| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29288 | μάνγκο | μάν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάγκο: ΒΟΤ. μεγάλος οβάλ καρπός του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Mangifera indica), που έχει κοκκινωπή ή πρασινωπή φλούδα, μεγάλο κουκούτσι και ζουμερή αρωματική πορτοκαλοκίτρινη ψίχα με ευχάριστα όξινη γεύση: παγωτό/σαλάτα/σορμπέ/τσάτνεϊ ~. Γαρίδες/κοτόπουλο με ~. Βλ. ανανάς. [< αγγλ. mango, γαλλ. mangue] | |
| 29289 | μανγκρόβιος | , α, ο μαν-γκρό-βι-ος επίθ. & (σπάν.) μαγκρόβιος: ΒΟΤ. που φυτρώνει σε παράκτιες τροπικές περιοχές, περιοδικά πλημμυρισμένες από θαλασσινό νερό και χαρακτηρίζεται από πολύ ανεπτυγμένες ρίζες: ~α: βλάστηση. ~α: δάση/δέντρα. [< αγγλ. mangrove, γαλλ. ~, 1902] | |
| 29290 | μάνδαλο | βλ. μάνταλο | |
| 29291 | μανδάμ | βλ. μαντάμ | |
| 29292 | μανδαρινικός | , ή, ό μαν-δα-ρι-νι-κός επίθ. & (προφ.) μανδαρίνικος: που σχετίζεται με τους μανδαρίνους: ~ή: κινεζική (= Μανδαρινικά). ● Ουσ.: Μανδαρινικά (τα) & Μανδαρίνικα: μία από τις επίσημες διαλέκτους της Κίνας. | |
| 29293 | μανδαρίνος | μαν-δα-ρί-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) δημόσιος υπάλληλος, σχολαστικός και τυπολάτρης, πειθήνιο όργανο των ανωτέρων του, που ενδιαφέρεται μόνο για την ικανοποίηση των προσωπικών του φιλοδοξιών και όχι για την εξυπηρέτηση των πολιτών: κυβερνητικός ~. ~ του υπουργείου. Κομματικοί/κρατικοί ~οι της δημόσιας διοίκησης. Πβ. γραφειοκράτης. 2. ΙΣΤ. υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός στην αυτοκρατορική Κίνα και Κορέα. [< γαλλ. mandarin] | |
| 29294 | μανδήλι | βλ. μαντίλι | |
| 29295 | μάνδρα | βλ. μάντρα1 | |
| 29296 | μανδραγόρας | μαν-δρα-γό-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες πολυετές φυτό της Μεσογείου και της Ν. Ασίας (επιστ. ονομασ. Mandragora officinarum) με τοξική, συνήθ. διχαλωτή ρίζα που μοιάζει με ανθρώπινο σώμα, και δηλητηριώδη σαρκώδη καρπό, γνωστό για τις ναρκωτικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες. Βλ. σερνικοβότανο. [< αρχ. μανδραγόρας, αγγλ. mandragora, γαλλ. mandragore] | |
| 29297 | μανδύας | μαν-δύ-ας ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλο κομμάτι από χοντρό ύφασμα, το οποίο στερεωνόταν στον έναν ώμο με πόρπη και το φορούσαν κατά την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα, κυρ. ως ένδειξη κατοχής αξιώματος: αυτοκρατορικός/βασιλικός ~. 2. (μτφ.) καθετί που λειτουργεί ως κάλυμμα: ~ νεφών/πάγου/χιονιού. Η επιδερμίδα είναι ένας προστατευτικός ~.|| (ΟΙΚΟΔ.) Γύψινος ~. Οπλισμός με ~α. Κατασκευή ~ών σε υποστυλώματα. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται για συγκάλυψη, απόκρυψη: ιδεολογικός ~. Κάτω από τον ~ της δημοκρατίας/της νομιμότητας. Πβ. ένδυμα. 