| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29131 | μακιαβελικός | , ή, ό μα-κια-βε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μακιαβελισμό: ~ή: θεωρία/λογική/πολιτική/τακτική. ~ό: δόγμα/σχέδιο. Πβ. κυνικός. [< γαλλ. machiavélique] | |
| 29132 | μακιαβελισμός | μα-κια-βε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. άσκηση εξουσίας με οποιοδήποτε μέσο και χωρίς ηθικούς φραγμούς, σύμφωνα με τη θεωρία του Μακιαβέλι. 2. (κατ' επέκτ.) συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από δολιότητα, κυνικότητα και ανηθικότητα, προκειμένου να επιτευχθούν προσωπικοί στόχοι. Βλ. -ισμός, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. ΣΥΝ. αμοραλισμός (1) [< γαλλ. machiavélisme] | |
| 29133 | μακιγιάζ | μα-κι-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χρήση καλλυντικών, συνήθ. από γυναίκες, για καλλωπισμό· συνεκδ. τα αντίστοιχα προϊόντα: αδιάβροχο/απαλό/βαρύ/βραδινό/επαγγελματικό/καλλιτεχνικό/καλοκαιρινό/μόνιμο/νυφικό/πρωινό ~. ~ ματιών/σώματος. Είναι όμορφη χωρίς ίχνος ~. Έφυγε/χάλασε το ~. Συμβουλές (για) ~.|| Βαλιτσάκι για ~ (βλ. νεσεσέρ). Πβ. βάψιμο, μακιγιάρισμα, μέικ απ. Βλ. αϊλάινερ, λιπ γκλος, μάσκαρα, μολύβι, πούδρα, ρουζ, σκιά. ΑΝΤ. ντεμακιγιάζ [< γαλλ. maquillage] | |
| 29134 | μακιγιάρισμα | μα-κι-γιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η πράξη και το αποτέλεσμα του μακιγιάρω. Πβ. βάψιμο, μακιγιάζ. | |
| 29135 | μακιγιάρω | μα-κι-γιά-ρω ρ. (μτβ.) {μακιγιάρι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος}: κάνω μακιγιάζ στον εαυτό μου ή σε κάποιον άλλο: ~ τα μάτια/το πρόσωπο. ~ει τους ηθοποιούς/τους πολιτικούς, πριν βγουν στην τηλεόραση. Ελαφρά/έντονα ~σμένη (= βαμμένη· ΑΝΤ. άβαφη, αμακιγιάριστη). Πβ. βάφω, φτιασιδώνω. [< γαλλ. maquiller] | |
| 29136 | μακιγιέρ & μακιγιέζ | μα-κι-γιέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας ειδικός στο μακιγιάζ. Βλ. αισθητικός, κομμωτής, μανικιουρ-, πεντικιουρ-, στιλ-ίστας. [< γαλλ. maquilleur, maquilleuse] | |
| 29137 | μακινίστας | μα-κι-νί-στας ουσ. (αρσ.) & μακενίστας: επαγγελματίας που είναι υπεύθυνος για την τοποθέτηση, σταθεροποίηση και μετακίνηση της κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής μηχανής λήψης, των προβολέων ή άλλων μηχανημάτων και εργαλείων (π.χ. τρίποδας, γερανοί, τράβελιvγκ), εκτελώντας τις απαραίτητες κατασκευές και εφαρμογές: βοηθός ~α. [< γαλλ. machiniste] | |
| 29138 | μακό | μα-κό επίθ. {άκλ.}: από λεπτό βαμβακερό ύφασμα: ~ φόρεμα.|| (ως ουσ.) Φορούσε ένα ~ (ενν. μπλουζάκι) και τζιν παντελόνι. [< αγγλ. maco, αιγυπτιακό ανθρ. Mako (Bey)] | |
| 29139 | μακρ- | βλ. μακρο- | |
| 29140 | μακραίνω | μα-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάκρ-υνα, -ύνει, μακραίν-οντας} 1. κάνω κάτι πιο μακρύ ή γίνομαι μακρύτερος: ~ την κουρτίνα/τα μανίκια/το παντελόνι/τη φούστα. ΑΝΤ. κονταίνω.|| Τα γένια/τα μαλλιά/τα νύχια ~υναν.|| ~ει μέρα με τη μέρα ο κατάλογος των ανέργων (= μεγαλώνει). 2. επιμηκύνω κάτι ως προς τη διάρκεια ή παρατείνομαι χρονικά: Το γέλιο ~ει τη ζωή. Κάποιοι ~ουν (= τραβούν σε μάκρος) την υπόθεση εσκεμμένα ή από αμέλεια. Βλ. συντομεύω.|| Το ταξίδι του ~ει και δεν λέει να επιστρέψει. Καθώς η άνοιξη προχωρά, ~ει η μέρα. 3. (λογοτ.) απομακρύνομαι: Το κύμα ~ει κι επιστρέφει. Η σκέψη μου ~ει σε ανεξερεύνητες κατευθύνσεις. ΣΥΝ. ξεμακραίνω (1) ΑΝΤ. ζυγώνω [< μεσν. μακραίνω] | |
| 29141 | μακραίωνος | , η, ο μα-κραί-ω-νος επίθ. {συνήθ. στο θηλ.} (λόγ.): που διαρκεί πολλούς αιώνες: ~ος: πολιτισμός. ~η: ιστορία/παράδοση/παρουσία/πορεία. ~ο: παρελθόν. Πβ. μακροχρόνιος. [< αρχ. μακραίων] | |
| 29142 | μακραμέ | μα-κρα-μέ επίθ. {άκλ.}: χειροτέχνημα που δημιουργείται πλέκοντας χοντρά νήματα με κόμπους: ~ δαντέλα. Βραχιόλι/κολιέ ~. Βλ. κροσέ. [< γαλλ. macramé] | |
