Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [29940-29960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29247μαλλιαρός, ή, ό μαλ-λια-ρός επίθ. (προφ.): που έχει πυκνό ή/και μακρύ τρίχωμα, τριχωτός: ~ός: πίθηκος. ~ά: χέρια. Πβ. δασύτριχος. [< μεσν. μαλλιαρός]
29248μαλλιάς[μαλλιᾶς] μαλ-λιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): νέος συνήθ. άντρας που έχει πολύ μακριά μαλλιά. Βλ. -άς, μουσάτος, μουστακαλής.
29249μάλλινος, η, ο μάλ-λι-νος επίθ.: φτιαγμένος από μαλλί: ~η: ζακέτα/κουβέρτα. ~ο: πουλόβερ/ύφασμα. ~ες: κάλτσες. ● Ουσ.: μάλλινα (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά. [< μεσν. μάλλινος]
29250μαλλιοκέφαλαμαλ-λιο-κέ-φα-λα ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: τα μαλλιοκέφαλά μου/σου/του: για υπερβολικά μεγάλο χρηματικό ποσό: Έδωσε/πλήρωσε τα ~ του σε λογαριασμούς. Χρωστώ τα ~ μου. ΣΥΝ. τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του
29251μαλλιοκούβαραμαλ-λιο-κού-βα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): μαλλιά κουβάρια.
29252μαλλιοτράβηγμαμαλ-λιο-τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαλλιοτραβιέμαι.
29253μαλλιοτραβιέμαιμαλ-λιο-τρα-βιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {μαλλιοτραβή-χτηκε, -χτεί, (σπάν.) -γμένος} (προφ.): τσακώνομαι έντονα και αναξιοπρεπώς με κάποιον, σπανιότ. τραβώντας ο ένας τα μαλλιά του άλλου: Το πρώην ζευγάρι ~ιέται στους δικηγόρους. ~ιούνται στα τηλεοπτικά παράθυρα.|| Ήρθαν στα χέρια και ~χτηκαν. Βλ. ξεκατινιάζω.
29254μάλλον[μᾶλλον] μάλ-λον επίρρ. 1. ίσως, πιθανώς, πιθανόν: ~ θ' αργήσω. 2. πιο πολύ, σε μεγαλύτερο βαθμό: Προτιμώ ~ να μείνω μόνος μου, παρά να έρθω μαζί σας. 3. (για μετριασμό) κάπως: Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ~ πιο εύκολη και απλή. 4. για να διορθωθεί κάτι που προαναφέρθηκε: Προτιμώ, ή ~ προτιμούσα, το μπάσκετ από το ποδόσφαιρο. ● ΦΡ.: επί μάλλον και μάλλον (σπάν.-λόγ.): ολοένα και πιο πολύ. , κατά το μάλλον ή ήττον (λόγ.): λίγο πολύ, πάνω-κάτω: Οι όροι της συμφωνίας ικανοποίησαν ~ ~ και τις δύο πλευρές., πολλώ (δε) μάλλον & τοσούτω μάλλον (λόγ.): πολύ περισσότερο: Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα, ~ ~ στην παρούσα φάση., πόσο μάλλον: πολύ περισσότερο: Έχω τρεις μήνες να του μιλήσω στο τηλέφωνο, ~ ~ να βρεθούμε από κοντά! [< αρχ. μᾶλλον]
29255μαλλούραμαλ-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μακρύ, πυκνό και συνήθ. απεριποίητο μαλλί: μαντράχαλοι με ~ες. Έπεφτε η ~ μέσα στα μάτια της. Βλ. -ούρα2.
