| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29267 | μαμίσιος | , ια, ιο μα-μί-σιος επίθ. & μανίσιος (νεαν. αργκό): (κυρ. για εξάρτημα αυτοκινήτου ή μηχανής) που είναι εγκατεστημένο εργοστασιακά: ~ια: εξάτμιση/ζάντα. ~ιο: μοτέρ/τιμόνι. ~ιες: αναρτήσεις. | |
| 29268 | μαμόθρεφτος | , η, ο μα-μό-θρε-φτος επίθ. & μαμμόθρεφτος: (μειωτ., συνήθ. για άνδρα) που είναι πολύ εξαρτημένος από τη μητέρα του· κατ' επέκτ. άβουλος και ανώριμος: ~ο: παιδί. Κλαψιάρης και ~.|| (ως ουσ.) Τι ~ο είναι αυτό; Πβ. καλομαθη-, (παρα)χαϊδε-μένος. ΣΥΝ. μαμάκιας [< μτγν. μαμμόθρεπτος 'αναθρεμμένος από τη γιαγιά'] | |
| 29269 | μαμούθ | μα-μούθ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. εξαφανισμένο προϊστορικό θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Elephas primigenius), συγγενές του ελέφαντα, δασύτριχο, με πολύ μεγάλους κυρτούς χαυλιόδοντες, που έζησε κατά το Πλειστόκαινο σε ψυχρές περιοχές του Β. Ημισφαιρίου. Βλ. μαστόδοντα. 2. (ως επίθ., μτφ.) χαρακτηρισμός για οτιδήποτε είναι υπερβολικά μεγάλο: (ως παραθετικό σύνθ.) διαδήλωση/κτίριο/ξενοδοχείο-~. Αποζημίωση/επενδυτικό πρόγραμμα/πρόστιμο/χρέη-~. Πβ. μεγαθήριο, κολοσσός. [< γαλλ. mammouth] | |
| 29270 | μαμούνι | μα-μού-νι ουσ. (ουδ.) {μαμουν-ιού} (προφ.) & (σπάν.) μαμούδι 1. ζουζούνι, ζωύφιο. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. ζούδι (1) 2. (οικ.-μτφ.) άνθρωπος δραστήριος, ξύπνιος, ευρηματικός: Πού το ανακάλυψες, βρε ~! (για μικρό παιδί) Με ζάλισαν τα ~ια. 3. (μτφ.) σαράκι, μικρόβιο: Τον τρώει το ~ της ανησυχίας/περιέργειας. Από μικρή είχε το ~ της υποκριτικής. ΣΥΝ. ζιζάνιο (4) ● Υποκ.: μαμουνάκι (το) [< μεσν. μαμούνι, μαμούδι] | |
| 29271 | μαμούχαλος | μα-μού-χα-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνθρωπος μαλθακός, χωρίς δύναμη χαρακτήρα και ενεργητικότητα· βαρετός: ~ και κακομαθημένος/μουρόχαυλος.|| (ως επίθ.) ~ο: παιδί. | |
| 29272 | μάμπα | μά-μπα ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο και δηλητηριώδες δενδρόβιο φίδι (γένος Dendroaspis), πράσινο ή μαύρο, που ζει στην τροπική Αφρική. [< αγγλ. mamba] | |
| 29273 | μάμπο | μά-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κουβανέζικος ζευγαρωτός χορός που μοιάζει με τη ρούμπα· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική. Χορεύουν στους ρυθμούς του ~. Βλ. σάλσα, σάμπα, τσα τσα (τσα). [< ισπ. mambo, αμερικ. ~, 1946, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 29274 | μαμωνάς | [μαμωνᾶς] μα-μω-νάς ουσ. (αρσ.): ο θεός του χρήματος· (μετωνυμ.-αρνητ. συνυποδ.) επιδίωξη του πλούτου και των υλικών αγαθών: στο(ν) βωμό/δούλος του ~ά. Η πλεονεξία και ο ~ διαφθείρουν τον άνθρωπο. [< μτγν. μαμωνᾶς] | |
