| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29253 | μαλλιοτραβιέμαι | μαλ-λιο-τρα-βιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {μαλλιοτραβή-χτηκε, -χτεί, (σπάν.) -γμένος} (προφ.): τσακώνομαι έντονα και αναξιοπρεπώς με κάποιον, σπανιότ. τραβώντας ο ένας τα μαλλιά του άλλου: Το πρώην ζευγάρι ~ιέται στους δικηγόρους. ~ιούνται στα τηλεοπτικά παράθυρα.|| Ήρθαν στα χέρια και ~χτηκαν. Βλ. ξεκατινιάζω. | |
| 29254 | μάλλον | [μᾶλλον] μάλ-λον επίρρ. 1. ίσως, πιθανώς, πιθανόν: ~ θ' αργήσω. 2. πιο πολύ, σε μεγαλύτερο βαθμό: Προτιμώ ~ να μείνω μόνος μου, παρά να έρθω μαζί σας. 3. (για μετριασμό) κάπως: Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ~ πιο εύκολη και απλή. 4. για να διορθωθεί κάτι που προαναφέρθηκε: Προτιμώ, ή ~ προτιμούσα, το μπάσκετ από το ποδόσφαιρο. ● ΦΡ.: επί μάλλον και μάλλον (σπάν.-λόγ.): ολοένα και πιο πολύ. , κατά το μάλλον ή ήττον (λόγ.): λίγο πολύ, πάνω-κάτω: Οι όροι της συμφωνίας ικανοποίησαν ~ ~ και τις δύο πλευρές., πολλώ (δε) μάλλον & τοσούτω μάλλον (λόγ.): πολύ περισσότερο: Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα, ~ ~ στην παρούσα φάση., πόσο μάλλον: πολύ περισσότερο: Έχω τρεις μήνες να του μιλήσω στο τηλέφωνο, ~ ~ να βρεθούμε από κοντά! [< αρχ. μᾶλλον] | |
| 29255 | μαλλούρα | μαλ-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μακρύ, πυκνό και συνήθ. απεριποίητο μαλλί: μαντράχαλοι με ~ες. Έπεφτε η ~ μέσα στα μάτια της. Βλ. -ούρα2. | |
| 29256 | μαλτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μολτ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ουίσκι από βύνη, νερό και μαγιά. Βλ. μπέρμπον. [< αγγλ. malt] | |
| 29257 | μαλτόζη | μαλ-τό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. Δισακχαρίτης (σύμβ. C12H22O11), προϊόν υδρόλυσης του αμύλου από την αμυλάση. Βλ. δεξτρίνη. [< γαλλ.-αγγλ. maltose] | |
| 29258 | μάλωμα | μά-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαλώνω. Πβ. εξάψαλμος, επίπληξη, κατσάδα.|| Έπεσε/ρίξαμε ένα ~! Πβ. καβγάς, λογομαχία, τσακωμός.|| Το ~ των δύο φίλων κρατάει χρόνια. [< μεσν. μάλωμα(ν)] | |
| 29259 | μαλώνω | μα-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάλω-σα, -σει, -μένος, μαλών-οντας} 1. μιλώ με αυστηρό ύφος σε κάποιον που παρεκτράπηκε, έσφαλε ή είχε αρνητική συμπεριφορά, ώστε να μην επαναλάβει την πράξη του: Η δασκάλα ~σε τον μαθητή που έκανε τη ζημιά. Πβ. αποπαίρνω, επι-πλήττω, -τιμώ, κατσαδιάζω. 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον· κατ' επέκτ. διακόπτω τις σχέσεις μου μετά από τσακωμό: ~ουν σαν τον σκύλο με τη γάτα. Έχει μαλώσει μ' όλο τον κόσμο. Είναι ~μένος με τους δικούς του. Πβ. δια-πληκτίζομαι, -φωνώ, συγκρού-, τρώγ-, τσακών-ομαι, φιλονικώ. Βλ. συμφιλιώνομαι. ● ΦΡ.: δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας [< μεσν. μαλώνω] | |
| 29260 | μαμ | ουσ. (ουδ.) (οικ.): φαΐ: Κάνε ~ (= φάε)! Βλ. τσιτσί. ● ΦΡ.: μαμ, κακά και νάνι (προφ.): λέγεται συνήθ. για πρόσωπο του οποίου η ζωή είναι μονότονη και περιορίζεται στην κάλυψη των απολύτως αναγκαίων βιολογικών αναγκών: Το μόνο που ξέρει να κάνει είναι ~ ~. [< λ. νηπιακή] | |
