| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29355 | μανούλα | μα-νού-λα ουσ. (θηλ.): (οικ. προσφών.) μάνα: ~, έρχεσαι λίγο;|| (ως επιφών.) Ωχ, ~ μου! ● ΦΡ.: είναι μανούλα σε ... & είναι μάνα σε ...: (προφ.) πολύ ικανός, επιτήδειος: ~ ~ στα οργανωτικά θέματα/στη δουλειά του.|| ~ ~ στις κομπίνες. Πβ. άσος, εξπέρ, επιστήμονας, τεχνίτης., θα κλάψουν(ε) μανούλες βλ. κλαίω | |
| 29356 | μανούλι | μα-νού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ελκυστική, σέξι νεαρή γυναίκα. ΣΥΝ. κουκλί (1) | |
| 29357 | μανουλομάνουλο | μα-νου-λο-μά-νου-λο ουσ. (ουδ.) (επιτατ.): μανούλι. | |
| 29358 | μανούρα1 | μα-νού-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό σκληρό κρασοτύρι από τη Σίφνο που παράγεται από άβραστο κατσικίσιο ή πρόβειο γάλα. | |
| 29359 | μανούρα2 | βλ. μανούβρα | |
| 29361 | μανουσάκι | μα-νου-σά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Narcissus tazetta), το άνθος του οποίου έχει λευκά ή κίτρινα πέταλα, κίτρινο δίσκο και διακριτικό άρωμα. Πβ. ζαμπάκι, ζουμπούλι. Βλ. νάρκισσος. | |
| 29362 | μανσέτα | μαν-σέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. τελείωμα του μανικιού από ενισχυμένο κομμάτι υφάσματος: ελαστικές/πλεκτές ~ες. Βλ. -έτα, μανικετόκουμπα. ΣΥΝ. μανικέτι (1) 2. ΑΘΛ. (κυρ. στο βόλεϊ) χτύπημα υποδοχής της μπάλας με τη μέσα μεριά των ενωμένων χεριών, στο ύψος μεταξύ καρπού και μετακαρπίου ή των πήχεων σε μια κίνηση από κάτω προς τα πάνω. Βλ. πάσα, σερβίς. [< γαλλ. manchette] | |
| 29363 | μανσόν | μαν-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο, συνήθ. γούνινο αξεσουάρ σε κυλινδρικό σχήμα, στο οποίο μπαίνουν τα χέρια ως τον καρπό, για να προστατεύονται από το κρύο· συνεκδ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχη μορφή. || (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανοξείδωτο ~ (πβ. χιτώνιο). [< γαλλ. manchon] | |
| 29364 | μάνταλα | μά-ντα-λα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. γεωμετρική αναπαράσταση του Σύμπαντος, με βασικά στοιχεία τον κύκλο και το τετράγωνο, ζωγραφισμένη με χρωματιστή άμμο, η οποία λειτουργεί ως προστατευτικό σύμβολο ή ως μέσο διαλογισμού στον βουδισμό και τον βραχμανισμό. [< γαλλ.-αγγλ. mandala] | |
| 29365 | μανταλάκι | μα-ντα-λά-κι ουσ. (ουδ.): ξύλινη, πλαστική ή μεταλλική λαβίδα, μικρή σε μέγεθος, που αποτελείται από δύο όμοιες, οδοντωτές ράβδους ενωμένες μεταξύ τους με ελατήριο, ώστε να ανοιγοκλείνουν, η οποία χρησιμοποιείται συνήθ. για το κρέμασμα των ρούχων ή για στήριξη αντικειμένων: ~ μικροφώνου. ~ για τραπεζομάντιλα. Στα περίπτερα οι εφημερίδες κρέμονται απ' τα ~ια. Βλ. κλιπ2.|| (μτφ.) Μιλάει λες κι έχει ~ στη μύτη (: με έρρινη προφορά). ● ΦΡ.: σούξου μούξου μανταλάκια: περιττά λόγια, δικαιολογίες: Της είπα να πληρώσει το νοίκι κι άρχισε τα ~ ~. | |
| 29366 | μάνταλο | μά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & μάνδαλο: μεταλλική ή ξύλινη ράβδος που ασφαλίζει πόρτα ή παράθυρο. Πβ. (α)μπάρα, σύρτης. [< μεσν. μάνταλο] | |
| 29367 | μανταλώνω | μα-ντα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μαντάλω-σα, -σει, -μένος}: ασφαλίζω με μάνταλο την πόρτα· μτφ. περιορίζω κάποιον. Πβ. αμπαρ-, κλειδ-ώνω. [< μεσν. μανταλώνω] | |
| 29368 | μαντάμ | μα-ντάμ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μανδάμ (λαϊκό-παρωχ.) 1. (ως προσφών.) κυρία: Τι επιθυμεί η ~;|| (ειρων.) Σιγά ~, πώς κάνετε έτσι; 2. (αργκό) μαντάμα. ● Υποκ.: μανταμίτσα (η) [< γαλλ. madame] | |
| 29369 | μαντάμα | μα-ντά-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παρωχ.): τσατσά. [< ιταλ. madama] | |
| 29370 | μαντάρα | μα-ντά-ρα επίρρ. (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γίναμε μαντάρα (προφ.): τσακωθήκαμε, διαταράχτηκαν οι σχέσεις μας: ~ ~ στην πολυκατοικία για τα κοινόχρηστα. Πβ. γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες)., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα | |
| 29371 | μαντάρι | μα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σχοινί ανέλκυσης ή καθέλκυσης διαφόρων αντικειμένων (π.χ. άγκυρες, πανιά), που κρέμεται από το άλμπουρο: Βιράρω/λασκάρω/χαλαρώνω το ~. Βλ. σκότα.[< πβ. μεσν. μάντος < βεν. - παλαιότ. ιταλ. manto < αρχ. ἱμάς] | |
| 29372 | μανταρινάδα | μα-ντα-ρι-νά-δα ουσ. (θηλ.): αναψυκτικό από χυμό μανταρινιού. Βλ. -άδα. | |
| 29373 | μανταρίνι | μα-ντα-ρί-νι ουσ. (ουδ.) {μανταριν-ιού}: ο εδώδιμος, αρωματικός καρπός της μανταρινιάς, που μοιάζει με μικρό πορτοκάλι, αλλά έχει ελλειψοειδές σχήμα, πιο γλυκιά γεύση και ξεφλουδίζεται ευκολότερα· συνεκδ. ο χυμός ή το άρωμά του. Βλ. κλημεντίνη. ● Υποκ.: μανταρινάκι (το) [< ιταλ. mandarino, πληθ. mandarini] | |
| 29374 | μανταρινιά | μα-ντα-ρι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus reticulata) που ανήκει στα εσπεριδοειδή, είναι στενά συγγενικό με την πορτοκαλιά και έχει ως καρπό του το μανταρίνι. Βλ. κουμκουάτ. | |
| 29375 | μαντάρισμα | μα-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {μανταρίσμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαντάρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. καρίκωμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