Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2980-3000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2022άλγεβρα[ἄλγεβρα] άλ-γε-βρα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. επιστήμη που μελετά τις μαθηματικές δομές, σχέσεις και ποσότητες και ασχολείται με την επίλυση των δευτεροβάθμιων εξισώσεων και ιδ. σήμερα με τις αλγεβρικές δομές: αριθμητική/βασική/διανυσματική/στοιχειώδης/υπολογιστική ~. ~ διαίρεσης/μέτρων/ομάδων/πινάκων/συναρτήσεων/συνόλων. Βλ. πολυώνυμο.|| ~ της Λογικής ή του Μπουλ ή Δυαδική ~ (: με μεταβλητές δύο τιμών). 2. (συνεκδ.) σχολικό και πανεπιστημιακό μάθημα που πραγματεύεται θέματα του ομώνυμου κλάδου· το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμική άλγεβρα: ΜΑΘ. που μελετά τα διανύσματα, την έννοια του διανυσματικού χώρου, τις γραμμικές απεικονίσεις, καθώς και τα συστήματα γραμμικών εξισώσεων. [< αγγλ. linear algebra] [< μεσν. λατ.-ιταλ. algebra, γαλλ. algèbre]
2023αλγεβρικός, ή, ό [ἀλγεβρικός] αλ-γε-βρι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με την άλγεβρα: ~ός: αριθμός/λογισμός/τύπος. ~ή: γεωμετρία/γλώσσα/εξίσωση/καμπύλη/συνάρτηση/τιμή. ~ό: άθροισμα/πρόσημο/σύνολο. ~ές: δομές. ● επίρρ.: αλγεβρικά ● ΣΥΜΠΛ.: αλγεβρική παράσταση βλ. παράσταση [< γαλλ. algébrique]
2024αλγεινός, ή, ό [ἀλγεινός] αλ-γει-νός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί πόνο, συνήθ. ψυχικό, δυσάρεστος: ~ή: αίσθηση/εικόνα/έκπληξη/εμπειρία. ~ό: αίσθημα/θέαμα (= θλιβερό). Μας δημιούργησαν/έκαναν/προκάλεσαν/προξένησαν ~ή εντύπωση όσα είδαμε και ακούσαμε. ΣΥΝ. επώδυνος (1), οδυνηρός (1) [< αρχ. ἀλγεινός]
2025άλγη[ἄλγη] άλ-γη ουσ. (θηλ.) & άλγη (τα): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτικοί οργανισμοί (φύκια και μονοκύτταρα φυτά του γλυκού νερού) που αναπτύσσονται σε υγρά μέρη, συνήθ. κατά αποικίες, τα περισσότερα από τα οποία περιέχουν χλωροφύλλη: γονίδιο της ~ης. Εμφάνιση ανεπιθύμητης ~ης σε ενυδρείο/στο χώμα. Απομακρύνω/εξαφανίζω/καταπολεμώ/περιορίζω την ~. Ψάρια που τρέφονται με ~ (βλ. γλείφτης). Βλ. κυανοβακτήρια, χλωρέλα. [< γαλλ. algue, αγγλ. alga]
2027αλγολογία[ἀλγολογία} αλ-γο-λο-γί-α: ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη του πόνου. Βλ. ινομυαλγία, -λογία. [< αγγλ. algology, γαλλ. algologie]
2028αλγοριθμικός, ή, ό [ἀλγοριθμικός] αλ-γο-ριθ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που προέρχεται, σχετίζεται ή έχει τα χαρακτηριστικά ενός αλγόριθμου: ~ός: κώδικας/συμβολισμός. ~ή: γλώσσα/δομή/πολυπλοκότητα. ~ό: μοντέλο. ~ές: συναλλαγές. [< γαλλ. algorithmique, αγγλ. algorithmic]
2029αλγόριθμος[ἀλγόριθμος] αλ-γό-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. σύνολο σαφών ενεργειών ή κανόνων, ικανών και αναγκαίων για την επίλυση προβλημάτων, μετά από επεξεργασία των δεδομένων στοιχείων: άπειροι/πεπερασμένοι ~οι. ~ κρυπτογράφησης/ταξινόμησης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. λογική σειρά πράξεων, καθορισμένων βήμα προς βήμα και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο από το υπολογιστικό σύστημα, με στόχο την επίλυση ενός προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος βλ. άπληστος [< γαλλ. algorithme, αγγλ. algorithm, 1926]
2030άλγος[ἄλγος] άλ-γος ουσ. (ουδ.) {άλγ-ους | -η, -ών} (επιστ.): σωματικός ή ψυχικός πόνος: έντονο/μετεγχειρητικό/μυϊκό/χρόνιο ~. Ο ασθενής δεν ανέφερε ~ κατά την κατάποση.|| Βιώνει έντονο ψυχικό ~. ΣΥΝ. οδύνη [< αρχ. ἄλγος]
2031αλδεΰδες[ἀλδεΰδες] αλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. στον εν. αλδεΰδη}: ΧΗΜ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις (με τύπο R-CHO) που περιέχουν καρβονύλιο και ένα άτομο υδρογόνου στο άκρο της αλυσίδας του μορίου τους. Βλ. ακεταλδεΰδη, φορμαλδεΰδη, κετόνη [< γαλλ. aldéhyde]
