Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2980-3000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2032αλδεϋδικός, ή, ό [ἀλδεϋδικός] αλ-δε-ϋ-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την αλδεΰδη: ~ός: άνθρακας. ~ή: ένωση/ομάδα/ρίζα. [< γαλλ. aldéhydique]
2033αλδοστερόνη[ἀλδοστερόνη] αλ-δο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του φλοιού των επινεφριδίων που δρα στους νεφρούς και ρυθμίζει το ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών, προκαλώντας κατακράτηση νατρίου και ενισχύοντας την αποβολή καλίου: ~ ορού/ούρων. Βλ. -όνη. [< αγγλ. aldosterone, 1954, γαλλ. aldostérone, μετά το 1953]
2068αλέ-ρετούρ[ἀλέ-ρετούρ] α-λέ ρε-τούρ επίρρ. & αλερετούρ 1. μετάβαση και επιστροφή, μετ' επιστροφής: Η απόσταση/διαδρομή ~ είναι δέκα χλμ. Πβ. πήγαινε-έλα.|| (ως επίθ.) Εισιτήριο ~. 2. (κατ' επέκτ.-ως επίθ.) για οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από διπλή κατεύθυνση (προς ένα σημείο και επιστροφή από αυτό): (ΗΛΕΚΤΡ.) διακόπτης ~ (: διπλός ή εναλλαγής, καθένας από τους οποίους ανάβει τον ίδιο λαμπτήρα).|| Αυτόματη πόρτα με δυνατότητα ~ λειτουργίας (: παλινδρομική, ανοίγει και προς τις δύο διευθύνσεις). [< γαλλ. aller-retour]
2034αλέα[ἀλέα] α-λέ-α ουσ. (θηλ.): δενδροστοιχία. [< γαλλ. allée]
2035αλέγκρο[ἀλέγκρο] α-λέ-γκρο επίρρ.: ΜΟΥΣ. με ρυθμό γρήγορο, εύθυμο και ζωηρό. ΑΝΤ. λέντο ● Ουσ.: αλέγκρο (το): μουσική σύνθεση ή τμήμα της που εκτελείται στο ρυθμό αυτό: εισαγωγή και ~ για άρπα και έγχορδα. [< ιταλ. allegro]
2036αλέγρος & αλέγκρος, α, ο [ἀλέγρος] α-λέ-γρος & α-λέ-γκρος επίθ. (προφ.): ζωντανός, εύθυμος, ευχάριστος, πρόσχαρος: ~ος: τύπος/χορός. ~α: ατμόσφαιρα. ~ο: ταμπεραμέντο/τραγούδι. Κορίτσι του κεφιού, ~ο. Είναι πολύ ~ τύπος και καλαμπουρτζής. [< ιταλ. allegro]
2037αλεζουάρ[ἀλεζουάρ] α-λε-ζου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για διάνοιξη οπών: χειροκίνητο ~. ~ μηχανής. Βλ. γλύφανο, τρυπάνι. [< γαλλ. alésoir]
2038αλέθω[ἀλέθω] α-λέ-θω ρ. (μτβ.) {άλε-σα, αλέ-στηκε, αλε-στεί, -σμένος, αλέθ-οντας}: μετατρέπω κάτι σε σκόνη ή πολτό, συνήθ. με σύνθλιψη ή τριβή: Μύλος που ~ει δημητριακά/κριθάρι/σιτάρι (= αλευρόμυλος)/πιπέρι. ~σμένος: καφές. ~σμένη: καρυδόψιχα.|| ~ ελιές/κρέας/ψάρι. Τα δόντια ~ουν την τροφή (βλ. μασώ). ~σμένες: πατάτες. Πβ. κονιορτο-, πολτο-ποιώ. Βλ. τρίβω, ψιλοκόβω.|| (μτφ.) Σύστημα που ~ει (: συνθλίβει) ανθρώπους/δικαιώματα/όνειρα/συνειδήσεις. ● ΦΡ.: αλέθει η γλώσσα του/της (μτφ.-προφ.): φλυαρεί ασταμάτητα: Κοίτα πώς ~ ~: δεν σταμάτησε να μιλά από τη στιγμή που ήρθε! Πβ. η γλώσσα του/της πάει ροδάνι., ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει: για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι δεκτικός σε ή διαθέσιμος για όλα. ΣΥΝ. το στομάχι του αλέθει και πέτρες, δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει βλ. μύλος, μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) βλ. σκύλος, όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει βλ. μύλος, το στομάχι του αλέθει και πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. αλέθω]
2039αλείβωβλ. αλείφω
