| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29147 | μακριά | μα-κρι-ά επίρρ. 1. σε μεγάλη απόσταση: Έχω παρκάρει ~. Η θάλασσα πέφτει ~.|| (μτφ.) Ας μην πάμε τόσο ~, γιατί ξεφύγαμε τελείως από το θέμα. Ζει ~ από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν ακούς μεγάλες υποσχέσεις, ~ (= μην τις πιστεύεις)! 2. σε σημείο που απέχει πολύ χρονικά: Υπομονή, οι διακοπές δεν είναι ~! ● ΦΡ.: (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι: η απόσταση διασφαλίζει μια αδιατάρακτη σχέση., κρατώ μακριά: απομακρύνω: Κρατήστε ~ τους αδιάκριτους! Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί τον κράτησαν ~ από τα γήπεδα.|| (μτφ.) ~ήθηκε ~ από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις., μακριά από μας/απ' εδώ (εμφατ.): ως ευχή για την αποφυγή κακού: ~ ~ οι αρρώστιες/ο πόλεμος!|| ~ μένα τέτοιες παράνομες μεθοδεύσεις! Πβ. άπαγε απ' εμού., χιλιόμετρα/μίλια μακριά (εμφατ.): πολύ μακριά: Είναι/έφυγε ~ ~ από την πατρίδα., βλέπει μακριά βλ. βλέπω, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! βλ. χέρι, μακριά κι αλάργα βλ. αλάργα, μένω μακριά βλ. μένω, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος [< μεσν. μακριά] | |
| 29148 | μακρινάρι | μα-κρι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μακροσκελής λέξη, φράση ή ολόκληρο κείμενο: τίτλος-~. Πώς διαβάζεται αυτό το ~; 2. καθετί δυσανάλογα μακρύ σε σχέση με το πλάτος του: διάδρομος-~. | |
| 53808 | μακρινός | , η, ο [ὑπόκωφος] υ-πό-κω-φος επίθ. (λόγ.): που γίνεται αντιληπτός με την ακοή ως ήχος μακρινός και βαθύς· που δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα: ~ος: γδούπος/θόρυβος/κρότος. ~η: βοή. ~ο: βουητό (βλ. βαβούρα).|| (μτφ.) ~ος: αναβρασμός. ~η: ένταση/οργή. Πβ. λανθάνων, υποβόσκων. ● επίρρ.: υπόκωφα [< αρχ. ὑπόκωφος 'που δεν έχει καλή ακοή', γαλλ. sourd] | |
| 29149 | μακρινός | , ή, ό μα-κρι-νός επίθ. 1. που απέχει πολύ τοπικά: ~ός: ήχος/πλανήτης/προορισμός. ~ή: απόσταση/λήψη/όραση/χώρα. ~ό: αντικείμενο/σουτ. Ο δρόμος ήταν ~ και δύσκολος. Ταξίδι σε μέρη ~ά. Πβ. απομακρυσμένος, απόμακρος. ΑΝΤ. κοντινός (1) 2. που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση χρονικά: ~ός: στόχος. ~ή: ανάμνηση/εποχή. ~ό: μέλλον/παρελθόν (= απώτερο· ΑΝΤ. πρόσφατο). ΑΝΤ. κοντινός (2) 3. (για πρόσωπο ή περιοχή) που απέχει γενεαλογικά: ~ός: ξάδερφος/πρόγονος/συγγενής.|| ~ή καταγωγή από την ... ● ΣΥΜΠΛ.: μακρινό όνειρο (μτφ.): στόχος του οποίου η πραγματοποίηση είναι δύσκολη ή θα γίνει στο απώτερο μέλλον. [< μεσν. μακρινός] | |
| 29150 | μακρο- & μακρό- & μακρ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε 1. παρατεταμένη, μακρά διάρκεια: μακρο-πρόθεσμος (ΑΝΤ. βραχυ-)/~χρόνιος. Μακρό-βιος. Μακρ-αίωνος.|| Μακρ-ότητα.|| (μτφ.) Μακρό-θυμος/~πνοος. 2. μεγάλο μήκος ή έκταση: μακρό-στενος.|| Μακρο-βούτι.|| Μακρο-κεφαλία (= μεγαλο-). Πβ. μακρυ-. 3. (σε επιστ. όρ.) διευρυμένο πεδίο έρευνας: μακρο-περιβάλλον/~δομή. Μακρό-κοσμος (ΑΝΤ. μικρο-). | |
| 29151 | μακροαγγειοπάθεια | μα-κρο-αγ-γει-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος στα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία: διαβητική ~. Βλ. αθηρωμάτωση, ισχαιμία. ΑΝΤ. μικροαγγειοπάθεια [< αγγλ. macroangiopathy, γαλλ. macroangiopathie] | |
| 29152 | μακρόβιος | , α, ο μα-κρό-βι-ος επίθ. (επίσ.): που ζει ή διαρκεί πολλά χρόνια: ~ο: δάσος/φυτό. Πβ. αιωνόβιος.|| ~ος: θεσμός. ~α: πορεία (ΑΝΤ. σύντομη). Πβ. μακρός, μακρό-, πολύ-χρονος, μακρύς. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. βραχύβιος [< αρχ. μακρόβιος] | |