2032αλδεϋδικός, ή, ό [ἀλδεϋδικός] αλ-δε-ϋ-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την αλδεΰδη: ~ός: άνθρακας. ~ή: ένωση/ομάδα/ρίζα. [< γαλλ. aldéhydique]
2033αλδοστερόνη[ἀλδοστερόνη] αλ-δο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του φλοιού των επινεφριδίων που δρα στους νεφρούς και ρυθμίζει το ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών, προκαλώντας κατακράτηση νατρίου και ενισχύοντας την αποβολή καλίου: ~ ορού/ούρων. Βλ. -όνη. [< αγγλ. aldosterone, 1954, γαλλ. aldostérone, μετά το 1953]
2068αλέ-ρετούρ[ἀλέ-ρετούρ] α-λέ ρε-τούρ επίρρ. & αλερετούρ 1. μετάβαση και επιστροφή, μετ' επιστροφής: Η απόσταση/διαδρομή ~ είναι δέκα χλμ. Πβ. πήγαινε-έλα.|| (ως επίθ.) Εισιτήριο ~. 2. (κατ' επέκτ.-ως επίθ.) για οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από διπλή κατεύθυνση (προς ένα σημείο και επιστροφή από αυτό): (ΗΛΕΚΤΡ.) διακόπτης ~ (: διπλός ή εναλλαγής, καθένας από τους οποίους ανάβει τον ίδιο λαμπτήρα).|| Αυτόματη πόρτα με δυνατότητα ~ λειτουργίας (: παλινδρομική, ανοίγει και προς τις δύο διευθύνσεις). [< γαλλ. aller-retour]
2034αλέα[ἀλέα] α-λέ-α ουσ. (θηλ.): δενδροστοιχία. [< γαλλ. allée]
2035αλέγκρο[ἀλέγκρο] α-λέ-γκρο επίρρ.: ΜΟΥΣ. με ρυθμό γρήγορο, εύθυμο και ζωηρό. ΑΝΤ. λέντο ● Ουσ.: αλέγκρο (το): μουσική σύνθεση ή τμήμα της που εκτελείται στο ρυθμό αυτό: εισαγωγή και ~ για άρπα και έγχορδα. [< ιταλ. allegro]
2036αλέγρος & αλέγκρος, α, ο [ἀλέγρος] α-λέ-γρος & α-λέ-γκρος επίθ. (προφ.): ζωντανός, εύθυμος, ευχάριστος, πρόσχαρος: ~ος: τύπος/χορός. ~α: ατμόσφαιρα. ~ο: ταμπεραμέντο/τραγούδι. Κορίτσι του κεφιού, ~ο. Είναι πολύ ~ τύπος και καλαμπουρτζής. [< ιταλ. allegro]
2037αλεζουάρ[ἀλεζουάρ] α-λε-ζου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για διάνοιξη οπών: χειροκίνητο ~. ~ μηχανής. Βλ. γλύφανο, τρυπάνι. [< γαλλ. alésoir]
2038αλέθω[ἀλέθω] α-λέ-θω ρ. (μτβ.) {άλε-σα, αλέ-στηκε, αλε-στεί, -σμένος, αλέθ-οντας}: μετατρέπω κάτι σε σκόνη ή πολτό, συνήθ. με σύνθλιψη ή τριβή: Μύλος που ~ει δημητριακά/κριθάρι/σιτάρι (= αλευρόμυλος)/πιπέρι. ~σμένος: καφές. ~σμένη: καρυδόψιχα.|| ~ ελιές/κρέας/ψάρι. Τα δόντια ~ουν την τροφή (βλ. μασώ). ~σμένες: πατάτες. Πβ. κονιορτο-, πολτο-ποιώ. Βλ. τρίβω, ψιλοκόβω.|| (μτφ.) Σύστημα που ~ει (: συνθλίβει) ανθρώπους/δικαιώματα/όνειρα/συνειδήσεις. ● ΦΡ.: αλέθει η γλώσσα του/της (μτφ.-προφ.): φλυαρεί ασταμάτητα: Κοίτα πώς ~ ~: δεν σταμάτησε να μιλά από τη στιγμή που ήρθε! Πβ. η γλώσσα του/της πάει ροδάνι., ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει: για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι δεκτικός σε ή διαθέσιμος για όλα. ΣΥΝ. το στομάχι του αλέθει και πέτρες, δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει βλ. μύλος, μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) βλ. σκύλος, όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει βλ. μύλος, το στομάχι του αλέθει και πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. αλέθω]
2039αλείβωβλ. αλείφω
2040άλειμμα[ἄλειμμα] ά-λειμ-μα ουσ. (ουδ.): επάλειψη· κατ' επέκτ. παχύρρευστο συνήθ. γευστικό μείγμα που αλείφεται συχνά σε ψωμί ή φρυγανιά: ~ του ταψιού με λάδι. Μαργαρίνη για ~. Βλ. πασ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ ελιάς/μαρμελάδας/μελιού/τυριού. Βλ. ντιπ. [< αρχ. ἄλειμμα ‘(ελαιώδης) αλοιφή’]
2041αλειτούργητος, η, ο [ἀλειτούργητος] α-λει-τούρ-γη-τος επίθ. 1. που δεν παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία, δεν εκκλησιάστηκε ή δεν ευλογήθηκε: Δεν πήγε παπάς στο χωριό και οι κάτοικοι έμειναν ~οι.|| ~η: εικόνα. 2. (για ναό) που παραμένει κλειστός για πολύ καιρό, δεν λειτουργείται, που δεν εγκαινιάστηκε με Θεία Λειτουργία: ~ο κι ερειπωμένο μοναστήρι. Ο ναός έμεινε ~ μετά τον σεισμό. [< μεσν. αλειτούργητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.