| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29329 | μάνιουαλ | μά-νιου-αλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βιβλίο οδηγιών χρήσης αντικειμένου: ελληνικό ~. Διαβάζω το/ψάχνω στο ~. Πβ. εγχειρίδιο. [< αγγλ. manual] | |
| 29330 | μανιπουλάρισμα | μα-νι-που-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & μανιπιουλάρισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μανιπουλάρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. χειραγώγηση | |
| 29331 | μανιπουλάρω | μα-νι-που-λά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} & μανιπιουλάρω (προφ.): χειραγωγώ: Επιτήδειοι ~ουν την κοινή γνώμη. [< ιταλ. manipolare] | |
| 29332 | μανιτάρι | μα-νι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μανιταρ-ιού | -ιών} 1. το ορατό αναπαραγωγικό μέρος ορισμένων μυκήτων, συνήθ. με χαρακτηριστική κορυφή σε σχήμα ομπρέλας και κοντό μίσχο χωρίς φύλλα ή άνθη, που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα σε υγρά κυρ. εδάφη· συνεκδ. το εδώδιμο τμήμα του: κοινό (επιστ. ονομασ. Agaricus bisporus)/άγριο/δηλητηριώδες/ ~. Αποξηραμένα/καλλιεργημένα/παραισθησιογόνα/φαρμακευτικά ~ια. Το καπέλο του ~ιού. Βλ. αγαρικό.|| Γεμιστά ~ια. Μακαρόνια με σάλτσα ~ια. ~ια πλευρώτους/πορτομπέλο. Βλ. γανόδερμα, καλογεράκι, τρούφα. 2. (μτφ.) σύννεφο καπνού με αντίστοιχη μορφή, που προκαλείται από έκρηξη ατομικής βόμβας· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μοιάζει με μανιτάρι. ● Υποκ.: μανιταράκι (το) ● ΦΡ.: (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια & ξεπετάγονται σαν (τα) μανιτάρια: (για πράγματα του ίδιου είδους) δημιουργούνται με ταχύτατους ρυθμούς, εμφανίζονται μαζικά: Τα εμπορικά κέντρα ~ ~ στις μεγαλουπόλεις. [< 1: μεσν. αμανιτάριν, μανιτάρι(ον) < αρχ. ἀμανίτης 2: αγγλ. mushroom cloud, 1958] | |
| 29333 | μανιταρόπιτα | μα-νι-τα-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με μανιτάρια. Βλ. -πιτα. | |
| 29334 | μανιταρόσουπα | μα-νι-τα-ρό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από μανιτάρια: ~ με ρύζι. Βλ. -σουπα. | |
| 29335 | μανιτόλη | μα-νι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλική υδατοδιαλυτή αλκοόλη (σύμβ. C6H14O6) που απαντά σε φυτά, κυρ. στο μάννα, και χρησιμοποιείται ως διαιτητικό συμπλήρωμα ή ως γλυκαντική ουσία. Βλ. -όλη. [< γαλλ. mannitol, 1924, αγγλ. ~] | |
| 29336 | μανιτού | μα-νι-τού ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. υπερφυσική δύναμη· ειδικότ. πνεύμα του καλού ή του κακού, το οποίο ενσαρκωνόταν σε άψυχα ή έμψυχα όντα, σύμφωνα με τις θρησκευτικές δοξασίες ινδιάνικων φυλών της Β. Αμερικής: ο Μεγάλος ~. [< γαλλ.-αγγλ. manitou] | |
| 29337 | μανιφέστο | μα-νι-φέ-στο ουσ. (ουδ.): γραπτή δημόσια διακήρυξη θεμελιωδών αρχών ή προθέσεων, κυρ. πολιτικής, κοινωνικής ή καλλιτεχνικής φύσης: εκλογικό/επαναστατικό/ιδεολογικό/ιδρυτικό/κομμουνιστικό/πολιτικό ~. Το ~ του υπερρεαλισμού. Πβ. προκήρυξη. [< μεσν. μανιφέστο < ιταλ. manifesto, γαλλ. manifeste] | |
