Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29900-29920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29191μακρόσυρτος, η, ο μα-κρό-συρ-τος επίθ.: που έχει μεγάλη διάρκεια ή έκταση: ~η: φωνή. ~ο: σφύριγμα/τραγούδι.|| ~η: διαδικασία. ~ες: συζητήσεις.|| ~α: κείμενα. Πβ. εκτενής, εκτεταμένος, μακροσκελής.
29192μακρότηταμα-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλη διάρκεια: ~ ημερών (= μακροημέρευση). Βλ. -ότητα. [< μτγν. μακρότης]
29193μακρουλός, ή, ό μα-κρου-λός επίθ. (προφ.): μακρόστενος. Βλ. -ουλός. [< μεσν. μακρουλός]
29194μακροφάγαμα-κρο-φά-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μακρόφαγο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μεγάλα, μονοπύρηνα φαγοκύτταρα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων και σε άλλους ιστούς, που προέρχονται από τα μονοκύτταρα και συμβάλλουν στην άμυνα του οργανισμού κατά των παθογόνων μικροοργανισμών και των ξένων σωμάτων. Βλ. ανοσο-, ιστιο-κύτταρα, ουδετερόφιλα. [< γαλλ.-αγγλ. macrophages]
29195μακροχρόνιος, α, ο μα-κρο-χρό-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει μεγάλη διάρκεια: ~ος: πόλεμος. ~α: αναμονή/διαδικασία/έρευνα/θεραπεία/μίσθωση/πορεία/σχέση/ύφεση/φιλία/χρήση. ~ο: πρόβλημα/συμβόλαιο. ~οι: άνεργοι. ~ες: διαπραγματεύσεις. Πβ. εκτενής, μακρόβιος. ΣΥΝ. μακρός (1), μακρόχρονος (1), μακρύς (2), πολυχρόνιος ΑΝΤ. βραχύβιος, βραχύς (1), βραχυχρόνιος, ολιγόχρονος, σύντομος (1) 2. μακροπρόθεσμος. ● επίρρ.: μακροχρόνια & (λόγ.) ~ίως [< αρχ. μακροχρόνιος]
29196μακρόχρονος, η, ο μα-κρό-χρο-νος επίθ. ΣΥΝ. μακρός. ΑΝΤ. βραχύχρονος 1. που έχει μεγάλη διάρκεια: ~ος: αγώνας. ~η: απουσία/ασθένεια/εμπειρία/θητεία/ιστορία/παράδοση/παρουσία/προσπάθεια/προσφορά. Πβ. εκτενής, μακρόβιος. Βλ. -χρονος. ΣΥΝ. μακροχρόνιος (1), μακρύς (2), πολύχρονος (1) ΑΝΤ. βραχύβιος, βραχύς (1), ολιγόχρονος, σύντομος (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που προφέρεται παρατεταμένα: ~η: συλλαβή. ~ο: φωνήεν. [< μτγν. μακρόχρονος]
29197μακρυ- & μακρύ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε μεγάλο μήκος: μακρυ-μάλλης/~μάνικος. Μακρύ-καννος. Πβ. μακρο-.
29198μακρύκαννος, η, ο μα-κρύ-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει μακριά κάννη: ~η: καραμπίνα. ~ο: τουφέκι. ΑΝΤ. κοντόκαννος
29199μακρύκοκκος, η, ο μα-κρύ-κοκ-κος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μακρύκοκκο ρύζι: που έχει μακρούς κόκκους. Βλ. μπασμάτι.
29200μακρυμάλλης, α, ικο μα-κρυ-μάλ-λης επίθ./ουσ.: που έχει μακριά μαλλιά. Βλ. -μάλλης. [< μεσν. μακρυμάλλης]
29201μακρυμάνικος, η, ο μα-κρυ-μά-νι-κος επίθ. & (σπάν.) μακρομάνικος: (για ρούχο) που έχει μακριά μανίκια: ~η: μπλούζα/φανέλα. ~ο: πουκάμισο/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Έπιασε ψύχρα, πάρε μαζί σου κανένα ~ο (ενν. μπλουζάκι). Βλ. αμάνικος. ΑΝΤ. κοντομάνικος
29202μακρυμούρης, α, ικο μα-κρυ-μού-ρης επίθ./ουσ. (σπάν.-μειωτ.): που έχει μακρόστενο πρόσωπο.
