| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29226 | μαλακώνω | μα-λα-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαλάκω-σε, -σει, -μένος, μαλακών-οντας} 1. κάνω κάτι μαλακό: Καθαριστικό που ~ει τα ρούχα. Κρέμα που ~ει τα χέρια. ~μένο βούτυρο.|| (αμτβ.) Βράζουμε τις πατάτες μέχρι να ~σουν. ΑΝΤ. σκληραίνω (1) 2. (μτφ.) μειώνω την ένταση: Τραγούδια που ~ουν (= απαλύνουν) τον πόνο. ~σε τη στάση του (ΑΝΤ. σκλήρυνε).|| (αμτβ.) Η φωνή του/η έκφρασή του/ο καιρός ~σε. 3. (μτφ.) καταπραΰνω, ανακουφίζω, γλυκαίνω: Αφέψημα/σιρόπι που ~ει τον βήχα/τον λαιμό. ΣΥΝ. ερεθίζω.|| (αμτβ.) Συγκινήθηκε και η καρδιά του ~σε. [< μεσν. μαλακώνω] | |
| 29227 | μάλαμα | μά-λα-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) άνθρωπος με πολύ καλό χαρακτήρα: (σε παραθετικά σύνθ.) παιδί ~. Έχει καρδιά ~. ΣΥΝ. χρυσός (8) 2. (παρωχ.) χρυσάφι και κατ' επέκτ. πολύτιμο μέταλλο· (συνεκδ. στον πληθ.) αντικείμενα κατασκευασμένα από αυτό. ● ΦΡ.: είναι ένα κομμάτι μάλαμα: έχει εξαιρετικό ήθος., να ..., να μάλαμα! (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο αναξιόπιστο: Να παιδί/φίλος, ~ ~! [< μεσν. μάλαμα] | |
| 29228 | μαλαματένιος | , ια, ιο μα-λα-μα-τέ-νιος επίθ. (παρωχ.-λογοτ.) ΣΥΝ. χρυσός 1. που είναι από μάλαμα ή έχει ανάλογο χρώμα: ~ια: κούπα. ~ιο: φυλαχτό.|| ~ιο: στάρι (= χρυσοκίτρινο). Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. χρυσαφένιος (1) 2. (μτφ.) που έχει ευγένεια και καλοσύνη: καρδιά ~ια. [< μεσν. μαλαματένιος] | |
| 29229 | μάλαξη | μά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. μασάζ: (ΙΑΤΡ.) τεχνητή αναπνοή και καρδιακές ~άξεις. Βλ. ηλεκτρο~, χειρο~. 2. (σπάν.) πλάσιμο, ζύμωμα: ~ πηλού. [< μτγν. μάλαξις ‘μαλάκωμα’] | |
| 29230 | μαλαπέρδα | μα-λα-πέρ-δα ουσ. (θηλ.) (αργκό): πέος. | |
| 29231 | μαλάρια | μα-λά-ρι-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): ελονοσία. [< ιταλ. malaria] | |
| 29232 | μαλαφράντζα | μα-λα-φρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-προφ.): σύφιλη· κατ' επέκτ. κάθε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. [< ιταλ. male di Francia] | |
| 29233 | μαλαχίτης | μα-λα-χί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με έντονο πράσινο χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων. Βλ. αζουρίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. malachite < μτγν. μολοχῖτις (λίθος)] | |
| 29234 | μάλβα | μάλ-βα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ΒΟΤ. μολόχα. [< ιταλ. malva] | |
| 29235 | μαλβίδες | μαλ-βί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (Μalvaceae), που περιλαμβάνει πόες, θάμνους και δέντρα: Το βαμβάκι, ο ιβίσκος και η μολόχα ανήκουν στις ~. | |
