| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29206 | μάλα | μά-λα επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τα μάλα: πάρα πολύ: Ανησυχώ/ευχαριστώ/χαίρoμαι ~ ~. Συνέβαλε ~ ~ ... [< αρχ. μάλα] | |
| 29207 | μαλαγάνας & μαλαγάνα | μα-λα-γά-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): άνθρωπος που χρησιμοποιεί κολακείες και καλοπιάσματα, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: Είσαι μεγάλη ~α! Είναι μια ~α αυτός/αυτή! Πβ. γαλίφης, γλείφτης, καταφερτζής. [< ισπ. malagana] | |
| 29208 | μαλαγανιά | μα-λα-γα-νιά ουσ. (θηλ.) {συχνότ. στον πληθ.} (λαϊκό): πράξη ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον μαλαγάνα: Άσε τις ~ιές. Καλοπιάνει τους γονείς του με ~ιές και του κάνουν όλα τα χατίρια. Πβ. γαλιφιές, γλείψιμο, καλόπιασμα, κολακεία. | |
| 29209 | μαλάγρα | μα-λά-γρα ουσ. (θηλ.): μείγμα από διάφορα υλικά, συνήθ. ψωμί, τυρί, πολτοποιημένο ψάρι και άμμος, που ρίχνεται στη θάλασσα πριν από το ψάρεμα ως δόλωμα. | |
| 29210 | μαλάζω & μαλάσσω | μα-λά-ζω & μα-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {μάλ-αξε, -άξει, μαλάζ-οντας} 1. πιέζω κάτι με τα χέρια, ώστε να μαλακώσει και να πάρει το επιθυμητό σχήμα: ~ το ζυμάρι/τον πηλό. 2. (συνήθ. για φυσιοθεραπευτή ή μασέρ) κάνω μαλάξεις στο σώμα. [< μεσν. μαλάζω < αρχ. μαλάσσω] | |
| 29211 | μαλάκα | μα-λά-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος μαλακού κρητικού τυριού από αιγοπρόβειο γάλα. [< μεσν. μαλάκα] | |
| 29212 | μαλάκας | μα-λά-κας ουσ. (αρσ.), μαλάκω (η) (προφ.) 1. (οικ.) προσφώνηση μεταξύ φίλων, συνήθ. νέων σε ηλικία: Πού 'σαι, ρε ~α! Πβ. πούστης. 2. (υβριστ.) βλάκας, ηλίθιος, αφελής: Την πάτησα σαν ~. Δεν θα γίνω εγώ ο ~ της ιστορίας. Μα τόσο μαλάκω είσαι; Πβ. μαλακισμένος, μαλακιστήρι. 3. (παλαιότ.) αυνανιστής. ● ΦΡ.: έμεινα μαλάκας (νεαν. αργκό): έμεινα άναυδος, δεν ήξερα τι να κάνω. [< πβ. μτγν. μαλακός ‘έκλυτος, θηλυπρεπής’ < αρχ. ~ ‘αδύναμος, τρυφερός’] | |
| 29213 | μαλακία | μα-λα-κί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ανοησία, βλακεία, ηλιθιότητα: μεγάλη/χοντρή ~. ~ στον εγκέφαλο. Συγγνώμη! Ήταν δική μου ~ (: λάθος). ~ που τον δέρνει (: τον χαρακτηρίζει)! Την έκανες τη ~ σου πάλι. Μη λες ~ες (= μπούρδες, χαζομάρες)! Κόψε τις ~ες!|| (ως επίθ.) ~ αμάξι αγόρασες! 2. αυνανισμός: Βαράω/τραβάω ~ (= αυνανίζομαι). ● Υποκ.: μαλακιούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ... και μαλακίες (προφ.): έκφραση που δηλώνει αμφισβήτηση ή απαξίωση για ό,τι προηγείται: βελτίωση του κυκλοφοριακού ~ ~!|| Τι ζώδια ~ ~ μού λες τώρα!, θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) βλ. θεραπεύω [< μεσν. μαλακία < αρχ. ~ ‘θηλυπρέπεια’] | |
| 29214 | μαλάκια | μα-λά-κι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μαλάκιο}: ΖΩΟΛ. συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Mollusca), συνήθ. υδρόβιων, με μαλακό σώμα το οποίο σε ορισμένα είδη καλύπτεται από σκληρό κέλυφος: Τα μύδια, τα στρείδια, τα καλαμάρια, οι σουπιές και τα χταπόδια ανήκουν στα ~. Βλ. αμφί-, αρθρό-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα, οστρακοειδή, θαλασσινά. ● ΣΥΜΠΛ.: δίθυρα (μαλάκια) βλ. δίθυρος [< αρχ. μαλάκια] | |
| 29215 | μαλακίζομαι | μα-λα-κί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {μαλακίστηκα} (προφ.) 1. κάνω ή λέω βλακείες· κατ' επέκτ. χάνω τον χρόνο μου. 2. αυνανίζομαι. [< μεσν. μαλακίζομαι < αρχ. ~ 'γίνομαι νωθρός'] | |
| 29216 | μαλακισμένος | , η, ο μα-λα-κι-σμέ-νος επίθ. (προφ.-υβριστ.): ανόητος, εκνευριστικός: ~η: νοοτροπία/συζήτηση. ~ο: θέμα.|| Τι ~ο παιδί!|| (ως ουσ.) Τι είπες, μωρή ~η; Κάτι ~α κάνουν φασαρία. Πβ. μαλάκας, μαλακιστήρι. | |
| 29217 | μαλακιστήρι | μα-λα-κι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (αργκό-υβριστ.): ανόητο, εκνευριστικό άτομο (συνήθ. μικρής ηλικίας). Πβ. μαλάκας, μαλακισμένος. Βλ. -τήρι. | |
