Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [29980-30000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29273μάμπομά-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κουβανέζικος ζευγαρωτός χορός που μοιάζει με τη ρούμπα· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική. Χορεύουν στους ρυθμούς του ~. Βλ. σάλσα, σάμπα, τσα τσα (τσα). [< ισπ. mambo, αμερικ. ~, 1946, γαλλ. ~, περ. 1950]
29274μαμωνάς[μαμωνᾶς] μα-μω-νάς ουσ. (αρσ.): ο θεός του χρήματος· (μετωνυμ.-αρνητ. συνυποδ.) επιδίωξη του πλούτου και των υλικών αγαθών: στο(ν) βωμό/δούλος του ~ά. Η πλεονεξία και ο ~ διαφθείρουν τον άνθρωπο. [< μτγν. μαμωνᾶς]
29275μαν του μανουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ένας προς έναν· τρόπος άμυνας, κυρ. στο μπάσκετ και το ποδόσφαιρο, κατά τον οποίο ιδ. ένας αμυντικός παίκτης φυλάει έναν συγκεκριμένο επιθετικό: Παίζουν ~. Ξεκίνησαν με ~ στην άμυνα. Βρέθηκαν αντίπαλοι σε ~. [< αμερικ. man-to-man, 1923]
29276μανάμα-νά: μόνο στη ● ΦΡ.: ξανά μανά βλ. ξανά
29277μάναμά-να ουσ. (θηλ.) {-ες κ. -άδες (γεν. πληθ. μαν-άδων)} (προφ.) 1. μητέρα, μαμά: η ευχή/το γάλα της ~ας. Στην αγκαλιά των ~άδων τους. Βλ. μικρο~, παρα~2.|| (καταχρ.) Θετή ~ (πβ. ψυχο~).|| (ως οικ. προσφών.) ~ μου.|| (ως επιφών., με χαρακτηριστικό επιτονισμό, για την έκφραση έντονου συναισθήματος, ευχάριστου ή δυσάρεστου) Ω, ρε ~ μου!/οχ, ~ μου!|| (χιουμορ.-ειρων.) Πολύ έξυπνο σε γέννησε η ~ σου. Έχει κι άλλον η ~ σου σαν και σένα;|| (μτφ.) Η ~-γη. 2. (σε ομαδικά παιδικά παιχνίδια) αρχηγός ή βασικός παίκτης· (σε τυχερά παιχνίδια, κυρ. χαρτοπαίγνια) κάσα, μπάνκα· (στο τάβλι) η θέση εκκίνησης και το πούλι που βρίσκεται εκεί. ● Υποκ.: μανίτσα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1., μανουλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: η μάνα του λόχου (σπάν.-μτφ.): μέλος μιας ομάδας το οποίο μεριμνά για τα υπόλοιπα. ● ΦΡ.: από τη μάνα του (μτφ.-προφ.): (σε κατασκευή ή μηχανή) για κάτι που υπάρχει εξαρχής: λάστιχο ελαττωματικό/μηχάνημα προβληματικό ~ ~. Το αμάξι ~ ~ διέθετε αερόσακο. Πβ. μαμίσιος. , από την κοιλιά/από το βυζί της μάνας του (μτφ.-προφ.): από πολύ μικρή ηλικία., κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα παιδιά ακολουθούν τα χνάρια των γονιών τους: Είναι το ίδιο ψεύτης με τον πατέρα του. Καλά λένε ~ ~! Πβ. το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει., μάνα είναι μόνο μία & μάνα υπάρχει μόνο μία: για να δηλωθεί η μοναδικότητα της μητέρας., μάνα, γιατί με γέννησες; (προφ.): ως έκφραση απελπισίας, απόγνωσης ή γενικότ. πολύ δυσάρεστου συναισθήματος., μου ζητάει κάποιος τη μάνα και τον πατέρα (προφ.): έχει υπερβολικές απαιτήσεις από μένα., να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει (προφ.-επιτατ.): για να δηλωθεί ότι κάποιο φαγητό ή γλυκό είναι πάρα πολύ νόστιμο., ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του (μειωτ.-καθ' υπερβολήν): για να δηλωθεί ότι οι άνθρωποι μιας ομάδας ή ενός χώρου δεν έχουν ηθικούς φραγμούς: Η χειρότερη γειτονιά· εκεί ~ ~., όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της & όπως με γέννησε η μάνα μου: ολόγυμνος/-η: Εμφανίζεται/πόζαρε/φωτογραφήθηκε ~ ~., ούτε η μάνα που τον γέννησε (προφ.-εμφατ.): ούτε η ίδια του η μάνα: Δεν τον ξέρει καλά ~ ~., πίσω από τα φουστάνια/την ποδιά της μάνας (μτφ.-προφ.): για κάποιον που δεν έχει ανεξαρτητοποιηθεί: Είναι/κρύβεται/τρέχει ~ ~ του/της., πουλάει και τη μάνα του (μειωτ.-καθ' υπερβολή): για κάποιον που θεωρείται ικανός να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσο, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: Για τα λεφτά ~ ~. Για να νικήσει, μπορεί να ~ήσει ~., χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) (μτφ.-συχνά χιουμορ.): για κοσμοσυρροή ή σύγχυση: Εδώ μέσα ~ ~!, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, για την ψυχή της μάνας μου βλ. ψυχή, είναι μανούλα σε ... βλ. μανούλα, και το λουρί της μάνας βλ. λουρί, λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα βλ. σκοτώνω, παιδί της μάνας/του πατέρα του βλ. παιδί, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο βλ. διάβολος [< μεσν. μάννα]
44376Μαναβη

ρι-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ρίμαρ-α}: συνθέτω ρίμες, ομοιοκατάληκτους στίχους. ● ριμάρει: ομοιοκαταληκτεί. [< ιταλ. rimare]

29280μανάβης, μανάβισσαμα-νά-βης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος μανάβικου. ΣΥΝ. λαχανοπώλης, οπωροπώλης [< τουρκ. manav]
29281μαναβικήμα-να-βι-κή ουσ. (θηλ.): επαγγελματική ενασχόληση του μανάβη. ● ΣΥΜΠΛ.: είδη μαναβικής: φρούτα και λαχανικά που πωλούνται συνήθ. σε μανάβικο.
