| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29335 | μανιτόλη | μα-νι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλική υδατοδιαλυτή αλκοόλη (σύμβ. C6H14O6) που απαντά σε φυτά, κυρ. στο μάννα, και χρησιμοποιείται ως διαιτητικό συμπλήρωμα ή ως γλυκαντική ουσία. Βλ. -όλη. [< γαλλ. mannitol, 1924, αγγλ. ~] | |
| 29336 | μανιτού | μα-νι-τού ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. υπερφυσική δύναμη· ειδικότ. πνεύμα του καλού ή του κακού, το οποίο ενσαρκωνόταν σε άψυχα ή έμψυχα όντα, σύμφωνα με τις θρησκευτικές δοξασίες ινδιάνικων φυλών της Β. Αμερικής: ο Μεγάλος ~. [< γαλλ.-αγγλ. manitou] | |
| 29337 | μανιφέστο | μα-νι-φέ-στο ουσ. (ουδ.): γραπτή δημόσια διακήρυξη θεμελιωδών αρχών ή προθέσεων, κυρ. πολιτικής, κοινωνικής ή καλλιτεχνικής φύσης: εκλογικό/επαναστατικό/ιδεολογικό/ιδρυτικό/κομμουνιστικό/πολιτικό ~. Το ~ του υπερρεαλισμού. Πβ. προκήρυξη. [< μεσν. μανιφέστο < ιταλ. manifesto, γαλλ. manifeste] | |
| 29338 | μανιχαϊσμός | μα-νι-χα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Μ) θρήσκευμα το οποίο ιδρύθηκε από τον Μάνη (Μανιχαίο) κατά τον 3ο αι. μ.Χ, συνδύαζε βουδιστικά, χριστιανικά και ζωροαστρικά στοιχεία και υποστήριζε τη δυϊστική κοσμική αντίληψη περί αιώνιας πάλης μεταξύ καλού και κακού, φωτός και σκότους. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε θεωρία ή άποψη που δέχεται ότι η πραγματικότητα προσδιορίζεται από δύο αντίθετες αρχές: ιδεολογικός ~. [< μτγν. Μανιχαϊσμός, γαλλ. manichéisme] | |
| 29339 | μανιχαϊστής | μα-νι-χα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του μανιχαϊσμού. | |
| 29340 | μανιχαϊστικός | , ή, ό μα-νι-χα-ϊ-στι-κός επίθ. & μανιχαϊκός : που σχετίζεται με τον μανιχαϊσμό ή τους μανιχαϊστές: ~ή: θεώρηση/λογική. ~ό: σχήμα. [< μτγν. μανιχαϊστικός] | |
| 29341 | μανιώδης | , ης, ες μα-νι-ώ-δης επίθ. {μανιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών· μανιωδέστ-ερος, -ατος} 1. που διακατέχεται από πάθος για κάτι: ~ης: αναγνώστης/καπνιστής/συλλέκτης/(χαρτο)παίκτης. Πβ. φανατικός. 2. πολύ έντονος, εντατικός: ~ης: αναζήτηση. ~εις: προσπάθειες. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: μανιωδώς (λόγ.) [-ῶς] [< αρχ. μανιώδης ‘μανιακός, τρελός’] | |
| 29342 | μάνλιχερ | μάν-λι-χερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παρωχ.): τύπος επαναληπτικού όπλου, καραμπίνας. [< γερμ.-αγγλ. Mannlicher, γερμ. ανθρ. F. Ritter von Mannlicher] | |
| 29343 | μάννα1 | μάν-να ουσ. (ουδ.) 1. ΘΕΟΛ. (στην ΠΔ) τροφή που έριξε ο Θεός στους Εβραίους από τον ουρανό, κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, καθώς περνούσαν την έρημο του Σινά. 2. (μτφ.) καθετί πολύτιμο, ζωτικό: Ο τουρισμός αποτελεί το ~ της χώρας. ● ΦΡ.: αντί του μάννα χολή (από εκκλησ. χωρίο "αντί του μάννα, χολήν, αντί του ύδατος, όξος"): για περιπτώσεις σκληρότητας ή αχαριστίας, εκεί όπου αναμένεται ευεργεσία ή ευγνωμοσύνη., μάννα εξ ουρανού: για απρόσμενη ευεργεσία ή αγαθό που αποκτήθηκε την κατάλληλη στιγμή χωρίς προσπάθεια: Η επιχορήγηση ήρθε σαν/ως ~ ~. Κάθονται με σταυρωμένα χέρια και περιμένουν το ~ ~. [< 1: μτγν. μάννα] | |
