| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29349 | μανομετρικός | , ή, ό μα-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το μανόμετρο. ● ΣΥΜΠΛ.: μανομετρική πίεση: ΦΥΣ. η διαφορά πίεσης σε συγκεκριµένο σηµείο από την αντίστοιχη ατµοσφαιρική στο σηµείο αυτό. [< γαλλ. manométri que, αγγλ. manometric] | |
| 29350 | μανόμετρο | μα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της πίεσης ρευστών και αερίων που περιέχονται σε κλειστό δοχείο: αναλογικό/διαφορικό/μεταλλικό ~. Πβ. πιεσόμετρο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. manomètre, αγγλ. manometer] | |
| 29351 | μανουάλι | μα-νου-ά-λι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μανάλι: (κυρ. σε χριστιανικούς ναούς) μεγάλο, συνήθ. μεταλλικό, κηροπήγιο: μπρούτζινο ~. Πβ. κηροστάτης. [< μεσν. μανουάλι(ο)ν] | |
| 29352 | μανούβρα | μα-νού-βρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & μανουβράρισμα (το) 1. κάθε κίνηση που απαιτεί δεξιοτεχνία για την αλλαγή πορείας οχήματος: απότομη/επικίνδυνη ~. Εναέριες ~ες. Πβ. ελιγμός. 2. (μτφ.) ενέργεια που γίνεται με πλάγια και αθέμιτα μέσα για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών: διπλωματική/πολιτική ~. Με έξυπνες ~ες εξασφάλισε την επιδότηση. 3. (μτφ.) & μανούρα (αργκό) έντονο φραστικό επεισόδιο, μπλέξιμο, μπελάς: Είναι μεγάλη ~ αυτό που μου ζητάς. [< βεν. manuvra] | |
| 29353 | μανουβραδόρος | μα-νου-βρα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (στον ναυπηγοεπισκευαστικό κλάδο) χειριστής ειδικών μηχανημάτων (π.χ. περονοφόρου) για τη μεταφορά υλικών και εργαλείων. Βλ. -αδόρος. | |
| 29354 | μανουβράρω | μα-νου-βρά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μανουβράρισε} (προφ.) 1. κάνω μανούβρες. 2. (μτφ.) χειρίζομαι, χειραγωγώ: ~ει τις εξελίξεις. Πβ. ελίσσομαι. [< βεν. manuvrar] | |
| 29355 | μανούλα | μα-νού-λα ουσ. (θηλ.): (οικ. προσφών.) μάνα: ~, έρχεσαι λίγο;|| (ως επιφών.) Ωχ, ~ μου! ● ΦΡ.: είναι μανούλα σε ... & είναι μάνα σε ...: (προφ.) πολύ ικανός, επιτήδειος: ~ ~ στα οργανωτικά θέματα/στη δουλειά του.|| ~ ~ στις κομπίνες. Πβ. άσος, εξπέρ, επιστήμονας, τεχνίτης., θα κλάψουν(ε) μανούλες βλ. κλαίω | |
| 29356 | μανούλι | μα-νού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ελκυστική, σέξι νεαρή γυναίκα. ΣΥΝ. κουκλί (1) | |
| 29357 | μανουλομάνουλο | μα-νου-λο-μά-νου-λο ουσ. (ουδ.) (επιτατ.): μανούλι. | |
| 29358 | μανούρα1 | μα-νού-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό σκληρό κρασοτύρι από τη Σίφνο που παράγεται από άβραστο κατσικίσιο ή πρόβειο γάλα. | |
| 29359 | μανούρα2 | βλ. μανούβρα | |
| 29361 | μανουσάκι | μα-νου-σά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Narcissus tazetta), το άνθος του οποίου έχει λευκά ή κίτρινα πέταλα, κίτρινο δίσκο και διακριτικό άρωμα. Πβ. ζαμπάκι, ζουμπούλι. Βλ. νάρκισσος. | |
| 29362 | μανσέτα | μαν-σέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. τελείωμα του μανικιού από ενισχυμένο κομμάτι υφάσματος: ελαστικές/πλεκτές ~ες. Βλ. -έτα, μανικετόκουμπα. ΣΥΝ. μανικέτι (1) 2. ΑΘΛ. (κυρ. στο βόλεϊ) χτύπημα υποδοχής της μπάλας με τη μέσα μεριά των ενωμένων χεριών, στο ύψος μεταξύ καρπού και μετακαρπίου ή των πήχεων σε μια κίνηση από κάτω προς τα πάνω. Βλ. πάσα, σερβίς. [< γαλλ. manchette] | |
| 29363 | μανσόν | μαν-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο, συνήθ. γούνινο αξεσουάρ σε κυλινδρικό σχήμα, στο οποίο μπαίνουν τα χέρια ως τον καρπό, για να προστατεύονται από το κρύο· συνεκδ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχη μορφή. || (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανοξείδωτο ~ (πβ. χιτώνιο). [< γαλλ. manchon] | |
| 29364 | μάνταλα | μά-ντα-λα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. γεωμετρική αναπαράσταση του Σύμπαντος, με βασικά στοιχεία τον κύκλο και το τετράγωνο, ζωγραφισμένη με χρωματιστή άμμο, η οποία λειτουργεί ως προστατευτικό σύμβολο ή ως μέσο διαλογισμού στον βουδισμό και τον βραχμανισμό. [< γαλλ.-αγγλ. mandala] | |
| 29365 | μανταλάκι | μα-ντα-λά-κι ουσ. (ουδ.): ξύλινη, πλαστική ή μεταλλική λαβίδα, μικρή σε μέγεθος, που αποτελείται από δύο όμοιες, οδοντωτές ράβδους ενωμένες μεταξύ τους με ελατήριο, ώστε να ανοιγοκλείνουν, η οποία χρησιμοποιείται συνήθ. για το κρέμασμα των ρούχων ή για στήριξη αντικειμένων: ~ μικροφώνου. ~ για τραπεζομάντιλα. Στα περίπτερα οι εφημερίδες κρέμονται απ' τα ~ια. Βλ. κλιπ2.|| (μτφ.) Μιλάει λες κι έχει ~ στη μύτη (: με έρρινη προφορά). ● ΦΡ.: σούξου μούξου μανταλάκια: περιττά λόγια, δικαιολογίες: Της είπα να πληρώσει το νοίκι κι άρχισε τα ~ ~. | |
| 29366 | μάνταλο | μά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & μάνδαλο: μεταλλική ή ξύλινη ράβδος που ασφαλίζει πόρτα ή παράθυρο. Πβ. (α)μπάρα, σύρτης. [< μεσν. μάνταλο] | |
| 29367 | μανταλώνω | μα-ντα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μαντάλω-σα, -σει, -μένος}: ασφαλίζω με μάνταλο την πόρτα· μτφ. περιορίζω κάποιον. Πβ. αμπαρ-, κλειδ-ώνω. [< μεσν. μανταλώνω] | |
| 29368 | μαντάμ | μα-ντάμ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μανδάμ (λαϊκό-παρωχ.) 1. (ως προσφών.) κυρία: Τι επιθυμεί η ~;|| (ειρων.) Σιγά ~, πώς κάνετε έτσι; 2. (αργκό) μαντάμα. ● Υποκ.: μανταμίτσα (η) [< γαλλ. madame] | |
| 29369 | μαντάμα | μα-ντά-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παρωχ.): τσατσά. [< ιταλ. madama] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