Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29940-29960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29231μαλάριαμα-λά-ρι-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): ελονοσία. [< ιταλ. malaria]
29232μαλαφράντζαμα-λα-φρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-προφ.): σύφιλη· κατ' επέκτ. κάθε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. [< ιταλ. male di Francia]
29233μαλαχίτηςμα-λα-χί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με έντονο πράσινο χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων. Βλ. αζουρίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. malachite < μτγν. μολοχῖτις (λίθος)]
29234μάλβαμάλ-βα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ΒΟΤ. μολόχα. [< ιταλ. malva]
29235μαλβίδεςμαλ-βί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (Μalvaceae), που περιλαμβάνει πόες, θάμνους και δέντρα: Το βαμβάκι, ο ιβίσκος και η μολόχα ανήκουν στις ~.
29237μάλε-βράσεμά-λε βρά-σε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μεγάλη αναστάτωση, καβγάς, φασαρία: Έγινε το ~ (βλ. έγινε/γίνεται το έλα να δεις). Η κατάσταση είναι ~ (= τραγική, χάλια). [< βάλε βράσε]
29236μαλεβιζιώτηςμα-λε-βι-ζιώ-της ουσ. (αρσ.) & μαλεβιζιώτικος (χορός): παραδοσιακός πηδηχτός χορός της Κρήτης. Βλ. πεντοζάλης, σούστα. ΣΥΝ. καστρινός
29238μάλη1μά-λη ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: υπό μάλης (λόγ.): κάτω από τη μασχάλη: Μπήκε στο γραφείο με την εφημερίδα/τον χαρτοφύλακα ~ ~.|| Σε στάση προσοχής, με το όπλο ~ ~ (: στην αριστερή μασχάλη και με την κάννη προς τα κάτω· συνήθ. ως στρατιωτικό παράγγελμα).|| (μτφ.) Με προτάσεις ~ ~ προσήλθαν στον διάλογο. [< αρχ. ὑπὸ μάλης]
29239μάλη2μά-λη ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. λοιμώδης και συχνά θανατηφόρος νόσος, κυρ. των ιπποειδών, η οποία οφείλεται στο βακτήριο Burkholderia mallei και μεταδίδεται σπάνια στον άνθρωπο μέσω επαφής με μολυσμένο ζώο.
29240μαλθακός, ή, ό μαλ-θα-κός επίθ. (λόγ.) 1. καλομαθημένος, νωθρός: ~ός: χαρακτήρας. ~ό: παιδί. ~ και άβουλος.|| ~ή: ζωή. Πβ. αβροδίαιτος, οκνηρός, ράθυμος, τρυφηλός. 2. μαλακός: ~ή: υπερώα. ● επίρρ.: μαλθακά [< αρχ. μαλθακός]
29241μαλθακότηταμαλ-θα-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μαλθακού. Πβ. νωθρ-, τρυφηλ-ότητα, οκνηρία, ραθυμία. [< αρχ. μαλθακότης]
29242μαλθουσιανισμόςμαλ-θου-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία του Άγγλου οικονομολόγου Μάλθους, σύμφωνα με την οποία η αύξηση του πληθυσμού γίνεται με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό από την αύξηση της παραγωγής των μέσων διαβίωσης, και για τον λόγο αυτό επιβάλλεται ο έλεγχος των γεννήσεων. Βλ. -ισμός2. [< αγγλ. Malthusianism]
29243μάλισταμά-λι-στα μόρ. 1. (εμφατ. καταφατική απάντηση που δείχνει ευγένεια ή σεβασμό) ναι, βέβαια: ~ γιατρέ/κύριε διοικητά! 2. για την προσθήκη ενός στοιχείου στον λόγο: ~ θα έλεγα ότι ... (= επιπλέον, επιπρόσθετα).|| (εμφατ.) Ιδιαίτερα/ιδίως/κυρίως/πόσο ~ όταν ... 3. για δήλωση ικανοποίησης ή ειρων. δυσαρέσκειας: Αυτό ~!|| ~, μας υποχρέωσες! 4. για να εκφραστεί αντίθεση με κάτι που προαναφέρθηκε: Δεν χαιρόμαστε γι' αυτό, το αντίθετο ~! Δεν αμφισβητώ αυτό που είπες, απεναντίας ~! Δεν σου κάνω υποδείξεις, κάθε άλλο ~! ● ΦΡ.: και μάλιστα (εμφατ.) 1. και ιδίως, και κυρίως, και προπαντός: Η ταινία βασίζεται στη βία, ~ ~ τη λεκτική. ΣΥΝ. και δη 2. και πολύ περισσότερο: Πρέπει να έρθεις, ~ ~ γρήγορα!, τώρα μάλιστα βλ. τώρα [< αρχ. μάλιστα]
29246μαλλιάζειμαλ-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μάλλια-σε, -σει} (προφ.): βγάζει μαλλιά, χνουδιάζει· κυρ. στη ● ΦΡ.: μάλλιασε η γλώσσα/(σπάν.) το στόμα μου βλ. γλώσσα [< μεσν. μαλλιάζω]
29247μαλλιαρός, ή, ό μαλ-λια-ρός επίθ. (προφ.): που έχει πυκνό ή/και μακρύ τρίχωμα, τριχωτός: ~ός: πίθηκος. ~ά: χέρια. Πβ. δασύτριχος. [< μεσν. μαλλιαρός]
29248μαλλιάς[μαλλιᾶς] μαλ-λιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): νέος συνήθ. άντρας που έχει πολύ μακριά μαλλιά. Βλ. -άς, μουσάτος, μουστακαλής.
29249μάλλινος, η, ο μάλ-λι-νος επίθ.: φτιαγμένος από μαλλί: ~η: ζακέτα/κουβέρτα. ~ο: πουλόβερ/ύφασμα. ~ες: κάλτσες. ● Ουσ.: μάλλινα (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά. [< μεσν. μάλλινος]
29250μαλλιοκέφαλαμαλ-λιο-κέ-φα-λα ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: τα μαλλιοκέφαλά μου/σου/του: για υπερβολικά μεγάλο χρηματικό ποσό: Έδωσε/πλήρωσε τα ~ του σε λογαριασμούς. Χρωστώ τα ~ μου. ΣΥΝ. τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του
29251μαλλιοκούβαραμαλ-λιο-κού-βα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): μαλλιά κουβάρια.
29252μαλλιοτράβηγμαμαλ-λιο-τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαλλιοτραβιέμαι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.