| 29338 | μανιχαϊσμός | μα-νι-χα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Μ) θρήσκευμα το οποίο ιδρύθηκε από τον Μάνη (Μανιχαίο) κατά τον 3ο αι. μ.Χ, συνδύαζε βουδιστικά, χριστιανικά και ζωροαστρικά στοιχεία και υποστήριζε τη δυϊστική κοσμική αντίληψη περί αιώνιας πάλης μεταξύ καλού και κακού, φωτός και σκότους. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε θεωρία ή άποψη που δέχεται ότι η πραγματικότητα προσδιορίζεται από δύο αντίθετες αρχές: ιδεολογικός ~. [< μτγν. Μανιχαϊσμός, γαλλ. manichéisme] | |
| 29339 | μανιχαϊστής | μα-νι-χα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του μανιχαϊσμού. | |
| 29340 | μανιχαϊστικός | , ή, ό μα-νι-χα-ϊ-στι-κός επίθ. & μανιχαϊκός : που σχετίζεται με τον μανιχαϊσμό ή τους μανιχαϊστές: ~ή: θεώρηση/λογική. ~ό: σχήμα. [< μτγν. μανιχαϊστικός] | |
| 29341 | μανιώδης | , ης, ες μα-νι-ώ-δης επίθ. {μανιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών· μανιωδέστ-ερος, -ατος} 1. που διακατέχεται από πάθος για κάτι: ~ης: αναγνώστης/καπνιστής/συλλέκτης/(χαρτο)παίκτης. Πβ. φανατικός. 2. πολύ έντονος, εντατικός: ~ης: αναζήτηση. ~εις: προσπάθειες. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: μανιωδώς (λόγ.) [-ῶς] [< αρχ. μανιώδης ‘μανιακός, τρελός’] | |
| 29342 | μάνλιχερ | μάν-λι-χερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παρωχ.): τύπος επαναληπτικού όπλου, καραμπίνας. [< γερμ.-αγγλ. Mannlicher, γερμ. ανθρ. F. Ritter von Mannlicher] | |
| 29343 | μάννα1 | μάν-να ουσ. (ουδ.) 1. ΘΕΟΛ. (στην ΠΔ) τροφή που έριξε ο Θεός στους Εβραίους από τον ουρανό, κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, καθώς περνούσαν την έρημο του Σινά. 2. (μτφ.) καθετί πολύτιμο, ζωτικό: Ο τουρισμός αποτελεί το ~ της χώρας. ● ΦΡ.: αντί του μάννα χολή (από εκκλησ. χωρίο "αντί του μάννα, χολήν, αντί του ύδατος, όξος"): για περιπτώσεις σκληρότητας ή αχαριστίας, εκεί όπου αναμένεται ευεργεσία ή ευγνωμοσύνη., μάννα εξ ουρανού: για απρόσμενη ευεργεσία ή αγαθό που αποκτήθηκε την κατάλληλη στιγμή χωρίς προσπάθεια: Η επιχορήγηση ήρθε σαν/ως ~ ~. Κάθονται με σταυρωμένα χέρια και περιμένουν το ~ ~. [< 1: μτγν. μάννα] | |
| 29344 | μάννα2 | μάν-να ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σακχαρούχος φυτική έκκριση: ~ λιβανιού. [< μτγν. μάννα ‘σκόνη ή κόκκος θυμιάματος’] | |
| 29345 | μανό | μα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υγρό βερνίκι με ή χωρίς χρώμα, για βάψιμο ή θεραπεία των νυχιών: διάφανο/κόκκινο ~. Στέγνωσε το ~. Το ~ αφαιρείται με ασετόν. Βλ. λίμα. | |
| 29346 | μανόζη | μα-νό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C6H12O6) που προκύπτει από οξείδωση της μανιτόλης. Βλ. γλυκ-, φρουκτ-όζη. [< γαλλ. mannose, 1902, αγγλ. ~] | |
| 29347 | μανόλια | μα-νό-λι-α ουσ. (θηλ.) & μαγνόλια: ΒΟΤ. καλλωπιστικό δέντρο ή θάμνος (γένος Magnolia, οικογ. Magnoliaceae), με γυαλιστερά φύλλα και μεγάλα, αρωματικά, συνήθ. λευκά, άνθη. [< γαλλ.-ιταλ. magnolia, γαλλ. ανθρωπωνύμιο P. Magnol] | |
| 29348 | μανομετρία | μα-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΙΑΤΡ. μέτρηση με μανόμετρο· (ΙΑΤΡ.) έλεγχος κινητικότητας, πιέσεων σφιγκτήρα: ορθοπρωκτική ~. ~ οισοφάγου. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. manométrie, αγγλ. manometry] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