός ~ας. Πβ. μινιατούρα, μοντέλο. Βλ. -έτα, μπούκα, πρόπλασμα, πρότυπο. [< ιταλ. macchietta, γαλλ. maquette]
29127μακετίσταςμα-κε-τί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μακετίστρια}: επαγγελματίας που σχεδιάζει ή κατασκευάζει μακέτες: γραφίστας-~. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. macchiettista, 1908, γαλλ. maquettiste, περ. 1950]
29128μακί & μακκίβλ. μακία
29129μάκιαμά-κια ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): φιλιά, φιλάκια: ~ σε όλους σας, τα λέμε αργότερα/αύριο!|| (εμφατ.) ~ μούκια! Πβ. ματς μουτς. ● ΦΡ.: κάνω μάκια/μα βλ. μα3 [< λ. νηπιακή]
29130μακίαμα-κί-α ουσ. (θηλ.) & μακκία (η) & μακ(κ)ί (τα): ΒΟΤ. τύπος μεσογειακού οικοσυστήματος με αειθαλή φυτά, θάμνους και δέντρα, που σχηματίζουν πυκνές συστάδες: (ως επίθ.) ~ βλάστηση (: κουμαριά, μυρτιά, σχοίνος). [< γαλλ. maquis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.