Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30020-30040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29314μανιβέλαμα-νι-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός με λαβή ή βραχίονα που συνδέεται κάθετα με έναν άξονα και χρησιμεύει στη μετάδοση κίνησης για την περιστροφή χειροκίνητου μηχανισμού ή τη λειτουργία κινητήρα: ~ βαρούλκου.|| (παλαιότ.) ~ αυτοκινήτου. ΣΥΝ. μανέλα [< γαλλ. manivelle]
29315μανιέραμα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτηριστικός και τυποποιημένος τρόπος έκφρασης ενός καλλιτέχνη ή μιας καλλιτεχνικής σχολής, τεχνοτροπία· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) έλλειψη πρωτοτυπίας και φυσικότητας: σκηνοθετική ~. Κλισέ/στιλ και ~ες. Πβ. στιλιζάρισμα, τυποποίηση. ΣΥΝ. μανιερισμός (2) [< μεσν. μανιέρα ‘τρόπος, μέθοδος’, ιταλ. maniera]
29316μανιερισμόςμα-νιε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα που αναπτύχθηκε κατά τον 16ο και 17ο αι. κυρ. στην Ιταλία και χαρακτηρίζεται από εκλεπτυσμένο ύφος, επιτηδευμένη έκφραση και υπερβολικά παραμορφωμένες φιγούρες. Βλ. αναγέννηση, μπαρόκ. 2. μανιέρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. maniérisme]
29317μανίζωμα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μάνι-σε, -σμένος} (διαλεκτ.-λογοτ.): μανιάζω. [< μεσν. μανίζω]
29318μάνικαμά-νι-κα ουσ. (θηλ.): φορητός και εύκαμπτος σωλήνας, συνήθ. από πλαστικό ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται ως αγωγός νερού: πυροσβεστική ~. ~ κήπου. Πβ. υδροσωλήνας. [< μεσν. μάνικα 'σιδερένια θωράκιση πολεμιστή', ιταλ. manica]
29319μανικέτιμα-νι-κέ-τι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.) 1. μανσέτα. 2. μανικετόκουμπο. [< ιταλ. manichetto]
29320μανικετόκουμπαμα-νι-κε-τό-κου-μπα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μανικετόκουμπο}: ανδρικά αξεσουάρ που κουμπώνουν τις μανσέτες πουκαμίσου: διακριτικά/χρυσά ~. Ένα ζευγάρι ~. ΣΥΝ. μανικέτι (2), ξενόκουμπα
29321μανίκιμα-νί-κι ουσ. (ουδ.) {μανικ-ιού} 1. καθένα από τα δύο τμήματα ενδύματος που καλύπτουν ολόκληρα τα χέρια ή μέρος τους: κοντό ~. Τελείωμα ~ιού. Μπλούζα με μακριά/φαρδιά ~ια. Φόρεμα χωρίς ~ια. Δαντελωτά/στενά/φουσκωτά ~ια. Τα ~ια του παλτού/πουκαμίσου/σακακιού. Μπουφάν με αποσπώμενα ~ια. Βουτάω/τραβάω (κάποιον) από το ~. Έχει γαλόνια αξιωματικού στα ~ια. 2. (αργκό) για οποιαδήποτε δύσκολη και ζόρικη κατάσταση: μεγάλο ~ η όλη διαδικασία/η υπόθεση. Είναι ~ να εγκαταστήσεις το πρόγραμμα. Μιλάμε για πολύ ~. ΣΥΝ. αγγούρι (2), ζόρι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. (μτφ.-αργκό) συνουσία. ● ΦΡ.: σηκώνω τα μανίκια (συνήθ. μτφ.): είμαι απόλυτα έτοιμος για κάτι, συνήθ. για εργασία: ~σε ~ και ξεκίνησε να δουλεύει. Πβ. ανασκουμπώνομαι., άσος στο μανίκι βλ. άσος [< μεσν. μανίκι(ο)ν < μεσν. λατ. manicium]
29322μανικιούρμα-νι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αισθητική περιποίηση των χεριών, κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. ονυχοπλαστική, πεντικιούρ. 2. (συνεκδ.) περιποιημένα νύχια: κομψό/τέλειο ~.|| (ειρων.) Σιγά μη σπάσει/χαλάσει το ~! [< γαλλ. manucure, 1967, αγγλ. manicure]
29323μανικιουρίστας, μανικιουρίσταμα-νι-κιου-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στο θηλ.} & μανικιουρίστ: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το μανικιούρ. Βλ. πεντικιουρίστας. [< γαλλ. manucuriste, manicuriste, αγγλ. manicurist]
29324μανικοκόλλησημα-νι-κο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): σύνδεση του μανικιού με το υπόλοιπο ένδυμα· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σημείο του ρούχου: ρεγκλάν ~.
