Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30000-30020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29294μανδήλιβλ. μαντίλι
29295μάνδραβλ. μάντρα1
29296μανδραγόραςμαν-δρα-γό-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες πολυετές φυτό της Μεσογείου και της Ν. Ασίας (επιστ. ονομασ. Mandragora officinarum) με τοξική, συνήθ. διχαλωτή ρίζα που μοιάζει με ανθρώπινο σώμα, και δηλητηριώδη σαρκώδη καρπό, γνωστό για τις ναρκωτικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες. Βλ. σερνικοβότανο. [< αρχ. μανδραγόρας, αγγλ. mandragora, γαλλ. mandragore]
29297μανδύαςμαν-δύ-ας ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλο κομμάτι από χοντρό ύφασμα, το οποίο στερεωνόταν στον έναν ώμο με πόρπη και το φορούσαν κατά την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα, κυρ. ως ένδειξη κατοχής αξιώματος: αυτοκρατορικός/βασιλικός ~. 2. (μτφ.) καθετί που λειτουργεί ως κάλυμμα: ~ νεφών/πάγου/χιονιού. Η επιδερμίδα είναι ένας προστατευτικός ~.|| (ΟΙΚΟΔ.) Γύψινος ~. Οπλισμός με ~α. Κατασκευή ~ών σε υποστυλώματα. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται για συγκάλυψη, απόκρυψη: ιδεολογικός ~. Κάτω από τον ~ της δημοκρατίας/της νομιμότητας. Πβ. ένδυμα. 4. ΓΕΩΛ. στρώμα του εσωτερικού της Γης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στον φλοιό και τον πυρήνα και αποτελείται κυρ. από πυριτικά πετρώματα και υλικά πλούσια σε μαγνήσιο και σίδηρο: ανώτερος (: παχύρρευστος)/κατώτερος (: σχεδόν στερεός) ~. Βλ. ασθενό-, λιθό-σφαιρα. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα ιερατικά άμφια των επισκόπων· ειδικότ. εξωτερικό πτυχωτό ένδυμα, που φοριέται κατά την άσκηση της χριστιανικής λατρείας: αρχιερατικός ~. [< 1: μτγν. μανδύας 2,4: αγγλ. mantle 3: γαλλ. manteau 5: μεσν. μανδύας]
29298μανεκένμα-νε-κέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (συνήθ. για γυναίκα) πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα την παρουσίαση νέων ενδυμάτων και αξεσουάρ σε επιδείξεις μόδας: δίμετρο/διάσημο/καλλίγραμμο/πανέμορφο ~. Ντεφιλέ/πρακτορείο/σχολή/σώμα ~. Πβ. μοντέλο.|| ~ βιτρίνας (: κούκλα). [< γαλλ. mannequin, 1907]
29299μανέλαμα-νέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μανιβέλα. [< βεν. manoela]
29300μανέςβλ. αμανές
29301μανέστραμα-νέ-στρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κριθαράκι: χοντρή/ψιλή ~. Σούπα ~. Κοτόπουλο/μοσχάρι με ~. ● Υποκ.: μανεστράκι (το) ● ΦΡ.: χάλασε η μανέστρα (μτφ.-προφ.): έκοψε η μαγιονέζα. [< βεν. manestra]
29302μανέταμα-νέ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. λαβή, μοχλός ώθησης, ρυθμιστική βαλβίδα μηχανισμού: ~ συμπλέκτη/φρένου. Βλ. -έτα. [< γαλλ. manette]
29304μάνηταμά-νη-τα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): έντονη οργή, μανία, θυμός: άγρια ~. Πβ. μήνις. Βλ. -ητα. [< μεσν. μάνητα]
29305μανθάνων, ουσα, ον μαν-θά-νων επίθ./ουσ. (επίσ.): πρόσωπο που μαθαίνει. Πβ. μαθητής, σπουδαστής.|| (ως επίθ.) ~ουσα: κοινότητα.