| 29261 | μαμά | μα-μά ουσ. (θηλ.) {μαμάδες} (οικ.) : μητέρα: αφοσιωμένη ~. ~ και γιος/κόρη. Θέλω τη ~ μου! (: λέγεται από μικρό παιδί)|| (ως προσφών.) ~, κοίτα!|| (ως επιφών.) ~ μου, μια σφήκα! Βλ. χαζο~. ΣΥΝ. μάνα (1) ● Υποκ.: μαμάκα & μαμακούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η μαμά/η μητέρα πατρίδα (συνήθ. ειρων.): γενέτειρα: Υπηρετεί τη ~ ~ (= κάνει τη θητεία του)., παιδί της μαμάς: μαμόθρεφτος. ● ΦΡ.: κρέμεται/κρύβεται πίσω/δεν ξεκολλά από τη φούστα της μαμάς του (μτφ.-προφ.): είναι μαμόθρεφτος. Βλ. παιδί της μαμάς. [< μεσν. μάμμα – παλαιότ. ορθογρ. μαμμά] | |
| 29262 | μαμαζέλ | βλ. μαντμαζέλ | |
| 29263 | μαμάκιας | μα-μά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): μαμόθρεφτος. Βλ. -άκιας. | |
| 29264 | μαμαλίγκα | μα-μα-λί-γκα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό φαγητό των Βαλκανίων· ειδικότ. πηχτός χυλός σαν πίτα ως υποκατάστατο του ψωμιού, που φτιάχνεται κυρ. από καλαμποκάλευρο και χοιρινό λίπος. [< ρουμ. mămăligă] | |
| 29265 | μαμζέλ | βλ. μαντμαζέλ | |
| 29266 | μαμή | μα-μή ουσ. (θηλ.) & μαμμή (παλαιότ.-λαϊκό): πρακτική μαία. ● ΦΡ.: πήγε για μαμή κι έκατσε για λεχώνα (παροιμ.): για κάποιον που αργοπόρησε να επιστρέψει από κάπου., πολλές μαμές, στραβό το παιδί (παροιμ.): για κακό αποτέλεσμα λόγω ανάμειξης πολλών σε μία υπόθεση. ΣΥΝ. οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει [< μεσν. μαμμή < αρχ. μάμμη ‘γιαγιά’ – παλαιότ. ορθογρ. μαμμή ] | |
| 29267 | μαμίσιος | , ια, ιο μα-μί-σιος επίθ. & μανίσιος (νεαν. αργκό): (κυρ. για εξάρτημα αυτοκινήτου ή μηχανής) που είναι εγκατεστημένο εργοστασιακά: ~ια: εξάτμιση/ζάντα. ~ιο: μοτέρ/τιμόνι. ~ιες: αναρτήσεις. | |
| 29268 | μαμόθρεφτος | , η, ο μα-μό-θρε-φτος επίθ. & μαμμόθρεφτος: (μειωτ., συνήθ. για άνδρα) που είναι πολύ εξαρτημένος από τη μητέρα του· κατ' επέκτ. άβουλος και ανώριμος: ~ο: παιδί. Κλαψιάρης και ~.|| (ως ουσ.) Τι ~ο είναι αυτό; Πβ. καλομαθη-, (παρα)χαϊδε-μένος. ΣΥΝ. μαμάκιας [< μτγν. μαμμόθρεπτος 'αναθρεμμένος από τη γιαγιά'] | |
| 29269 | μαμούθ | μα-μούθ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. εξαφανισμένο προϊστορικό θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Elephas primigenius), συγγενές του ελέφαντα, δασύτριχο, με πολύ μεγάλους κυρτούς χαυλιόδοντες, που έζησε κατά το Πλειστόκαινο σε ψυχρές περιοχές του Β. Ημισφαιρίου. Βλ. μαστόδοντα. 2. (ως επίθ., μτφ.) χαρακτηρισμός για οτιδήποτε είναι υπερβολικά μεγάλο: (ως παραθετικό σύνθ.) διαδήλωση/κτίριο/ξενοδοχείο-~. Αποζημίωση/επενδυτικό πρόγραμμα/πρόστιμο/χρέη-~. Πβ. μεγαθήριο, κολοσσός. [< γαλλ. mammouth] | |
| 29270 | μαμούνι | μα-μού-νι ουσ. (ουδ.) {μαμουν-ιού} (προφ.) & (σπάν.) μαμούδι 1. ζουζούνι, ζωύφιο. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. ζούδι (1) 2. (οικ.-μτφ.) άνθρωπος δραστήριος, ξύπνιος, ευρηματικός: Πού το ανακάλυψες, βρε ~! (για μικρό παιδί) Με ζάλισαν τα ~ια. 3. (μτφ.) σαράκι, μικρόβιο: Τον τρώει το ~ της ανησυχίας/περιέργειας. Από μικρή είχε το ~ της υποκριτικής. ΣΥΝ. ζιζάνιο (4) ● Υποκ.: μαμουνάκι (το) [< μεσν. μαμούνι, μαμούδι] | |
| 29271 | μαμούχαλος | μα-μού-χα-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνθρωπος μαλθακός, χωρίς δύναμη χαρακτήρα και ενεργητικότητα· βαρετός: ~ και κακομαθημένος/μουρόχαυλος.|| (ως επίθ.) ~ο: παιδί. | |
| 29272 | μάμπα | μά-μπα ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο και δηλητηριώδες δενδρόβιο φίδι (γένος Dendroaspis), πράσινο ή μαύρο, που ζει στην τροπική Αφρική. [< αγγλ. mamba] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