Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30060-30080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29370μαντάραμα-ντά-ρα επίρρ. (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γίναμε μαντάρα (προφ.): τσακωθήκαμε, διαταράχτηκαν οι σχέσεις μας: ~ ~ στην πολυκατοικία για τα κοινόχρηστα. Πβ. γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες)., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα
29371μαντάριμα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σχοινί ανέλκυσης ή καθέλκυσης διαφόρων αντικειμένων (π.χ. άγκυρες, πανιά), που κρέμεται από το άλμπουρο: Βιράρω/λασκάρω/χαλαρώνω το ~. Βλ. σκότα.[< πβ. μεσν. μάντος < βεν. - παλαιότ. ιταλ. manto < αρχ. ἱμάς]
29372μανταρινάδαμα-ντα-ρι-νά-δα ουσ. (θηλ.): αναψυκτικό από χυμό μανταρινιού. Βλ. -άδα.
29373μανταρίνιμα-ντα-ρί-νι ουσ. (ουδ.) {μανταριν-ιού}: ο εδώδιμος, αρωματικός καρπός της μανταρινιάς, που μοιάζει με μικρό πορτοκάλι, αλλά έχει ελλειψοειδές σχήμα, πιο γλυκιά γεύση και ξεφλουδίζεται ευκολότερα· συνεκδ. ο χυμός ή το άρωμά του. Βλ. κλημεντίνη. ● Υποκ.: μανταρινάκι (το) [< ιταλ. mandarino, πληθ. mandarini]
29374μανταρινιάμα-ντα-ρι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus reticulata) που ανήκει στα εσπεριδοειδή, είναι στενά συγγενικό με την πορτοκαλιά και έχει ως καρπό του το μανταρίνι. Βλ. κουμκουάτ.
29375μαντάρισμαμα-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {μανταρίσμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαντάρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. καρίκωμα
29376μαντάρωμα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {μάνταρ-α κ. -ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, συνήθ. στον ενεστ.} (λαϊκό): ράβω τα φθαρμένα μέρη υφάσματος, ρούχου: ~ κάλτσες. Βλ. μπαλώνω. ΣΥΝ. καρικώνω (1) [< ιταλ. mendare]
29377μαντάτο[μαντᾶτο] μα-ντά-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): είδηση, νέο, μήνυμα: μαύρο/ξαφνικό/πικρό/χαρούμενο ~. Στέλνω/φέρνω καλά ~α. Άκουσα/έμαθα τα θλιβερά ~α. Πβ. άγγελμα, χαμπάρι. [< μεσν. μαντάτο(ν)]
29378μαντατοφόροςμα-ντα-το-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): που φέρνει μαντάτα: ~ χαρμόσυνων γεγονότων. Πβ. αγγελιοφόρος. Βλ. -φόρος. [< μεσν. μαντατοφόρος]
29379μαντείαμα-ντεί-α ουσ. (θηλ.) 1. μαντική. Βλ. γεω~. 2. (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) προφητεία, χρησμός, μάντεμα: ~ες, ξόρκια και γητειές.|| (μτφ.) Δεν πιστεύω σε προεκλογικές προβλέψεις και ~ες. [< αρχ. μαντεία]
29381μαντείο[μαντεῖο] μα-ντεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. ιερό στο οποίο μάντεις έδιναν χρησμούς για όσα επρόκειτο να συμβούν: το ~ των Δελφών/της Δωδώνης. [< αρχ. μαντεῖον]
29382μάντεμαμά-ντε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαντεύω. ΣΥΝ. μαντεψιά [< αρχ. μάντευμα 'χρησμός']
29383μαντεμένιος, ια, ιο μα-ντε-μέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από μαντέμι: ~ια: σόμπα/σχάρα. ~ιο: τηγάνι/τζάκι. Βλ. -ένιος.
29384μαντέμιμα-ντέ-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. χυτοσίδηρος: μασίφ ~. Εστία από ~. 2. (σπάν.) μετάλλευμα. [< τουρκ. maden]
29385μαντεύωμα-ντεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάντ-εψα, -έψει, μαντεύ-οντας} 1. εικάζω, διαισθάνομαι, βγάζω συμπεράσματα χωρίς να έχω ασφαλή δεδομένα: ~ τις προθέσεις/τη σκέψη (κάποιου). Σωστά ~εψες! Μη συνεχίσεις· ~ το τέλος της ιστορίας! Μπορείς να ~έψεις τι σκέφτομαι; ~εψε ποιος ήρθε (πβ. ανακαλύπτω, βρίσκω)! 2. προλέγω, προφητεύω: ~ει το μέλλον. Πβ. προ~. [< μτγν. μαντεύω]
29386μαντεψιάμα-ντε-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): μάντεμα: καλή/λάθος/σωστή ~. Κάνω μια ~. Έπεσα έξω στη ~.
29387μαντζαφλάριβλ. ματζαφλάρι
29388μαντζούνιβλ. ματζούνι & μαντζούνι
29389μαντζουράνα & ματζουράναμαν-τζου-ρά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum majorana) που έχει μικρά, συνήθ. λευκά, άνθη και χνουδωτά αρωματικά φύλλα με καλλωπιστική, θεραπευτική ή μαγειρική χρήση: αιθέριο έλαιο ~ας. Βλ. θυμάρι, ρίγανη. [< μεσν. μα(ν)τζουράνα < βεν. mazorana]
29390μαντήλαβλ. μαντίλα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.