29326μανιόκαμα-νιό-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Manihot esculenta), η ρίζα του οποίου παράγει κυρ. θρεπτικό άμυλο, την ταπιόκα· συνεκδ. το σαρκώδες, εδώδιμο ρίζωμά του. [< γαλλ. manioc]
29327μανιοκαταθλιπτικός, ή, ό μα-νι-ο-κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μανιοκατάθλιψη: ~ή: διαταραχή (= διπολική)/ψύχωση.|| (ως ουσ.) Φάρμακα για ~ούς και ψυχασθενείς. [< αγγλ. manic-depressive, 1902, γαλλ. maniacodépressif, 1901]
29328μανιοκατάθλιψημα-νι-ο-κα-τά-θλι-ψη ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. διπολική διαταραχή. Βλ. κυκλοθυμία. [< αγγλ. manic depression, 1904]
29329μάνιουαλμά-νιου-αλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βιβλίο οδηγιών χρήσης αντικειμένου: ελληνικό ~. Διαβάζω το/ψάχνω στο ~. Πβ. εγχειρίδιο. [< αγγλ. manual]
29330μανιπουλάρισμαμα-νι-που-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & μανιπιουλάρισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μανιπουλάρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. χειραγώγηση
29331μανιπουλάρωμα-νι-που-λά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} & μανιπιουλάρω (προφ.): χειραγωγώ: Επιτήδειοι ~ουν την κοινή γνώμη. [< ιταλ. manipolare]
29332μανιτάριμα-νι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μανιταρ-ιού | -ιών} 1. το ορατό αναπαραγωγικό μέρος ορισμένων μυκήτων, συνήθ. με χαρακτηριστική κορυφή σε σχήμα ομπρέλας και κοντό μίσχο χωρίς φύλλα ή άνθη, που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα σε υγρά κυρ. εδάφη· συνεκδ. το εδώδιμο τμήμα του: κοινό (επιστ. ονομασ. Agaricus bisporus)/άγριο/δηλητηριώδες/ ~. Αποξηραμένα/καλλιεργημένα/παραισθησιογόνα/φαρμακευτικά ~ια. Το καπέλο του ~ιού. Βλ. αγαρικό.|| Γεμιστά ~ια. Μακαρόνια με σάλτσα ~ια. ~ια πλευρώτους/πορτομπέλο. Βλ. γανόδερμα, καλογεράκι, τρούφα. 2. (μτφ.) σύννεφο καπνού με αντίστοιχη μορφή, που προκαλείται από έκρηξη ατομικής βόμβας· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μοιάζει με μανιτάρι. ● Υποκ.: μανιταράκι (το) ● ΦΡ.: (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια & ξεπετάγονται σαν (τα) μανιτάρια: (για πράγματα του ίδιου είδους) δημιουργούνται με ταχύτατους ρυθμούς, εμφανίζονται μαζικά: Τα εμπορικά κέντρα ~ ~ στις μεγαλουπόλεις. [< 1: μεσν. αμανιτάριν, μανιτάρι(ον) < αρχ. ἀμανίτης 2: αγγλ. mushroom cloud, 1958]
29333μανιταρόπιταμα-νι-τα-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με μανιτάρια. Βλ. -πιτα.
29334μανιταρόσουπαμα-νι-τα-ρό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από μανιτάρια: ~ με ρύζι. Βλ. -σουπα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.