Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [29880-29900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29182μακροπεριβάλλονμα-κρο-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των μη ελεγχόμενων συνθηκών με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη μια επιχείρηση, όπως δημογραφικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές, τεχνολογικές, φυσικές. ΑΝΤ. μικροπεριβάλλον (4) [< αγγλ. macroenvironment]
29183μακροπερίοδος, η, ο μα-κρο-πε-ρί-ο-δος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αποτελείται από μεγάλες περιόδους: ~ος: λόγος. ~η: σύνταξη. ~ο: ύφος. [< μτγν. μακροπερίοδος]
29184μακρόπνοος, η, ο μα-κρό-πνο-ος επίθ. (λόγ.): που απαιτεί πολύ χρόνο ή προσπάθεια, για να πραγματοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: ανάπτυξη/πολιτική/προοπτική/στρατηγική. ~ο: έργο/σχέδιο. ~α: οράματα. Πβ. μακροπρόθεσμος. Βλ. μεγαλεπήβολος, μεγαλόπνοος. [< μτγν. μακρόπνοος, γαλλ. de longue haleine]
29185μακροπρόθεσμος, η, ο μα-κρο-πρό-θε-σμος επίθ.: που εμφανίζεται, πραγματοποιείται ή έχει αποτέλεσμα μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος: ~ος: κίνδυνος/προγραμματισμός/στόχος/σχεδιασμός. ~η: ανάπτυξη/απόδοση/επένδυση/ζημία/μνήμη/πρόβλεψη/προοπτική/στρατηγική. ~ο: κέρδος/κόστος/σχέδιο/συμφέρον/χρέος. ~ες: επιπτώσεις/συνέπειες/υποχρεώσεις. ~α: δάνεια/κεφάλαια/οφέλη. Σε ~η βάση. Πβ. μακρόπνοος, μακροχρόνιος. Βλ. μεσοπρόθεσμος. ΑΝΤ. βραχυπρόθεσμος ● επίρρ.: μακροπρόθεσμα & (λόγ.) μακροπροθέσμως [< γαλλ. à long terme]
29186μακρός, ά, ό μα-κρός επίθ. (λόγ.) 1. που διαρκεί πολύ χρόνο: ~ά: απουσία/ασθένεια/θητεία/ιστορία/παράδοση/περίοδος/συνάντηση. ~ό: διάστημα. ~ές: διαπραγματεύσεις. ~άς πνοής (= μακρόπνοος). Πβ. εκτενής, μακρόβιος. ΣΥΝ. μακροχρόνιος (1), μακρύς (2) ΑΝΤ. βραχύς (1), σύντομος (1) 2. που έχει μεγάλο μήκος: ~ός: προσαγωγός (μυς). ~ά: λίστα/σειρά. ~ά: οστά.|| (μτφ.) Η ~ά διαδρομή της ελληνικής γλώσσας. ΣΥΝ. μακρύς (1) ΑΝΤ. βραχύς (2) 3. ΓΡΑΜΜ. μακρόχρονος. ● ΣΥΜΠΛ.: μακρά (κύματα): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 30 έως 300 kHz. Βλ. βραχέα, μεσαία (κύματα), ραδιοκύματα. [< αγγλ. long waves] ● ΦΡ.: διά μακρών (λόγ.): με λεπτομέρειες, διεξοδικά, εκτενώς: Αναφέρθηκε ~ ~ στο θέμα. Ανέπτυξε ~ ~ το ζήτημα. ΑΝΤ. διά βραχέων, εν συντομία, επί μακρόν (λόγ.): για μεγάλο χρονικό διάστημα: Συζήτησαν ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ διαμένοντες/παραμονή. [< αρχ. μακρός 3: πβ. αρχ. macron]
29187μάκροςμά-κρος ουσ. (ουδ.) {μάκρ-ους | (λογοτ.) -η} 1. μήκος: ~ μαλλιών.|| Χάθηκε στο ~ του δρόμου (= βάθος). 2. διάρκεια: στο ~ της ιστορίας/των αιώνων. ● ΦΡ.: τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά & (σπάν.-λόγ.) εις μάκρος: διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα: Η συζήτηση τράβηξε ~. Η διαπραγμάτευση θα πάει ~.|| (σπάν. μτβ.) Τραβάει την υπόθεση ~ (: την παρατείνει). [< αρχ. μάκρος]
29188μακροσκελής, ής, ές μα-κρο-σκε-λής επίθ. {μακροσκελέστ-ερος, -ατος}: (για γραπτό ή προφορικό λόγο) που έχει μεγάλη έκταση: ~ής: κατάλογος. ~ής: ανακοίνωση/ανάλυση/απάντηση/επιστολή. ~ές: άρθρο. ~είς: συζητήσεις. Πβ. διεξοδικός, μακρός, μακρύς, σχοινοτενής. Βλ. -σκελής. ΣΥΝ. εκτενής, εκτεταμένος ΑΝΤ. συνοπτικός, σύντομος (1) ● επίρρ.: μακροσκελώς [-ῶς] [< πβ. αρχ. μακροσκελής ‘που έχει μακριά πόδια’]
29189μακροσκοπικός, ή, ό μα-κρο-σκο-πι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι ορατός ή πραγματοποιείται με γυμνό μάτι: ~ή: δομή/εικόνα/κλίμακα. Σε ~ό επίπεδο.|| ~ός: έλεγχος. ~ή: εξέταση/περιγραφή. ΑΝΤ. μικροσκοπικός (2) ● επίρρ.: μακροσκοπικά & (λόγ.) ~ώς [< γαλλ. macroscopique]
29190μακρόστενος, η, ο μα-κρό-στε-νος επίθ.: που έχει μήκος πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το πλάτος: ~ος: διάδρομος. ~η: αίθουσα. ~ο: πρόσωπο/σχήμα/τραπέζι. ΣΥΝ. επιμήκης, μακρουλός, στενόμακρος ● επίρρ.: μακρόστενα
29191μακρόσυρτος, η, ο μα-κρό-συρ-τος επίθ.: που έχει μεγάλη διάρκεια ή έκταση: ~η: φωνή. ~ο: σφύριγμα/τραγούδι.|| ~η: διαδικασία. ~ες: συζητήσεις.|| ~α: κείμενα. Πβ. εκτενής, εκτεταμένος, μακροσκελής.