| 29143 | μακράν | μα-κράν επίρρ. (αρχαιοπρ.-μτφ.): μακριά από, κατά πολύ: (+ γεν.) Oι απόψεις του βρίσκονται ~ της πραγματικότητας.|| Είναι ~ το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει. [< αρχ. μακράν] | |
| 29144 | μάκρεμα | μά-κρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.): αύξηση μήκους, απόστασης ή διάρκειας: ~ των μαλλιών. ΑΝΤ. κόντεμα.|| ~ του πλοίου. Πβ. απομάκρυνση, ξε~. ΑΝΤ. πλησίασμα.|| ~ της συζήτησης (ΑΝΤ. συντόμευση). Πβ. επιμήκυνση. [< μεσν. μάκρεμα] | |
| 29145 | μακρηγορία | μα-κρη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρατεταμένη και συνήθ. περιττή ομιλία. Πβ. περιττολογία, πλατειασμός. ΣΥΝ. απεραντολογία ΑΝΤ. βραχυλογία (2) [< αρχ. μακρηγορία] | |
| 29146 | μακρηγορώ | μα-κρη-γο-ρώ ρ. (αμτβ.) {μακρηγορ-είς ...| μακρηγόρ-ησα, -ήσω} & (εσφαλμ.) μακρυγορώ (λόγ.): μιλώ με πολλές λεπτομέρειες, χωρίς να χρειάζεται: Για να μη ~ήσω, η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος. Πβ. περιττο-, πολυ-λογώ, φλυαρώ. ΣΥΝ. απεραντολογώ, πλατειάζω [< αρχ. μακρηγορῶ] | |
| 29147 | μακριά | μα-κρι-ά επίρρ. 1. σε μεγάλη απόσταση: Έχω παρκάρει ~. Η θάλασσα πέφτει ~.|| (μτφ.) Ας μην πάμε τόσο ~, γιατί ξεφύγαμε τελείως από το θέμα. Ζει ~ από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν ακούς μεγάλες υποσχέσεις, ~ (= μην τις πιστεύεις)! 2. σε σημείο που απέχει πολύ χρονικά: Υπομονή, οι διακοπές δεν είναι ~! ● ΦΡ.: (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι: η απόσταση διασφαλίζει μια αδιατάρακτη σχέση., κρατώ μακριά: απομακρύνω: Κρατήστε ~ τους αδιάκριτους! Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί τον κράτησαν ~ από τα γήπεδα.|| (μτφ.) ~ήθηκε ~ από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις., μακριά από μας/απ' εδώ (εμφατ.): ως ευχή για την αποφυγή κακού: ~ ~ οι αρρώστιες/ο πόλεμος!|| ~ μένα τέτοιες παράνομες μεθοδεύσεις! Πβ. άπαγε απ' εμού., χιλιόμετρα/μίλια μακριά (εμφατ.): πολύ μακριά: Είναι/έφυγε ~ ~ από την πατρίδα., βλέπει μακριά βλ. βλέπω, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! βλ. χέρι, μακριά κι αλάργα βλ. αλάργα, μένω μακριά βλ. μένω, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος [< μεσν. μακριά] | |
| 29148 | μακρινάρι | μα-κρι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μακροσκελής λέξη, φράση ή ολόκληρο κείμενο: τίτλος-~. Πώς διαβάζεται αυτό το ~; 2. καθετί δυσανάλογα μακρύ σε σχέση με το πλάτος του: διάδρομος-~. | |
| 29149 | μακρινός | , ή, ό μα-κρι-νός επίθ. 1. που απέχει πολύ τοπικά: ~ός: ήχος/πλανήτης/προορισμός. ~ή: απόσταση/λήψη/όραση/χώρα. ~ό: αντικείμενο/σουτ. Ο δρόμος ήταν ~ και δύσκολος. Ταξίδι σε μέρη ~ά. Πβ. απομακρυσμένος, απόμακρος. ΑΝΤ. κοντινός (1) 2. που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση χρονικά: ~ός: στόχος. ~ή: ανάμνηση/εποχή. ~ό: μέλλον/παρελθόν (= απώτερο· ΑΝΤ. πρόσφατο). ΑΝΤ. κοντινός (2) 3. (για πρόσωπο ή περιοχή) που απέχει γενεαλογικά: ~ός: ξάδερφος/πρόγονος/συγγενής.|| ~ή καταγωγή από την ... ● ΣΥΜΠΛ.: μακρινό όνειρο (μτφ.): στόχος του οποίου η πραγματοποίηση είναι δύσκολη ή θα γίνει στο απώτερο μέλλον. [< μεσν. μακρινός] | |
| 29150 | μακρο- & μακρό- & μακρ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε 1. παρατεταμένη, μακρά διάρκεια: μακρο-πρόθεσμος (ΑΝΤ. βραχυ-)/~χρόνιος. Μακρό-βιος. Μακρ-αίωνος.|| Μακρ-ότητα.|| (μτφ.) Μακρό-θυμος/~πνοος. 2. μεγάλο μήκος ή έκταση: μακρό-στενος.|| Μακρο-βούτι.|| Μακρο-κεφαλία (= μεγαλο-). Πβ. μακρυ-. 3. (σε επιστ. όρ.) διευρυμένο πεδίο έρευνας: μακρο-περιβάλλον/~δομή. Μακρό-κοσμος (ΑΝΤ. μικρο-). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