29307μάνιβλ. μάνι-μάνι
29325μάνι-μάνιμά-νι επίρρ. & μάνι μάνι & μάνι (λαϊκό): πολύ βιαστικά, γρήγορα: Τέλειωσε τα μαθήματά του ~ ~. ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι, τάκα-τάκα (1) ΑΝΤ. λάου-λάου [ίσως γενοβέζικο maniman(i) 'από χέρι σε χέρι']
13421μανία

, ή, ό δι-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που διαθέτει δύο πόλους: ~ός: διακόπτης/μαγνήτης. ~ή: κεραία. ~ό: καλώδιο. Βλ. μονο-, πολυ-πολικός. ΣΥΝ. δίπολος 2. (μτφ.) που συνδυάζει ή εκφράζει δύο διαμετρικά αντίθετες ή/και αντιμαχόμενες δυνάμεις ή θέσεις: ~ός: κόσμος. ~ή: αναμέτρηση/αντιπαράθεση. (ΠΟΛΙΤ.) ~ό: πολιτικό σύστημα (πβ. δικομματισμός). ● ΣΥΜΠΛ.: διπολική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική νόσος που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή μανιακών και καταθλιπτικών επεισοδίων. Βλ. κυκλοθυμία, λίθιο. ΣΥΝ. διπολικότητα (2), μανιοκατάθλιψη [< αγγλ. bipolar disorder, 1972] [< γαλλ. bipolaire]

29308μανίαμα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. υπερβολικά έντονη επιθυμία για κάτι, με αποτέλεσμα τη συνεχή ενασχόληση με αυτό, πάθος, τρέλα: ~ για αγορές/με τα σπορ. Βλ. βιβλιο~, γραφο~. ΣΥΝ. κόλλημα (1), λόξα (1), ψύχωση (1) 2. μένος, λύσσα: η εκδικητική ~ των εξαγριωμένων. Πβ. αλλοφροσύνη. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική ψυχοπνευματική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερδραστηριότητα, υπέρμετρο ενθουσιασμό, διαταραγμένες σκέψεις και γενικότ. αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς. Πβ. έμμονη ιδέα, μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Βλ. ιδεοληψία, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη ● ΦΡ.: μετά μανίας: με πολύ μεγάλο και έντονο ζήλο: Κατεβάζει ~ ~ προγράμματα από το ίντερνετ., πυρ και μανία βλ. πυρ [< αρχ. μανία, γαλλ. manie, αγγλ. mania]
58793μανία
29310μανιάζωμα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {μάνια-σε, -σμένος} (κυρ. λογοτ.): καταλαμβάνομαι από μανία, εξοργίζομαι, παραφέρομαι: ~σε μόλις το άκουσε. Πβ. αφην-, σκυλ-, φρεν-ιάζω, εξαγριώνω. ΣΥΝ. μανίζω ● μανιάζει: (μτφ.-κυρ. για φυσικά φαινόμενα) λυσσομανά: ~ ο άνεμος. Πβ. μαίνεται. [< μεσν. μανιάζω]
29311μανιακός, ή, ό μα-νι-α-κός επίθ./ουσ. 1. που διακατέχεται από έντονη ανάγκη εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης επιθυμίας του: ~ του τζόγου. ~ή με την καθαριότητα.|| (ως ουσ.) Έγραφε όλη νύχτα σαν ~. Πβ. παθιασμένος, τρελός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από μανία: ~ός: δολοφόνος. ~ή: συμπεριφορά. ~ό: επεισόδιο.|| (ως ουσ.) Της επιτέθηκε ένας ~. Πβ. ψυχοπαθής. [< πβ. μτγν. μανικός, γαλλ. maniaque, αγγλ. mani(a)c]
29312μανιασμένος, η, ο μα-νια-σμέ-νος επίθ. (κυρ. λογοτ.): εξαγριωμένος, θυμωμένος: ~η: επίθεση. ~ο: πλήθος (= εξοργισμένο). Πήγαινε πάνω-κάτω/φώναζε ~.|| (μτφ.) ~ος: άνεμος. ~η: θύελλα. ~α: κύματα. ● επίρρ.: μανιασμένα [< μεσν. μανιασμένος]
29313μανιάτικος, η, ο μα-νιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Μάνη ή/και τους Μανιάτες. ● ΦΡ.: το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) βλ. κρατώ [< μεσν. Μανιάτικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.