| 29237 | μάλε-βράσε | μά-λε βρά-σε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μεγάλη αναστάτωση, καβγάς, φασαρία: Έγινε το ~ (βλ. έγινε/γίνεται το έλα να δεις). Η κατάσταση είναι ~ (= τραγική, χάλια). [< βάλε βράσε] | |
| 29236 | μαλεβιζιώτης | μα-λε-βι-ζιώ-της ουσ. (αρσ.) & μαλεβιζιώτικος (χορός): παραδοσιακός πηδηχτός χορός της Κρήτης. Βλ. πεντοζάλης, σούστα. ΣΥΝ. καστρινός | |
| 29238 | μάλη1 | μά-λη ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: υπό μάλης (λόγ.): κάτω από τη μασχάλη: Μπήκε στο γραφείο με την εφημερίδα/τον χαρτοφύλακα ~ ~.|| Σε στάση προσοχής, με το όπλο ~ ~ (: στην αριστερή μασχάλη και με την κάννη προς τα κάτω· συνήθ. ως στρατιωτικό παράγγελμα).|| (μτφ.) Με προτάσεις ~ ~ προσήλθαν στον διάλογο. [< αρχ. ὑπὸ μάλης] | |
| 29239 | μάλη2 | μά-λη ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. λοιμώδης και συχνά θανατηφόρος νόσος, κυρ. των ιπποειδών, η οποία οφείλεται στο βακτήριο Burkholderia mallei και μεταδίδεται σπάνια στον άνθρωπο μέσω επαφής με μολυσμένο ζώο. | |
| 29240 | μαλθακός | , ή, ό μαλ-θα-κός επίθ. (λόγ.) 1. καλομαθημένος, νωθρός: ~ός: χαρακτήρας. ~ό: παιδί. ~ και άβουλος.|| ~ή: ζωή. Πβ. αβροδίαιτος, οκνηρός, ράθυμος, τρυφηλός. 2. μαλακός: ~ή: υπερώα. ● επίρρ.: μαλθακά [< αρχ. μαλθακός] | |
| 29241 | μαλθακότητα | μαλ-θα-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μαλθακού. Πβ. νωθρ-, τρυφηλ-ότητα, οκνηρία, ραθυμία. [< αρχ. μαλθακότης] | |
| 29242 | μαλθουσιανισμός | μαλ-θου-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία του Άγγλου οικονομολόγου Μάλθους, σύμφωνα με την οποία η αύξηση του πληθυσμού γίνεται με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό από την αύξηση της παραγωγής των μέσων διαβίωσης, και για τον λόγο αυτό επιβάλλεται ο έλεγχος των γεννήσεων. Βλ. -ισμός2. [< αγγλ. Malthusianism] | |
| 29243 | μάλιστα | μά-λι-στα μόρ. 1. (εμφατ. καταφατική απάντηση που δείχνει ευγένεια ή σεβασμό) ναι, βέβαια: ~ γιατρέ/κύριε διοικητά! 2. για την προσθήκη ενός στοιχείου στον λόγο: ~ θα έλεγα ότι ... (= επιπλέον, επιπρόσθετα).|| (εμφατ.) Ιδιαίτερα/ιδίως/κυρίως/πόσο ~ όταν ... 3. για δήλωση ικανοποίησης ή ειρων. δυσαρέσκειας: Αυτό ~!|| ~, μας υποχρέωσες! 4. για να εκφραστεί αντίθεση με κάτι που προαναφέρθηκε: Δεν χαιρόμαστε γι' αυτό, το αντίθετο ~! Δεν αμφισβητώ αυτό που είπες, απεναντίας ~! Δεν σου κάνω υποδείξεις, κάθε άλλο ~! ● ΦΡ.: και μάλιστα (εμφατ.) 1. και ιδίως, και κυρίως, και προπαντός: Η ταινία βασίζεται στη βία, ~ ~ τη λεκτική. ΣΥΝ. και δη 2. και πολύ περισσότερο: Πρέπει να έρθεις, ~ ~ γρήγορα!, τώρα μάλιστα βλ. τώρα [< αρχ. μάλιστα] | |
