| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29308 | μανία | μα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. υπερβολικά έντονη επιθυμία για κάτι, με αποτέλεσμα τη συνεχή ενασχόληση με αυτό, πάθος, τρέλα: ~ για αγορές/με τα σπορ. Βλ. βιβλιο~, γραφο~. ΣΥΝ. κόλλημα (1), λόξα (1), ψύχωση (1) 2. μένος, λύσσα: η εκδικητική ~ των εξαγριωμένων. Πβ. αλλοφροσύνη. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική ψυχοπνευματική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερδραστηριότητα, υπέρμετρο ενθουσιασμό, διαταραγμένες σκέψεις και γενικότ. αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς. Πβ. έμμονη ιδέα, μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Βλ. ιδεοληψία, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη ● ΦΡ.: μετά μανίας: με πολύ μεγάλο και έντονο ζήλο: Κατεβάζει ~ ~ προγράμματα από το ίντερνετ., πυρ και μανία βλ. πυρ [< αρχ. μανία, γαλλ. manie, αγγλ. mania] | |
| 58793 | μανία | ||
| 29310 | μανιάζω | μα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {μάνια-σε, -σμένος} (κυρ. λογοτ.): καταλαμβάνομαι από μανία, εξοργίζομαι, παραφέρομαι: ~σε μόλις το άκουσε. Πβ. αφην-, σκυλ-, φρεν-ιάζω, εξαγριώνω. ΣΥΝ. μανίζω ● μανιάζει: (μτφ.-κυρ. για φυσικά φαινόμενα) λυσσομανά: ~ ο άνεμος. Πβ. μαίνεται. [< μεσν. μανιάζω] | |
| 29311 | μανιακός | , ή, ό μα-νι-α-κός επίθ./ουσ. 1. που διακατέχεται από έντονη ανάγκη εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης επιθυμίας του: ~ του τζόγου. ~ή με την καθαριότητα.|| (ως ουσ.) Έγραφε όλη νύχτα σαν ~. Πβ. παθιασμένος, τρελός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από μανία: ~ός: δολοφόνος. ~ή: συμπεριφορά. ~ό: επεισόδιο.|| (ως ουσ.) Της επιτέθηκε ένας ~. Πβ. ψυχοπαθής. [< πβ. μτγν. μανικός, γαλλ. maniaque, αγγλ. mani(a)c] | |
| 29312 | μανιασμένος | , η, ο μα-νια-σμέ-νος επίθ. (κυρ. λογοτ.): εξαγριωμένος, θυμωμένος: ~η: επίθεση. ~ο: πλήθος (= εξοργισμένο). Πήγαινε πάνω-κάτω/φώναζε ~.|| (μτφ.) ~ος: άνεμος. ~η: θύελλα. ~α: κύματα. ● επίρρ.: μανιασμένα [< μεσν. μανιασμένος] | |
| 29313 | μανιάτικος | , η, ο μα-νιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Μάνη ή/και τους Μανιάτες. ● ΦΡ.: το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) βλ. κρατώ [< μεσν. Μανιάτικος] | |
| 29314 | μανιβέλα | μα-νι-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός με λαβή ή βραχίονα που συνδέεται κάθετα με έναν άξονα και χρησιμεύει στη μετάδοση κίνησης για την περιστροφή χειροκίνητου μηχανισμού ή τη λειτουργία κινητήρα: ~ βαρούλκου.|| (παλαιότ.) ~ αυτοκινήτου. ΣΥΝ. μανέλα [< γαλλ. manivelle] | |
| 29315 | μανιέρα | μα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτηριστικός και τυποποιημένος τρόπος έκφρασης ενός καλλιτέχνη ή μιας καλλιτεχνικής σχολής, τεχνοτροπία· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) έλλειψη πρωτοτυπίας και φυσικότητας: σκηνοθετική ~. Κλισέ/στιλ και ~ες. Πβ. στιλιζάρισμα, τυποποίηση. ΣΥΝ. μανιερισμός (2) [< μεσν. μανιέρα ‘τρόπος, μέθοδος’, ιταλ. maniera] | |
| 29316 | μανιερισμός | μα-νιε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα που αναπτύχθηκε κατά τον 16ο και 17ο αι. κυρ. στην Ιταλία και χαρακτηρίζεται από εκλεπτυσμένο ύφος, επιτηδευμένη έκφραση και υπερβολικά παραμορφωμένες φιγούρες. Βλ. αναγέννηση, μπαρόκ. 2. μανιέρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. maniérisme] | |