29203μακρύς, ιά, ύ μα-κρύς επίθ. {μακρ-ιού, -ιών· μακρύτ-ερος, -ατος} 1. που έχει μεγάλο μήκος: ~ύς: κατάλογος/λαιμός. ~ιά: γενειάδα/λίστα/ουρά/σειρά/φούστα. ~ύ: κεφάλι/ξύλο/παντελόνι/πουκάμισο (= πουκαμίσα)/τρίχωμα/φόρεμα. ~ιές: κάλτσες. ~ιά: μαλλιά/μανίκια/πόδια/σκουλαρίκια. Φυτό με ~ιούς (λόγ. ~είς) βλαστούς). Πβ. μακρός. ΑΝΤ. βραχύς (2), κοντός (1) 2. που διαρκεί πολύ χρόνο: ~ύς: λόγος/πόλεμος. ~ιά: διάρκεια/ιστορία/μέρα/νύχτα/περιπέτεια. ~ύ: βράδυ/διάστημα/ταξίδι. Πβ. εκτενής. ΣΥΝ. μακρός (1), μακροχρόνιος (1), μακρόχρονος (1) ΑΝΤ. βραχύς (1), σύντομος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μακριά γαϊδούρα βλ. γαϊδούρα, μακρύ χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του): για αυθαίρετες απόψεις, χωρίς ουσιαστική γνώση των πραγμάτων. [< μεσν. μακρύς]
29204μακρυχέρης, α, ικο μα-κρυ-χέ-ρης επίθ. {μακρυχέρ-ηδες, συνήθ. στο αρσ.} (προφ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) κλέφτης, καταχραστής. Πβ. ελαφροχέρης. 2. που έχει μακριά χέρια.
29205μάκτρο(ν)μά-κτρο(ν) ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ελαστικό εξάρτημα σε σχήμα λεπίδας που χρησιμοποιείται για στέγνωμα επιφανειών, συρόμενο με πίεση πάνω σε αυτές: ~ δαπέδου/τζαμιών. Λάστιχο ~ου. ~α υαλοκαθαριστήρων. Βλ. ποδόμακτρο(ν). 2. ΕΚΚΛΗΣ. κόκκινο ύφασμα που κρατά ο ιερέας στη βάση του Ιερού Δισκοπότηρου και τοποθετούν οι πιστοί κάτω από το πιγούνι τους, για να μην πέσει κάτω η Θεία Κοινωνία κατά τη μετάληψη. 3. ΣΤΡΑΤ. ράβδος με κυλινδρική βούρτσα στην άκρη της για τον καθαρισμό του κοίλου μέρους του σωλήνα των πυροβόλων όπλων. Πβ. ψήκτρα. [< 1: γαλλ. balai 2: μτγν. μάκτρον ‘πετσέτα’ 3: γαλλ. écouvillon]
29206μάλαμά-λα επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τα μάλα: πάρα πολύ: Ανησυχώ/ευχαριστώ/χαίρoμαι ~ ~. Συνέβαλε ~ ~ ... [< αρχ. μάλα]
29207μαλαγάνας & μαλαγάναμα-λα-γά-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): άνθρωπος που χρησιμοποιεί κολακείες και καλοπιάσματα, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: Είσαι μεγάλη ~α! Είναι μια ~α αυτός/αυτή! Πβ. γαλίφης, γλείφτης, καταφερτζής. [< ισπ. malagana]
29208μαλαγανιάμα-λα-γα-νιά ουσ. (θηλ.) {συχνότ. στον πληθ.} (λαϊκό): πράξη ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον μαλαγάνα: Άσε τις ~ιές. Καλοπιάνει τους γονείς του με ~ιές και του κάνουν όλα τα χατίρια. Πβ. γαλιφιές, γλείψιμο, καλόπιασμα, κολακεία.
29209μαλάγραμα-λά-γρα ουσ. (θηλ.): μείγμα από διάφορα υλικά, συνήθ. ψωμί, τυρί, πολτοποιημένο ψάρι και άμμος, που ρίχνεται στη θάλασσα πριν από το ψάρεμα ως δόλωμα.
29210μαλάζω & μαλάσσωμα-λά-ζω & μα-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {μάλ-αξε, -άξει, μαλάζ-οντας} 1. πιέζω κάτι με τα χέρια, ώστε να μαλακώσει και να πάρει το επιθυμητό σχήμα: ~ το ζυμάρι/τον πηλό. 2. (συνήθ. για φυσιοθεραπευτή ή μασέρ) κάνω μαλάξεις στο σώμα. [< μεσν. μαλάζω < αρχ. μαλάσσω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.