29256μαλτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μολτ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ουίσκι από βύνη, νερό και μαγιά. Βλ. μπέρμπον. [< αγγλ. malt]
29257μαλτόζημαλ-τό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. Δισακχαρίτης (σύμβ. C12H22O11), προϊόν υδρόλυσης του αμύλου από την αμυλάση. Βλ. δεξτρίνη. [< γαλλ.-αγγλ. maltose]
29258μάλωμαμά-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαλώνω. Πβ. εξάψαλμος, επίπληξη, κατσάδα.|| Έπεσε/ρίξαμε ένα ~! Πβ. καβγάς, λογομαχία, τσακωμός.|| Το ~ των δύο φίλων κρατάει χρόνια. [< μεσν. μάλωμα(ν)]
29259μαλώνωμα-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάλω-σα, -σει, -μένος, μαλών-οντας} 1. μιλώ με αυστηρό ύφος σε κάποιον που παρεκτράπηκε, έσφαλε ή είχε αρνητική συμπεριφορά, ώστε να μην επαναλάβει την πράξη του: Η δασκάλα ~σε τον μαθητή που έκανε τη ζημιά. Πβ. αποπαίρνω, επι-πλήττω, -τιμώ, κατσαδιάζω. 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον· κατ' επέκτ. διακόπτω τις σχέσεις μου μετά από τσακωμό: ~ουν σαν τον σκύλο με τη γάτα. Έχει μαλώσει μ' όλο τον κόσμο. Είναι ~μένος με τους δικούς του. Πβ. δια-πληκτίζομαι, -φωνώ, συγκρού-, τρώγ-, τσακών-ομαι, φιλονικώ. Βλ. συμφιλιώνομαι. ● ΦΡ.: δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας [< μεσν. μαλώνω]
29260μαμουσ. (ουδ.) (οικ.): φαΐ: Κάνε ~ (= φάε)! Βλ. τσιτσί. ● ΦΡ.: μαμ, κακά και νάνι (προφ.): λέγεται συνήθ. για πρόσωπο του οποίου η ζωή είναι μονότονη και περιορίζεται στην κάλυψη των απολύτως αναγκαίων βιολογικών αναγκών: Το μόνο που ξέρει να κάνει είναι ~ ~. [< λ. νηπιακή]
29261μαμάμα-μά ουσ. (θηλ.) {μαμάδες} (οικ.) : μητέρα: αφοσιωμένη ~. ~ και γιος/κόρη. Θέλω τη ~ μου! (: λέγεται από μικρό παιδί)|| (ως προσφών.) ~, κοίτα!|| (ως επιφών.) ~ μου, μια σφήκα! Βλ. χαζο~. ΣΥΝ. μάνα (1) ● Υποκ.: μαμάκα & μαμακούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η μαμά/η μητέρα πατρίδα (συνήθ. ειρων.): γενέτειρα: Υπηρετεί τη ~ ~ (= κάνει τη θητεία του)., παιδί της μαμάς: μαμόθρεφτος. ● ΦΡ.: κρέμεται/κρύβεται πίσω/δεν ξεκολλά από τη φούστα της μαμάς του (μτφ.-προφ.): είναι μαμόθρεφτος. Βλ. παιδί της μαμάς. [< μεσν. μάμμα – παλαιότ. ορθογρ. μαμμά]
29262μαμαζέλβλ. μαντμαζέλ
29263μαμάκιαςμα-μά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): μαμόθρεφτος. Βλ. -άκιας.
29264μαμαλίγκαμα-μα-λί-γκα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό φαγητό των Βαλκανίων· ειδικότ. πηχτός χυλός σαν πίτα ως υποκατάστατο του ψωμιού, που φτιάχνεται κυρ. από καλαμποκάλευρο και χοιρινό λίπος. [< ρουμ. mămăligă]
29265μαμζέλβλ. μαντμαζέλ
29266μαμή

μα-μή ουσ. (θηλ.) & μαμμή (παλαιότ.-λαϊκό): πρακτική μαία. ● ΦΡ.: πήγε για μαμή κι έκατσε για λεχώνα (παροιμ.): για κάποιον που αργοπόρησε να επιστρέψει από κάπου., πολλές μαμές, στραβό το παιδί (παροιμ.): για κακό αποτέλεσμα λόγω ανάμειξης πολλών σε μία υπόθεση. ΣΥΝ. οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει [< μεσν. μαμμή < αρχ. μάμμη ‘γιαγιά’ – παλαιότ. ορθογρ. μαμμή ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.