| 29317 | μανίζω | μα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μάνι-σε, -σμένος} (διαλεκτ.-λογοτ.): μανιάζω. [< μεσν. μανίζω] | |
| 29318 | μάνικα | μά-νι-κα ουσ. (θηλ.): φορητός και εύκαμπτος σωλήνας, συνήθ. από πλαστικό ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται ως αγωγός νερού: πυροσβεστική ~. ~ κήπου. Πβ. υδροσωλήνας. [< μεσν. μάνικα 'σιδερένια θωράκιση πολεμιστή', ιταλ. manica] | |
| 29319 | μανικέτι | μα-νι-κέ-τι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.) 1. μανσέτα. 2. μανικετόκουμπο. [< ιταλ. manichetto] | |
| 29320 | μανικετόκουμπα | μα-νι-κε-τό-κου-μπα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μανικετόκουμπο}: ανδρικά αξεσουάρ που κουμπώνουν τις μανσέτες πουκαμίσου: διακριτικά/χρυσά ~. Ένα ζευγάρι ~. ΣΥΝ. μανικέτι (2), ξενόκουμπα | |
| 29321 | μανίκι | μα-νί-κι ουσ. (ουδ.) {μανικ-ιού} 1. καθένα από τα δύο τμήματα ενδύματος που καλύπτουν ολόκληρα τα χέρια ή μέρος τους: κοντό ~. Τελείωμα ~ιού. Μπλούζα με μακριά/φαρδιά ~ια. Φόρεμα χωρίς ~ια. Δαντελωτά/στενά/φουσκωτά ~ια. Τα ~ια του παλτού/πουκαμίσου/σακακιού. Μπουφάν με αποσπώμενα ~ια. Βουτάω/τραβάω (κάποιον) από το ~. Έχει γαλόνια αξιωματικού στα ~ια. 2. (αργκό) για οποιαδήποτε δύσκολη και ζόρικη κατάσταση: μεγάλο ~ η όλη διαδικασία/η υπόθεση. Είναι ~ να εγκαταστήσεις το πρόγραμμα. Μιλάμε για πολύ ~. ΣΥΝ. αγγούρι (2), ζόρι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. (μτφ.-αργκό) συνουσία. ● ΦΡ.: σηκώνω τα μανίκια (συνήθ. μτφ.): είμαι απόλυτα έτοιμος για κάτι, συνήθ. για εργασία: ~σε ~ και ξεκίνησε να δουλεύει. Πβ. ανασκουμπώνομαι., άσος στο μανίκι βλ. άσος [< μεσν. μανίκι(ο)ν < μεσν. λατ. manicium] | |
| 29322 | μανικιούρ | μα-νι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αισθητική περιποίηση των χεριών, κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. ονυχοπλαστική, πεντικιούρ. 2. (συνεκδ.) περιποιημένα νύχια: κομψό/τέλειο ~.|| (ειρων.) Σιγά μη σπάσει/χαλάσει το ~! [< γαλλ. manucure, 1967, αγγλ. manicure] | |
| 29323 | μανικιουρίστας, μανικιουρίστα | μα-νι-κιου-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στο θηλ.} & μανικιουρίστ: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το μανικιούρ. Βλ. πεντικιουρίστας. [< γαλλ. manucuriste, manicuriste, αγγλ. manicurist] | |
| 29324 | μανικοκόλληση | μα-νι-κο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): σύνδεση του μανικιού με το υπόλοιπο ένδυμα· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σημείο του ρούχου: ρεγκλάν ~. | |
| 29326 | μανιόκα | μα-νιό-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Manihot esculenta), η ρίζα του οποίου παράγει κυρ. θρεπτικό άμυλο, την ταπιόκα· συνεκδ. το σαρκώδες, εδώδιμο ρίζωμά του. [< γαλλ. manioc] | |
| 29327 | μανιοκαταθλιπτικός | , ή, ό μα-νι-ο-κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μανιοκατάθλιψη: ~ή: διαταραχή (= διπολική)/ψύχωση.|| (ως ουσ.) Φάρμακα για ~ούς και ψυχασθενείς. [< αγγλ. manic-depressive, 1902, γαλλ. maniacodépressif, 1901] | |
| 29328 | μανιοκατάθλιψη | μα-νι-ο-κα-τά-θλι-ψη ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. διπολική διαταραχή. Βλ. κυκλοθυμία. [< αγγλ. manic depression, 1904] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