29192μακρότηταμα-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλη διάρκεια: ~ ημερών (= μακροημέρευση). Βλ. -ότητα. [< μτγν. μακρότης]
29193μακρουλός, ή, ό μα-κρου-λός επίθ. (προφ.): μακρόστενος. Βλ. -ουλός. [< μεσν. μακρουλός]
29194μακροφάγαμα-κρο-φά-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μακρόφαγο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μεγάλα, μονοπύρηνα φαγοκύτταρα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων και σε άλλους ιστούς, που προέρχονται από τα μονοκύτταρα και συμβάλλουν στην άμυνα του οργανισμού κατά των παθογόνων μικροοργανισμών και των ξένων σωμάτων. Βλ. ανοσο-, ιστιο-κύτταρα, ουδετερόφιλα. [< γαλλ.-αγγλ. macrophages]
29195μακροχρόνιος, α, ο μα-κρο-χρό-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει μεγάλη διάρκεια: ~ος: πόλεμος. ~α: αναμονή/διαδικασία/έρευνα/θεραπεία/μίσθωση/πορεία/σχέση/ύφεση/φιλία/χρήση. ~ο: πρόβλημα/συμβόλαιο. ~οι: άνεργοι. ~ες: διαπραγματεύσεις. Πβ. εκτενής, μακρόβιος. ΣΥΝ. μακρός (1), μακρόχρονος (1), μακρύς (2), πολυχρόνιος ΑΝΤ. βραχύβιος, βραχύς (1), βραχυχρόνιος, ολιγόχρονος, σύντομος (1) 2. μακροπρόθεσμος. ● επίρρ.: μακροχρόνια & (λόγ.) ~ίως [< αρχ. μακροχρόνιος]
29196μακρόχρονος, η, ο μα-κρό-χρο-νος επίθ. ΣΥΝ. μακρός. ΑΝΤ. βραχύχρονος 1. που έχει μεγάλη διάρκεια: ~ος: αγώνας. ~η: απουσία/ασθένεια/εμπειρία/θητεία/ιστορία/παράδοση/παρουσία/προσπάθεια/προσφορά. Πβ. εκτενής, μακρόβιος. Βλ. -χρονος. ΣΥΝ. μακροχρόνιος (1), μακρύς (2), πολύχρονος (1) ΑΝΤ. βραχύβιος, βραχύς (1), ολιγόχρονος, σύντομος (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που προφέρεται παρατεταμένα: ~η: συλλαβή. ~ο: φωνήεν. [< μτγν. μακρόχρονος]
29197μακρυ- & μακρύ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε μεγάλο μήκος: μακρυ-μάλλης/~μάνικος. Μακρύ-καννος. Πβ. μακρο-.
29198μακρύκαννος, η, ο μα-κρύ-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει μακριά κάννη: ~η: καραμπίνα. ~ο: τουφέκι. ΑΝΤ. κοντόκαννος
29199μακρύκοκκος, η, ο μα-κρύ-κοκ-κος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μακρύκοκκο ρύζι: που έχει μακρούς κόκκους. Βλ. μπασμάτι.
29200μακρυμάλλης, α, ικο μα-κρυ-μάλ-λης επίθ./ουσ.: που έχει μακριά μαλλιά. Βλ. -μάλλης. [< μεσν. μακρυμάλλης]
29201μακρυμάνικος, η, ο μα-κρυ-μά-νι-κος επίθ. & (σπάν.) μακρομάνικος: (για ρούχο) που έχει μακριά μανίκια: ~η: μπλούζα/φανέλα. ~ο: πουκάμισο/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Έπιασε ψύχρα, πάρε μαζί σου κανένα ~ο (ενν. μπλουζάκι). Βλ. αμάνικος. ΑΝΤ. κοντομάνικος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.