| 29344 | μάννα2 | μάν-να ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σακχαρούχος φυτική έκκριση: ~ λιβανιού. [< μτγν. μάννα ‘σκόνη ή κόκκος θυμιάματος’] | |
| 29345 | μανό | μα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υγρό βερνίκι με ή χωρίς χρώμα, για βάψιμο ή θεραπεία των νυχιών: διάφανο/κόκκινο ~. Στέγνωσε το ~. Το ~ αφαιρείται με ασετόν. Βλ. λίμα. | |
| 29346 | μανόζη | μα-νό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C6H12O6) που προκύπτει από οξείδωση της μανιτόλης. Βλ. γλυκ-, φρουκτ-όζη. [< γαλλ. mannose, 1902, αγγλ. ~] | |
| 29347 | μανόλια | μα-νό-λι-α ουσ. (θηλ.) & μαγνόλια: ΒΟΤ. καλλωπιστικό δέντρο ή θάμνος (γένος Magnolia, οικογ. Magnoliaceae), με γυαλιστερά φύλλα και μεγάλα, αρωματικά, συνήθ. λευκά, άνθη. [< γαλλ.-ιταλ. magnolia, γαλλ. ανθρωπωνύμιο P. Magnol] | |
| 29348 | μανομετρία | μα-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΙΑΤΡ. μέτρηση με μανόμετρο· (ΙΑΤΡ.) έλεγχος κινητικότητας, πιέσεων σφιγκτήρα: ορθοπρωκτική ~. ~ οισοφάγου. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. manométrie, αγγλ. manometry] | |
| 29349 | μανομετρικός | , ή, ό μα-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το μανόμετρο. ● ΣΥΜΠΛ.: μανομετρική πίεση: ΦΥΣ. η διαφορά πίεσης σε συγκεκριµένο σηµείο από την αντίστοιχη ατµοσφαιρική στο σηµείο αυτό. [< γαλλ. manométri que, αγγλ. manometric] | |
| 29350 | μανόμετρο | μα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της πίεσης ρευστών και αερίων που περιέχονται σε κλειστό δοχείο: αναλογικό/διαφορικό/μεταλλικό ~. Πβ. πιεσόμετρο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. manomètre, αγγλ. manometer] | |
| 29351 | μανουάλι | μα-νου-ά-λι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μανάλι: (κυρ. σε χριστιανικούς ναούς) μεγάλο, συνήθ. μεταλλικό, κηροπήγιο: μπρούτζινο ~. Πβ. κηροστάτης. [< μεσν. μανουάλι(ο)ν] | |
| 29352 | μανούβρα | μα-νού-βρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & μανουβράρισμα (το) 1. κάθε κίνηση που απαιτεί δεξιοτεχνία για την αλλαγή πορείας οχήματος: απότομη/επικίνδυνη ~. Εναέριες ~ες. Πβ. ελιγμός. 2. (μτφ.) ενέργεια που γίνεται με πλάγια και αθέμιτα μέσα για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών: διπλωματική/πολιτική ~. Με έξυπνες ~ες εξασφάλισε την επιδότηση. 3. (μτφ.) & μανούρα (αργκό) έντονο φραστικό επεισόδιο, μπλέξιμο, μπελάς: Είναι μεγάλη ~ αυτό που μου ζητάς. [< βεν. manuvra] | |
| 29353 | μανουβραδόρος | μα-νου-βρα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (στον ναυπηγοεπισκευαστικό κλάδο) χειριστής ειδικών μηχανημάτων (π.χ. περονοφόρου) για τη μεταφορά υλικών και εργαλείων. Βλ. -αδόρος. | |
| 29354 | μανουβράρω | μα-νου-βρά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μανουβράρισε} (προφ.) 1. κάνω μανούβρες. 2. (μτφ.) χειρίζομαι, χειραγωγώ: ~ει τις εξελίξεις. Πβ. ελίσσομαι. [< βεν. manuvrar] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