| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29151 | μακροαγγειοπάθεια | μα-κρο-αγ-γει-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος στα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία: διαβητική ~. Βλ. αθηρωμάτωση, ισχαιμία. ΑΝΤ. μικροαγγειοπάθεια [< αγγλ. macroangiopathy, γαλλ. macroangiopathie] | |
| 29152 | μακρόβιος | , α, ο μα-κρό-βι-ος επίθ. (επίσ.): που ζει ή διαρκεί πολλά χρόνια: ~ο: δάσος/φυτό. Πβ. αιωνόβιος.|| ~ος: θεσμός. ~α: πορεία (ΑΝΤ. σύντομη). Πβ. μακρός, μακρό-, πολύ-χρονος, μακρύς. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. βραχύβιος [< αρχ. μακρόβιος] | |
| 29153 | μακροβιότητα | μα-κρο-βι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μακροζωία: γονίδια/διατροφή και ~.|| (μτφ.) ~ επένδυσης/κατασκευής/σχέσης (πβ. βιωσιμότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μακροημέρευση [< αρχ. μακροβιότης] | |
| 29154 | μακροβιοτική | μα-κρο-βι-ο-τι-κή ουσ. (θηλ.): διαιτητική αγωγή που βασίζεται σε δημητριακά, λαχανικά και φρούτα, τα οποία δεν έχουν υποστεί επεξεργασία, και αποσκοπεί στη διατήρηση της υγείας και τη μακροβιότητα. Πβ. χορτοφαγία. [< γερμ. Makrobiotik, αγγλ. macrobiotics, 1936, γαλλ. macrobiotique, 1808, διαδόθηκε το 1969, macrobiote, 1977] | |
| 29155 | μακροβιοτικός | , ή, ό μα-κρο-βι-ο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μακροβιοτική: ~ή: δίαιτα/διατροφή/κουζίνα. ~ά: προϊόντα. Πβ. χορτοφαγικός. [< γερμ. makrobiotisch, αγγλ. macrobiotic, 1965, γαλλ. macrobiotique, 1808, διαδόθηκε το 1969, macrobiote, 1977] | |
| 29156 | μακροβούτι | μα-κρο-βού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βουτιά και κολύμπι σε μακρινή απόσταση υποβρυχίως. 2. (μτφ.) μεγάλη και απότομη πτώση: ~ στις τιμές των μετοχών. ΣΥΝ. βουτιά (3) | |
| 29157 | μακροδομή | μα-κρο-δο-μή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τρόπος οργάνωσης ευρύτερων συνόλων: (ΓΛΩΣΣ.) ~ κειμένου (: σύνδεση προτάσεων και παραγράφων). ~ λεξικού (: εξωτερικά χαρακτηριστικά, λημματολόγιο, πίνακες, παραρτήματα).|| (ΓΕΩΛ.) Νεοτεκτονικές ~ές. ΑΝΤ. μικροδομή [< αγγλ. macrostructure, 1920, γαλλ. ~, 1955] | |
| 29158 | μακροενοικίαση | μα-κρο-ε-νοι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. λίζινγκ. | |
| 29159 | μακροεντολή | μα-κρο-ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. σύντομη πληκτρολόγηση με την οποία ενεργοποιείται μια προκαθορισμένη ακολουθία από απλές εντολές ενός προγράμματος για εξοικονόμηση χρόνου. Βλ. μικροεντολή. [< αγγλ. macroinstruction, 1959, γαλλ. macro-instruction, περ. 1965] | |
| 29160 | μακροεπίπεδο | μα-κρο-ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ευρύτερο επίπεδο, κλίμακα: ανάλυση της κοινωνίας σε ~. ΑΝΤ. μικροεπίπεδο | |
| 29161 | μακροζωία | μα-κρο-ζω-ί-α ουσ. (θηλ.): μεγάλη διάρκεια ζωής: το ελιξίριο/μυστικό/παράγοντες της ~ας. Αδυνάτισμα/άσκηση και ~.|| (μτφ.) Tα σωστά λιπαντικά συμβάλλουν στη ~ του κινητήρα του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. μακροβιότητα, μακροημέρευση [< μεσν. μακροζωΐα] | |
| 29162 | μακροημέρευση | μα-κρο-η-μέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μακροζωία: θερμές ευχές για ~ και ευτυχία/υγεία.|| (μτφ.) ~ επιχείρησης/σχέσης. ΣΥΝ. μακροβιότητα [< μτγν. μακροημέρευσις] | |
| 29163 | μακροημερεύω | μα-κρο-η-με-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μακροημέρευ-σε, -σει} (λόγ.): ζω ή διαρκώ πολλά χρόνια: Ευχόμαστε να ~ει και να είναι πάντοτε ακμαίος.|| Το προϊόν σημείωσε εμπορική επιτυχία και κατάφερε να ~σει.|| (ειρων.) Η φτώχεια και η εξαθλίωση συνεχίζονται και ~ουν. [< μτγν. μακροημερεύω] | |
| 29164 | μακρόθεν | μα-κρό-θεν επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: εκ του μακρόθεν (αρχαιοπρ.): από μακριά: Κρίνει ~ ~ και εκ του ασφαλούς. ΣΥΝ. εξ αποστάσεως/από απόσταση (2) ΑΝΤ. εκ του σύνεγγυς [< μτγν. μακρόθεν] | |
| 29165 | μακροθρεπτικός | , ή, ό μα-κρο-θρε-πτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μακροθρεπτικά συστατικά: ΒΙΟΧ. διατροφικές ουσίες (πρωτεΐνες, λιπίδια και υδατάνθρακες) που παρέχουν ενέργεια στον οργανισμό και είναι απαραίτητες σε αρκετά μεγάλες ποσότητες, για να επιτελέσει σωστά τις λειτουργίες του. Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. | |
| 29166 | μακροθυμία | μα-κρο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανόηση και επιείκεια απέναντι στα σφάλματα ή τις αδυναμίες των άλλων: η ~ του Θεού. Πβ. μεγαθυμία, μεγαλο-θυμία, -καρδία, -ψυχία, συγχωρητικότητα. [< μτγν. μακροθυμία] | |
| 29167 | μακρόθυμος | , η, ο μα-κρό-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μακροθυμία: (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεός ελεήμων, οικτίρμων, ~ και πολυέλεος. Πβ. γενναιόφρων, μεγάθυμος, μεγαλό-θυμος, -καρδος, -ψυχος, συγχωρητικός. [< μτγν. μακρόθυμος] | |
| 29168 | μακροθυμώ | [μακροθυμῶ] μα-κρο-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {μακροθυμ-εί} (λόγ.): δείχνω μακροθυμία: (ΕΚΚΛΗΣ.) Η αγάπη ~εί. Πβ. συγχωρώ. [< μτγν. μακροθυμῶ] | |
| 29169 | μακροκεφαλία | μα-κρο-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεγαλοκεφαλία. Βλ. υδροκεφαλία. ΑΝΤ. μικροκεφαλία [< γαλλ. macrocéphalie] | |
| 29170 | μακροκέφαλος | , η, ο μα-κρο-κέ-φα-λος επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από μακροκεφαλία. Πβ. μεγαλοκέφαλος. Βλ. -κέφαλος. [< αρχ. μακροκέφαλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