4. ΓΕΩΛ. στρώμα του εσωτερικού της Γης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στον φλοιό και τον πυρήνα και αποτελείται κυρ. από πυριτικά πετρώματα και υλικά πλούσια σε μαγνήσιο και σίδηρο: ανώτερος (: παχύρρευστος)/κατώτερος (: σχεδόν στερεός) ~. Βλ. ασθενό-, λιθό-σφαιρα. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα ιερατικά άμφια των επισκόπων· ειδικότ. εξωτερικό πτυχωτό ένδυμα, που φοριέται κατά την άσκηση της χριστιανικής λατρείας: αρχιερατικός ~. [< 1: μτγν. μανδύας 2,4: αγγλ. mantle 3: γαλλ. manteau 5: μεσν. μανδύας] | |
| 29298 | μανεκέν | μα-νε-κέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (συνήθ. για γυναίκα) πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα την παρουσίαση νέων ενδυμάτων και αξεσουάρ σε επιδείξεις μόδας: δίμετρο/διάσημο/καλλίγραμμο/πανέμορφο ~. Ντεφιλέ/πρακτορείο/σχολή/σώμα ~. Πβ. μοντέλο.|| ~ βιτρίνας (: κούκλα). [< γαλλ. mannequin, 1907] | |
| 29299 | μανέλα | μα-νέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μανιβέλα. [< βεν. manoela] | |
| 29300 | μανές | βλ. αμανές | |
| 29301 | μανέστρα | μα-νέ-στρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κριθαράκι: χοντρή/ψιλή ~. Σούπα ~. Κοτόπουλο/μοσχάρι με ~. ● Υποκ.: μανεστράκι (το) ● ΦΡ.: χάλασε η μανέστρα (μτφ.-προφ.): έκοψε η μαγιονέζα. [< βεν. manestra] | |
| 29302 | μανέτα | μα-νέ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. λαβή, μοχλός ώθησης, ρυθμιστική βαλβίδα μηχανισμού: ~ συμπλέκτη/φρένου. Βλ. -έτα. [< γαλλ. manette] | |
| 29304 | μάνητα | μά-νη-τα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): έντονη οργή, μανία, θυμός: άγρια ~. Πβ. μήνις. Βλ. -ητα. [< μεσν. μάνητα] | |
| 29305 | μανθάνων | , ουσα, ον μαν-θά-νων επίθ./ουσ. (επίσ.): πρόσωπο που μαθαίνει. Πβ. μαθητής, σπουδαστής.|| (ως επίθ.) ~ουσα: κοινότητα. | |
| 29307 | μάνι | βλ. μάνι-μάνι | |
| 29325 | μάνι-μάνι | μά-νι επίρρ. & μάνι μάνι & μάνι (λαϊκό): πολύ βιαστικά, γρήγορα: Τέλειωσε τα μαθήματά του ~ ~. ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι, τάκα-τάκα (1) ΑΝΤ. λάου-λάου [ίσως γενοβέζικο maniman(i) 'από χέρι σε χέρι'] | |
| 13421 | μανία | , ή, ό δι-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που διαθέτει δύο πόλους: ~ός: διακόπτης/μαγνήτης. ~ή: κεραία. ~ό: καλώδιο. Βλ. μονο-, πολυ-πολικός. ΣΥΝ. δίπολος 2. (μτφ.) που συνδυάζει ή εκφράζει δύο διαμετρικά αντίθετες ή/και αντιμαχόμενες δυνάμεις ή θέσεις: ~ός: κόσμος. ~ή: αναμέτρηση/αντιπαράθεση. (ΠΟΛΙΤ.) ~ό: πολιτικό σύστημα (πβ. δικομματισμός). ● ΣΥΜΠΛ.: διπολική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική νόσος που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή μανιακών και καταθλιπτικών επεισοδίων. Βλ. κυκλοθυμία, λίθιο. ΣΥΝ. διπολικότητα (2), μανιοκατάθλιψη [< αγγλ. bipolar disorder, 1972] [< γαλλ. bipolaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