| 29275 | μαν του μαν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ένας προς έναν· τρόπος άμυνας, κυρ. στο μπάσκετ και το ποδόσφαιρο, κατά τον οποίο ιδ. ένας αμυντικός παίκτης φυλάει έναν συγκεκριμένο επιθετικό: Παίζουν ~. Ξεκίνησαν με ~ στην άμυνα. Βρέθηκαν αντίπαλοι σε ~. [< αμερικ. man-to-man, 1923] | |
| 29276 | μανά | μα-νά: μόνο στη ● ΦΡ.: ξανά μανά βλ. ξανά | |
| 29277 | μάνα | μά-να ουσ. (θηλ.) {-ες κ. -άδες (γεν. πληθ. μαν-άδων)} (προφ.) 1. μητέρα, μαμά: η ευχή/το γάλα της ~ας. Στην αγκαλιά των ~άδων τους. Βλ. μικρο~, παρα~2.|| (καταχρ.) Θετή ~ (πβ. ψυχο~).|| (ως οικ. προσφών.) ~ μου.|| (ως επιφών., με χαρακτηριστικό επιτονισμό, για την έκφραση έντονου συναισθήματος, ευχάριστου ή δυσάρεστου) Ω, ρε ~ μου!/οχ, ~ μου!|| (χιουμορ.-ειρων.) Πολύ έξυπνο σε γέννησε η ~ σου. Έχει κι άλλον η ~ σου σαν και σένα;|| (μτφ.) Η ~-γη. 2. (σε ομαδικά παιδικά παιχνίδια) αρχηγός ή βασικός παίκτης· (σε τυχερά παιχνίδια, κυρ. χαρτοπαίγνια) κάσα, μπάνκα· (στο τάβλι) η θέση εκκίνησης και το πούλι που βρίσκεται εκεί. ● Υποκ.: μανίτσα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1., μανουλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: η μάνα του λόχου (σπάν.-μτφ.): μέλος μιας ομάδας το οποίο μεριμνά για τα υπόλοιπα. ● ΦΡ.: από τη μάνα του (μτφ.-προφ.): (σε κατασκευή ή μηχανή) για κάτι που υπάρχει εξαρχής: λάστιχο ελαττωματικό/μηχάνημα προβληματικό ~ ~. Το αμάξι ~ ~ διέθετε αερόσακο. Πβ. μαμίσιος. , από την κοιλιά/από το βυζί της μάνας του (μτφ.-προφ.): από πολύ μικρή ηλικία., κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα παιδιά ακολουθούν τα χνάρια των γονιών τους: Είναι το ίδιο ψεύτης με τον πατέρα του. Καλά λένε ~ ~! Πβ. το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει., μάνα είναι μόνο μία & μάνα υπάρχει μόνο μία: για να δηλωθεί η μοναδικότητα της μητέρας., μάνα, γιατί με γέννησες; (προφ.): ως έκφραση απελπισίας, απόγνωσης ή γενικότ. πολύ δυσάρεστου συναισθήματος., μου ζητάει κάποιος τη μάνα και τον πατέρα (προφ.): έχει υπερβολικές απαιτήσεις από μένα., να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει (προφ.-επιτατ.): για να δηλωθεί ότι κάποιο φαγητό ή γλυκό είναι πάρα πολύ νόστιμο., ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του (μειωτ.-καθ' υπερβολήν): για να δηλωθεί ότι οι άνθρωποι μιας ομάδας ή ενός χώρου δεν έχουν ηθικούς φραγμούς: Η χειρότερη γειτονιά· εκεί ~ ~., όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της & όπως με γέννησε η μάνα μου: ολόγυμνος/-η: Εμφανίζεται/πόζαρε/φωτογραφήθηκε ~ ~., ούτε η μάνα που τον γέννησε (προφ.-εμφατ.): ούτε η ίδια του η μάνα: Δεν τον ξέρει καλά ~ ~., πίσω από τα φουστάνια/την ποδιά της μάνας (μτφ.-προφ.): για κάποιον που δεν έχει ανεξαρτητοποιηθεί: Είναι/κρύβεται/τρέχει ~ ~ του/της., πουλάει και τη μάνα του (μειωτ.