29282μανάβικομα-νά-βι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ή ειδικός χώρος αγοράς όπου πωλούνται είδη μαναβικής. ΣΥΝ. οπωροπωλείο
29283μανάλιβλ. μανουάλι
29284μανάριμα-νά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-συνήθ. ως οικ. προσφών.) για αγαπημένο ή ποθητό πρόσωπο: ~ μου εσύ! 2. (λαϊκό) ζώο, συνήθ. αρνί, που έχει τραφεί καλά και προορίζεται για σφαγή. Πβ. θρεφτάρι. ● Υποκ.: μαναράκι (το) ● Μεγεθ.: μανάρα (η) [< βλάχικο mânar]
29285μανατζάρωμα-να-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {μανατζάρισα} (προφ.): κάνω τον μάνατζερ· κατ' επέκτ. ελέγχω, διευθύνω: ~ μια εταιρεία/καλλιτέχνες/ένα συγκρότημα. ~ και προμοτάρω (κάποιον). Πβ. κουμαντάρω.
29286μάνατζερμά-να-τζερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. ανώτατο στέλεχος επιχείρησης που οργανώνει, διευθύνει και ελέγχει τις δραστηριότητές της κατά τομέα ή στο σύνολό τους: επιτυχημένος/ικανός/μάρκετινγκ ~. ~ εστιατορίου. Πβ. διευθυντής. 2. πρόσωπο υπεύθυνο για τις επαγγελματικές και οικονομικές υποθέσεις καλλιτέχνη ή αθλητή: ~ του συγκροτήματος/τραγουδιστή.|| (ειδικότ.) Τεχνικός/τιμ ~. Βλ. κυνηγός ταλέντων. ΣΥΝ. ατζέντης, ιμπρεσάριος [< αγγλ. manager, γαλλ. manage(u)r]
29287μάνατζμεντμά-να-τζμεντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. διοίκηση επιχειρήσεων: δημόσιο/μάρκετινγκ/στρατηγικό/χρηματοοικονομικό ~. Μαθήματα ~. [< αγγλ. management, 1906, γαλλ. ~, 1921]
29288μάνγκομάν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάγκο: ΒΟΤ. μεγάλος οβάλ καρπός του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Mangifera indica), που έχει κοκκινωπή ή πρασινωπή φλούδα, μεγάλο κουκούτσι και ζουμερή αρωματική πορτοκαλοκίτρινη ψίχα με ευχάριστα όξινη γεύση: παγωτό/σαλάτα/σορμπέ/τσάτνεϊ ~. Γαρίδες/κοτόπουλο με ~. Βλ. ανανάς. [< αγγλ. mango, γαλλ. mangue]
29289μανγκρόβιος, α, ο μαν-γκρό-βι-ος επίθ. & (σπάν.) μαγκρόβιος: ΒΟΤ. που φυτρώνει σε παράκτιες τροπικές περιοχές, περιοδικά πλημμυρισμένες από θαλασσινό νερό και χαρακτηρίζεται από πολύ ανεπτυγμένες ρίζες: ~α: βλάστηση. ~α: δάση/δέντρα. [< αγγλ. mangrove, γαλλ. ~, 1902]
29290μάνδαλοβλ. μάνταλο
29291μανδάμβλ. μαντάμ
29292μανδαρινικός, ή, ό μαν-δα-ρι-νι-κός επίθ. & (προφ.) μανδαρίνικος: που σχετίζεται με τους μανδαρίνους: ~ή: κινεζική (= Μανδαρινικά). ● Ουσ.: Μανδαρινικά (τα) & Μανδαρίνικα: μία από τις επίσημες διαλέκτους της Κίνας.
29293μανδαρίνοςμαν-δα-ρί-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) δημόσιος υπάλληλος, σχολαστικός και τυπολάτρης, πειθήνιο όργανο των ανωτέρων του, που ενδιαφέρεται μόνο για την ικανοποίηση των προσωπικών του φιλοδοξιών και όχι για την εξυπηρέτηση των πολιτών: κυβερνητικός ~. ~ του υπουργείου. Κομματικοί/κρατικοί ~οι της δημόσιας διοίκησης. Πβ. γραφειοκράτης. 2. ΙΣΤ. υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός στην αυτοκρατορική Κίνα και Κορέα. [< γαλλ. mandarin]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.