| 29245 | μαλλί | μαλ-λί ουσ. (ουδ.) {μαλλ-ιού} 1. {συνήθ. στον πληθ.} το σύνολο των τριχών που καλύπτουν το πάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού: άσπρα/γκρίζα/καστανά/κόκκινα/μαύρα/ξανθά ~ιά. Αραιά/γερά/δεμένα/ίσια/κατσαρά/κοντά/λαμπερά/λυτά/μακριά/ξηρά/πλούσια/πυκνά/σγουρά/σπαστά/ταλαιπωρημένα/υγιή/φουντωτά ~ιά. Άβαφα/άλουστα/απεριποίητα/βρεγμένα/λουσμένα ~ιά. ~ιά με ανταύγειες/μπούκλες/όγκο. Σαμπουάν για αδύναμα/ευαίσθητα/κανονικά/λεπτά/λιπαρά ~ιά. Κοκαλάκι/λακ/λοσιόν/σεσουάρ για τα ~ιά. Αξεσουάρ/απώλεια/βαφές/βούρτσα/ζελέ/θεραπεία/ισιωτική/κόψιμο/κρέμα/μαλακτικό/μεταμόσχευση/περιποίηση/πιστολάκι/προσθετική/σπρέι/στέγνωμα/τούφα/τύπος/χρώμα ~ιών. Έφτιαξα/χτένισα το ~/τα ~ιά μου. Έπιασε τα ~ιά της με τσιμπιδάκι. 2. {συνήθ. στον εν.} τρίχωμα ζώων, που συχνά αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας: αγνό/ακατέργαστο/απαλό/παρθένο/πρόβειο/συνθετικό/φυσικό ~. Ρούχα/υφάσματα από ~ (= μάλλινα). Γνέσιμο/επεξεργασία/παραγωγή/ποιότητα ~ιού. || Ορυκτό ~ (= πετροβάμβακας). ● Υποκ.: μαλλάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.} ● ΣΥΜΠΛ.: μαλλί της γριάς: ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκίσματος, κυρ. για παιδιά, από νήματα λιωμένης ζάχαρης που τυλίγονται γύρω από ένα ξυλάκι., μαλλιά αγγέλου: είδος φιδέ. [< αγγλ. angel-hair pasta, 1981] , στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας ● ΦΡ.: μαλλιά κουβάρια (προφ.): για έντονη αντιπαράθεση ή σύγχυση: Έγιναν ~ ~ (= μύλος) λόγω οικονομικών διαφορών.|| Τα 'χω κάνει ~ ~ (= μαντάρα) στο μυαλό μου. ΣΥΝ. άνω-κάτω (2), κουλουβάχατα, μαλλιοκούβαρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος (παροιμ.): προσπάθησε να κερδίσει κάτι και τελικά ζημιώθηκε., πιάνομαι μαλλί με μαλλί {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): μαλλιοτραβιέμαι., πόσο πάει το μαλλί; (μτφ.-ειρων.): πόσο κάνει/κοστίζει;, σαν της τρελής τα μαλλιά (σπάν.-προφ.): για χώρο όπου επικρατεί ακαταστασία: Το δωμάτιό του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. άνω-κάτω (1), τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του (προφ.): τα μαλλιοκέφαλά μου., αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) βλ. ευκαιρία, αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω, κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω, ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται βλ. πνίγω, τραβάω τα μαλλιά μου βλ. τραβώ, τραβηγμένος από τα μαλλιά βλ. τραβηγμένος [< μεσν. μαλλίν < μτγν. μαλλίον] | |
| 29246 | μαλλιάζει | μαλ-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μάλλια-σε, -σει} (προφ.): βγάζει μαλλιά, χνουδιάζει· κυρ. στη ● ΦΡ.: μάλλιασε η γλώσσα/(σπάν.) το στόμα μου βλ. γλώσσα [< μεσν. μαλλιάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