2040άλειμμα[ἄλειμμα] ά-λειμ-μα ουσ. (ουδ.): επάλειψη· κατ' επέκτ. παχύρρευστο συνήθ. γευστικό μείγμα που αλείφεται συχνά σε ψωμί ή φρυγανιά: ~ του ταψιού με λάδι. Μαργαρίνη για ~. Βλ. πασ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ ελιάς/μαρμελάδας/μελιού/τυριού. Βλ. ντιπ. [< αρχ. ἄλειμμα ‘(ελαιώδης) αλοιφή’]
2041αλειτούργητος, η, ο [ἀλειτούργητος] α-λει-τούρ-γη-τος επίθ. 1. που δεν παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία, δεν εκκλησιάστηκε ή δεν ευλογήθηκε: Δεν πήγε παπάς στο χωριό και οι κάτοικοι έμειναν ~οι.|| ~η: εικόνα. 2. (για ναό) που παραμένει κλειστός για πολύ καιρό, δεν λειτουργείται, που δεν εγκαινιάστηκε με Θεία Λειτουργία: ~ο κι ερειπωμένο μοναστήρι. Ο ναός έμεινε ~ μετά τον σεισμό. [< μεσν. αλειτούργητος]
2042αλειφαδόροςβλ. αλοιφαδόρος
2043αλειφατικός, ή, ό [ἀλειφατικός] α-λει-φα-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε οργανικές ενώσεις με δομή ανοιχτής αλυσίδας: ~ός: διαλύτης/υδρογονάνθρακας. ~ή: αλκοόλη/αλυσίδα. ~ό: οξύ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλειφατική/άκυκλη ένωση: οργανική ένωση της οποίας η δομή περιέχει μια ευθεία αλυσίδα μορίων: κορεσμένη ~ ~. ΑΝΤ. κυκλική ένωση [< γαλλ. aliphatique, 1903, αγγλ. aliphatic]
2044αλείφω[ἀλείφω] α-λεί-φω ρ. (μτβ.) {άλει-ψα, -φτηκα, -μμένος, αλείφ-οντας} & (σπάν.) αλείβω: καλύπτω μια επιφάνεια συνήθ. με λεπτή στρώση λιπαρής ουσίας: ~ουμε τα φύλλα της ζύμης με λάδι. ~ όλο το σώμα με αντηλιακή κρέμα. Ταψάκι/ψωμί ~μμένο με βούτυρο. Πβ. επαλείφω, λαδώνω. Βλ. πασαλείβω. ● ΦΡ.: να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι βλ. μέλι [< αρχ. ἀλείφω]
2045αλέκιαστος, η, ο [ἀλέκιαστος] α-λέ-κια-στος επίθ. (προφ.) 1. χωρίς λεκέδες: ~ο: τραπεζομάντιλο. 2. (μτφ.) που είναι άμεμπτος, άσπιλος: Η καρδιά του είναι λευκή κι ~η σαν το χιόνι. Πβ. ακηλίδωτος.
2047αλεξανδρινό[ἀλεξανδρινό] α-λε-ξαν-δρι-νό ουσ. (ουδ.) & αλεξανδριανό: ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Euphorbia pulcherrima) με παχύ φύλλωμα και μεγάλα φύλλα, συνήθ. κόκκινα και σπανιότ. κίτρινα ή λευκά: το ~, το λουλούδι των Χριστουγέννων. ΣΥΝ. ποϊνσέτια
2048αλεξανδρινός, ή, ό [ἀλεξανδρινός] α-λε-ξαν-δρι-νός επίθ. & (προφ.) αλεξαντρινός: που προέρχεται από ή σχετίζεται με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ιδ. της ελληνιστικής περιόδου: ~ή: βιβλιοθήκη/εποχή ή περίοδος/σχολή/τέχνη. Πβ. ελληνιστικός.|| ~ός: στίχος (: ιαμβικός δωδεκασύλλαβος της γαλλικής ποίησης). ● Ουσ.: Αλεξανδρινοί (οι): οι φιλόλογοι και γραμματικοί της αλεξανδρινής εποχής. ● ΣΥΜΠΛ.: (Αλεξανδρινή/Ελληνιστική) Κοινή βλ. κοινός [< μτγν. Ἀλεξανδρινός]
2049αλεξανδρίτης[ἀλεξανδρίτης] α-λε-ξαν-δρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. σπάνιος πολύτιμος λίθος με χρώμα πράσινο στο φως της ημέρας ή βαθύ κόκκινο σε τεχνητό φως. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ. alexandrite]
2050Αλεξανδρουπολίτης, Αλεξανδρουπολίτισσα[Ἀλεξανδρουπολίτης] Α-λε-ξαν-δρου-πο-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Αλεξανδρούπολη.
2051αλεξήλιο[ἀλεξήλιο] α-λε-ξή-λι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. εξάρτημα του αυτοκινήτου για προστασία από τις ηλιακές ακτίνες: ~ (συν)οδηγού. ~ με καθρέφτη. 2. (σπάν.) ομπρέλα για προστασία από τον ήλιο. ΣΥΝ. παρασόλι [< γαλλ. parasol]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.