| 29218 | μαλακοπίτουρας | μα-λα-κο-πί-του-ρας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό-υβριστ.): ανόητος, χαζός. | |
| 29219 | μαλακός | , ή/ιά, ό μα-λα-κός επίθ. ΑΝΤ. σκληρός 1. που εύκολα αλλάζει σχήμα, κόβεται ή υποχωρεί, όταν δεχτεί πίεση: ~ή: ζύμη/θήκη/οδοντόβουρτσα/οροφή (: σε κάμπριο)/πολυθρόνα/σιλικόνη/σόλα. ~ό: αλεύρι (: από ~ό σιτάρι)/έδαφος/εξώφυλλο/κρέας/μαξιλάρι/ξύλο/πανί/στρώμα/σφουγγάρι/χαρτί/χώμα/ψωμί. ~οί: ιστοί/φακοί επαφής. ~ές: παντόφλες. ~ά: υλικά. 2. λείος και ευχάριστος στην αφή: ~ή: βούρτσα/επιφάνεια/κουβέρτα/πετσέτα. ~ό: δέρμα/ύφασμα. ~ά: μέταλλα/φρούτα. Πβ. απαλός. 3. (μτφ.) που δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ένταση: ~ός: ήχος/καιρός/φωτισμός/χειμώνας. ~ή: αντίδραση/γεύση. ~ό: άρωμα/κλίμα/κρασί. ~ές: γραμμές. ~ά: ποτά (: με χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα)/χρώματα. Παγωτό με ~ή υφή. ΣΥΝ. ήπιος. 4. (μτφ., για πρόσ.) πράος, τρυφερός, μειλίχιος: ~ός: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ή: καρδιά. ● Υποκ.: μαλακούλης , α, ικο, μαλακούτσικος , η, ο ● επίρρ.: μαλακά ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά ναρκωτικά & ελαφρά ναρκωτικά: που πιστεύεται ότι προκαλoύν μικρότερη εξάρτηση και είναι λιγότερο επικίνδυνα για την υγεία σε σχέση με τα σκληρά. Βλ. μαριχουάνα, χασίς. [< αγγλ. soft drugs, 1959] , μαλακό έλκος: ΙΑΤΡ. επικίνδυνο αφροδίσιο νόσημα., μαλακό νερό: με χαμηλά επίπεδα ασβεστίου και μαγνησίου. ΑΝΤ. σκληρό νερό [< αγγλ. soft water] , μαλακά μόρια βλ. μόριο, μαλακό τυρί βλ. τυρί, το (μαλακό) υπογάστριο βλ. υπογάστριο ● ΦΡ.: πέφτω στα μαλακά {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: υφίσταμαι πολύ μικρές συνέπειες, κυρ. νομικές: Έπεσαν ~ οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο., με το καλό/μαλακό βλ. καλό [< αρχ. μαλακός] | |
| 29220 | μαλακόστρακα | μα-λα-κό-στρα-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μαλακόστρακο}: ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων ζώων (Malacostraca), κυρ. υδρόβιων, το σώμα των οποίων διαιρείται συνήθ. σε τρία μέρη (κεφάλι, θώρακα, κοιλιά) και καλύπτεται από μαλακό όστρακο: Στα ~ ανήκουν οι αστακοί, οι γαρίδες, τα καβούρια και οι καραβίδες. [< αρχ. μαλακόστρακα, γαλλ. malacostracés] | |
| 29221 | μαλακότητα | μα-λα-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον μαλακό. ~ του δέρματος/του στρώματος.|| (μτφ.) ~ του ήχου/του χαρακτήρα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. σκληρότητα [< αρχ. μαλακότης] | |
| 29222 | μαλακτικό | μα-λα-κτι-κό ουσ. (ουδ.): υγρό με μαλακτική δράση: ~ μαλλιών (= κοντίσιονερ). Σαμπουάν και ~. ~ για τα ρούχα.|| Το χαμομήλι είναι εξαιρετικό ~ για το στομάχι. [< μτγν. μαλακτικόν ‘που κάνει κάτι μαλακό’, γαλλ. adoucissant, assouplissant, αγγλ. softener] | |
| 29223 | μαλακτικός | , ή, ό μα-λα-κτι-κός επίθ. 1. που κάνει κάτι μαλακό, απαλό: ~ή: κρέμα (μαλλιών/προσώπου). Πβ. απαλυντικός. 2. που καταπραΰνει, ανακουφίζει από τον πόνο: ~ό: ρόφημα. ~ά: βότανα. [< 1: αρχ. μαλακτικός, γαλλ. émolliente] | |
| 29224 | μαλάκυνση | μα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποχαύνωση, αποβλάκωση: Έχει πάθει ~ (= έχει χαζέψει) από την πολλή τηλεόραση. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική αλλοίωση οργάνου ή ιστού: ~ χόνδρου (= χονδρο~). Βλ. οστεομαλακία. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλισμός συγκεκριμένης περιοχής του εγκεφάλου ύστερα από θρόμβωση ή εμβολή της αρτηρίας που την αιματώνει, με δυσμενείς επιδράσεις στις νοητικές λειτουργίες. Πβ. Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια. [< μτγν. μαλάκυνσις, γαλλ. ramollissement] | |
| 29225 | μαλάκωμα | μα-λά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του μαλακώνω: ~ του δέρματος/του καρπού (= ωρίμανση)/του κρέατος (= σίτεμα).|| ~ του λαιμού (πβ. ανακούφιση).|| (μτφ.) ~ της ψυχής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