| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29166 | μακροθυμία | μα-κρο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανόηση και επιείκεια απέναντι στα σφάλματα ή τις αδυναμίες των άλλων: η ~ του Θεού. Πβ. μεγαθυμία, μεγαλο-θυμία, -καρδία, -ψυχία, συγχωρητικότητα. [< μτγν. μακροθυμία] | |
| 29167 | μακρόθυμος | , η, ο μα-κρό-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μακροθυμία: (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεός ελεήμων, οικτίρμων, ~ και πολυέλεος. Πβ. γενναιόφρων, μεγάθυμος, μεγαλό-θυμος, -καρδος, -ψυχος, συγχωρητικός. [< μτγν. μακρόθυμος] | |
| 29168 | μακροθυμώ | [μακροθυμῶ] μα-κρο-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {μακροθυμ-εί} (λόγ.): δείχνω μακροθυμία: (ΕΚΚΛΗΣ.) Η αγάπη ~εί. Πβ. συγχωρώ. [< μτγν. μακροθυμῶ] | |
| 29169 | μακροκεφαλία | μα-κρο-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεγαλοκεφαλία. Βλ. υδροκεφαλία. ΑΝΤ. μικροκεφαλία [< γαλλ. macrocéphalie] | |
| 29170 | μακροκέφαλος | , η, ο μα-κρο-κέ-φα-λος επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από μακροκεφαλία. Πβ. μεγαλοκέφαλος. Βλ. -κέφαλος. [< αρχ. μακροκέφαλος] | |
| 29171 | μακροκοινωνιολογία | μα-κρο-κοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των κοινωνικών δομών σε ευρεία κλίμακα. ΑΝΤ. μικροκοινωνιολογία [< αγγλ. macrosociology, 1941] | |
| 29172 | μακροκοινωνιολογικός | , ή, ό μα-κρο-κοι-νω-νι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με τη μακροκοινωνιολογία: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. ~ό: επίπεδο. [< αγγλ. macrosociological, 1951] | |
| 29173 | μακροκοσμικός | , ή, ό μα-κρο-κο-σμι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον μακρόκοσμο: ~ή: κλίμακα. ~ό: επίπεδο. ΑΝΤ. μικροκοσμικός ● επίρρ.: μακροκοσμικά [< γαλλ. macrocosmique] | |
| 29174 | μακρόκοσμος | μα-κρό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. μικρόκοσμος 1. ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. ο υλικός κόσμος, όπως γίνεται αντιληπτός με τις ανθρώπινες αισθήσεις. 2. ΑΣΤΡΟΝ. το Σύμπαν. ΣΥΝ. μεγάκοσμος 3. (μτφ.) κάθε ευρύτερο σύνολο σε σχέση με επιμέρους τμήματά του, όπως η παγκόσμια αγορά σε σχέση με την εγχώρια. Βλ. -κοσμος. [< γαλλ. macrocosme, αγγλ. macrocosm] | |
| 29175 | μακροκυτταρικός | , ή, ό μα-κρο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από ερυθρά αιμοσφαίρια με μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσιολογικό: ~ή: αναιμία. ΑΝΤ. μικροκυτταρικός [< αγγλ. macrocytic, 1930, γαλλ. macrocytaire] | |
| 29176 | μακρολίδια | μα-κρο-λί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μακρολίδιο}: ΦΑΡΜΑΚ. οµάδα φαρμάκων, κυρ. αντιβιοτικών ευρέος φάσματος, όπως η ερυθρομυκίνη. [< γαλλ. macrolide, 1959 < macro + l(acton)ide, αγγλ. macrolide, 1960] | |
| 29177 | μακρομόρια | μα-κρο-μό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μακρομόριο}: ΒΙΟΧ. βιομόρια μεγάλου μοριακού βάρους: βιολογικά ~ (: λιπίδια, νουκλεϊκά οξέα, πολυσακχαρίτες, πρωτεΐνες). Βλ. βιοπολυμερή. ΑΝΤ. μικρομόρια [< αγγλ. macromolecules, 1924, γαλλ. macromolécules, πριν από το 1948] | |
| 29178 | μακρομοριακός | , ή, ό μα-κρο-μο-ρι-α-κός επίθ.: που αποτελείται από μακρομόρια ή αναφέρεται σε αυτά: ~ή: δομή. ~ές: αλυσίδες/ενώσεις.|| ~ό: επίπεδο. ΣΥΝ. μεγαλομοριακός ΑΝΤ. μικρομοριακός [< αγγλ. macromolecular, 1931, γαλλ. macromoléculaire, πριν από το 1948] | |
| 29179 | μακροοικονομία | μα-κρο-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την οικονομική δραστηριότητα σε εθνικό επίπεδο. Πβ. εθνική λογιστική. ΑΝΤ. μικροοικονομία [< αγγλ. macro-economics, 1945, γαλλ. macroéconomie, 1948] | |
| 29180 | μακροοικονομική | μα-κρο-οι-κο-νο-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μακροοικονομία. | |
| 29181 | μακροοικονομικός | , ή, ό μα-κρο-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη μακροοικονομία: ~οί: δείκτες. ~ή: ανάλυση/θεωρία/πολιτική/σταθερότητα. ~ό: επίπεδο/περιβάλλον. ~ά: μεγέθη/στοιχεία. ΑΝΤ. μικροοικονομικός ● επίρρ.: μακροοικονομικά [< αγγλ. macroeconomic, γαλλ. macroéconomique] | |
| 29182 | μακροπεριβάλλον | μα-κρο-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των μη ελεγχόμενων συνθηκών με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη μια επιχείρηση, όπως δημογραφικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές, τεχνολογικές, φυσικές. ΑΝΤ. μικροπεριβάλλον (4) [< αγγλ. macroenvironment] | |
| 29183 | μακροπερίοδος | , η, ο μα-κρο-πε-ρί-ο-δος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αποτελείται από μεγάλες περιόδους: ~ος: λόγος. ~η: σύνταξη. ~ο: ύφος. [< μτγν. μακροπερίοδος] | |
| 29184 | μακρόπνοος | , η, ο μα-κρό-πνο-ος επίθ. (λόγ.): που απαιτεί πολύ χρόνο ή προσπάθεια, για να πραγματοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: ανάπτυξη/πολιτική/προοπτική/στρατηγική. ~ο: έργο/σχέδιο. ~α: οράματα. Πβ. μακροπρόθεσμος. Βλ. μεγαλεπήβολος, μεγαλόπνοος. [< μτγν. μακρόπνοος, γαλλ. de longue haleine] | |
| 29185 | μακροπρόθεσμος | , η, ο μα-κρο-πρό-θε-σμος επίθ.: που εμφανίζεται, πραγματοποιείται ή έχει αποτέλεσμα μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος: ~ος: κίνδυνος/προγραμματισμός/στόχος/σχεδιασμός. ~η: ανάπτυξη/απόδοση/επένδυση/ζημία/μνήμη/πρόβλεψη/προοπτική/στρατηγική. ~ο: κέρδος/κόστος/σχέδιο/συμφέρον/χρέος. ~ες: επιπτώσεις/συνέπειες/υποχρεώσεις. ~α: δάνεια/κεφάλαια/οφέλη. Σε ~η βάση. Πβ. μακρόπνοος, μακροχρόνιος. Βλ. μεσοπρόθεσμος. ΑΝΤ. βραχυπρόθεσμος ● επίρρ.: μακροπρόθεσμα & (λόγ.) μακροπροθέσμως [< γαλλ. à long terme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