| 29153 | μακροβιότητα | μα-κρο-βι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μακροζωία: γονίδια/διατροφή και ~.|| (μτφ.) ~ επένδυσης/κατασκευής/σχέσης (πβ. βιωσιμότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μακροημέρευση [< αρχ. μακροβιότης] | |
| 29154 | μακροβιοτική | μα-κρο-βι-ο-τι-κή ουσ. (θηλ.): διαιτητική αγωγή που βασίζεται σε δημητριακά, λαχανικά και φρούτα, τα οποία δεν έχουν υποστεί επεξεργασία, και αποσκοπεί στη διατήρηση της υγείας και τη μακροβιότητα. Πβ. χορτοφαγία. [< γερμ. Makrobiotik, αγγλ. macrobiotics, 1936, γαλλ. macrobiotique, 1808, διαδόθηκε το 1969, macrobiote, 1977] | |
| 29155 | μακροβιοτικός | , ή, ό μα-κρο-βι-ο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μακροβιοτική: ~ή: δίαιτα/διατροφή/κουζίνα. ~ά: προϊόντα. Πβ. χορτοφαγικός. [< γερμ. makrobiotisch, αγγλ. macrobiotic, 1965, γαλλ. macrobiotique, 1808, διαδόθηκε το 1969, macrobiote, 1977] | |
| 29156 | μακροβούτι | μα-κρο-βού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βουτιά και κολύμπι σε μακρινή απόσταση υποβρυχίως. 2. (μτφ.) μεγάλη και απότομη πτώση: ~ στις τιμές των μετοχών. ΣΥΝ. βουτιά (3) | |
| 29157 | μακροδομή | μα-κρο-δο-μή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τρόπος οργάνωσης ευρύτερων συνόλων: (ΓΛΩΣΣ.) ~ κειμένου (: σύνδεση προτάσεων και παραγράφων). ~ λεξικού (: εξωτερικά χαρακτηριστικά, λημματολόγιο, πίνακες, παραρτήματα).|| (ΓΕΩΛ.) Νεοτεκτονικές ~ές. ΑΝΤ. μικροδομή [< αγγλ. macrostructure, 1920, γαλλ. ~, 1955] | |
| 29158 | μακροενοικίαση | μα-κρο-ε-νοι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. λίζινγκ. | |
| 29159 | μακροεντολή | μα-κρο-ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. σύντομη πληκτρολόγηση με την οποία ενεργοποιείται μια προκαθορισμένη ακολουθία από απλές εντολές ενός προγράμματος για εξοικονόμηση χρόνου. Βλ. μικροεντολή. [< αγγλ. macroinstruction, 1959, γαλλ. macro-instruction, περ. 1965] | |
| 29160 | μακροεπίπεδο | μα-κρο-ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ευρύτερο επίπεδο, κλίμακα: ανάλυση της κοινωνίας σε ~. ΑΝΤ. μικροεπίπεδο | |
| 29161 | μακροζωία | μα-κρο-ζω-ί-α ουσ. (θηλ.): μεγάλη διάρκεια ζωής: το ελιξίριο/μυστικό/παράγοντες της ~ας. Αδυνάτισμα/άσκηση και ~.|| (μτφ.) Tα σωστά λιπαντικά συμβάλλουν στη ~ του κινητήρα του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. μακροβιότητα, μακροημέρευση [< μεσν. μακροζωΐα] | |
| 29162 | μακροημέρευση | μα-κρο-η-μέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μακροζωία: θερμές ευχές για ~ και ευτυχία/υγεία.|| (μτφ.) ~ επιχείρησης/σχέσης. ΣΥΝ. μακροβιότητα [< μτγν. μακροημέρευσις] | |
| 29163 | μακροημερεύω | μα-κρο-η-με-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μακροημέρευ-σε, -σει} (λόγ.): ζω ή διαρκώ πολλά χρόνια: Ευχόμαστε να ~ει και να είναι πάντοτε ακμαίος.|| Το προϊόν σημείωσε εμπορική επιτυχία και κατάφερε να ~σει.|| (ειρων.) Η φτώχεια και η εξαθλίωση συνεχίζονται και ~ουν. [< μτγν. μακροημερεύω] | |
| 29164 | μακρόθεν | μα-κρό-θεν επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: εκ του μακρόθεν (αρχαιοπρ.): από μακριά: Κρίνει ~ ~ και εκ του ασφαλούς. ΣΥΝ. εξ αποστάσεως/από απόσταση (2) ΑΝΤ. εκ του σύνεγγυς [< μτγν. μακρόθεν] | |
| 29165 | μακροθρεπτικός | , ή, ό μα-κρο-θρε-πτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μακροθρεπτικά συστατικά: ΒΙΟΧ. διατροφικές ουσίες (πρωτεΐνες, λιπίδια και υδατάνθρακες) που παρέχουν ενέργεια στον οργανισμό και είναι απαραίτητες σε αρκετά μεγάλες ποσότητες, για να επιτελέσει σωστά τις λειτουργίες του. Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