-καθ' υπερβολή): για κάποιον που θεωρείται ικανός να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσο, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: Για τα λεφτά ~ ~. Για να νικήσει, μπορεί να ~ήσει ~., χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) (μτφ.-συχνά χιουμορ.): για κοσμοσυρροή ή σύγχυση: Εδώ μέσα ~ ~!, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, για την ψυχή της μάνας μου βλ. ψυχή, είναι μανούλα σε ... βλ. μανούλα, και το λουρί της μάνας βλ. λουρί, λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα βλ. σκοτώνω, παιδί της μάνας/του πατέρα του βλ. παιδί, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο βλ. διάβολος [< μεσν. μάννα] | |
| 44376 | Μαναβη | ρι-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ρίμαρ-α}: συνθέτω ρίμες, ομοιοκατάληκτους στίχους. ● ριμάρει: ομοιοκαταληκτεί. [< ιταλ. rimare] | |
| 29280 | μανάβης, μανάβισσα | μα-νά-βης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος μανάβικου. ΣΥΝ. λαχανοπώλης, οπωροπώλης [< τουρκ. manav] | |
| 29281 | μαναβική | μα-να-βι-κή ουσ. (θηλ.): επαγγελματική ενασχόληση του μανάβη. ● ΣΥΜΠΛ.: είδη μαναβικής: φρούτα και λαχανικά που πωλούνται συνήθ. σε μανάβικο. | |
| 29282 | μανάβικο | μα-νά-βι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ή ειδικός χώρος αγοράς όπου πωλούνται είδη μαναβικής. ΣΥΝ. οπωροπωλείο | |
| 29283 | μανάλι | βλ. μανουάλι | |
| 29284 | μανάρι | μα-νά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-συνήθ. ως οικ. προσφών.) για αγαπημένο ή ποθητό πρόσωπο: ~ μου εσύ! 2. (λαϊκό) ζώο, συνήθ. αρνί, που έχει τραφεί καλά και προορίζεται για σφαγή. Πβ. θρεφτάρι. ● Υποκ.: μαναράκι (το) ● Μεγεθ.: μανάρα (η) [< βλάχικο mânar] | |
| 29285 | μανατζάρω | μα-να-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {μανατζάρισα} (προφ.): κάνω τον μάνατζερ· κατ' επέκτ. ελέγχω, διευθύνω: ~ μια εταιρεία/καλλιτέχνες/ένα συγκρότημα. ~ και προμοτάρω (κάποιον). Πβ. κουμαντάρω. | |
| 29286 | μάνατζερ | μά-να-τζερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. ανώτατο στέλεχος επιχείρησης που οργανώνει, διευθύνει και ελέγχει τις δραστηριότητές της κατά τομέα ή στο σύνολό τους: επιτυχημένος/ικανός/μάρκετινγκ ~. ~ εστιατορίου. Πβ. διευθυντής. 2. πρόσωπο υπεύθυνο για τις επαγγελματικές και οικονομικές υποθέσεις καλλιτέχνη ή αθλητή: ~ του συγκροτήματος/τραγουδιστή.|| (ειδικότ.) Τεχνικός/τιμ ~. Βλ. κυνηγός ταλέντων. ΣΥΝ. ατζέντης, ιμπρεσάριος [< αγγλ. manager, γαλλ. manage(u)r] | |
| 29287 | μάνατζμεντ | μά-να-τζμεντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. διοίκηση επιχειρήσεων: δημόσιο/μάρκετινγκ/στρατηγικό/χρηματοοικονομικό ~. Μαθήματα ~. [< αγγλ. management, 1906, γαλλ. ~, 1921] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