| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29376 | μαντάρω | μα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {μάνταρ-α κ. -ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, συνήθ. στον ενεστ.} (λαϊκό): ράβω τα φθαρμένα μέρη υφάσματος, ρούχου: ~ κάλτσες. Βλ. μπαλώνω. ΣΥΝ. καρικώνω (1) [< ιταλ. mendare] | |
| 29377 | μαντάτο | [μαντᾶτο] μα-ντά-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): είδηση, νέο, μήνυμα: μαύρο/ξαφνικό/πικρό/χαρούμενο ~. Στέλνω/φέρνω καλά ~α. Άκουσα/έμαθα τα θλιβερά ~α. Πβ. άγγελμα, χαμπάρι. [< μεσν. μαντάτο(ν)] | |
| 29378 | μαντατοφόρος | μα-ντα-το-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): που φέρνει μαντάτα: ~ χαρμόσυνων γεγονότων. Πβ. αγγελιοφόρος. Βλ. -φόρος. [< μεσν. μαντατοφόρος] | |
| 29379 | μαντεία | μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.) 1. μαντική. Βλ. γεω~. 2. (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) προφητεία, χρησμός, μάντεμα: ~ες, ξόρκια και γητειές.|| (μτφ.) Δεν πιστεύω σε προεκλογικές προβλέψεις και ~ες. [< αρχ. μαντεία] | |
| 29381 | μαντείο | [μαντεῖο] μα-ντεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. ιερό στο οποίο μάντεις έδιναν χρησμούς για όσα επρόκειτο να συμβούν: το ~ των Δελφών/της Δωδώνης. [< αρχ. μαντεῖον] | |
| 29382 | μάντεμα | μά-ντε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαντεύω. ΣΥΝ. μαντεψιά [< αρχ. μάντευμα 'χρησμός'] | |
| 29383 | μαντεμένιος | , ια, ιο μα-ντε-μέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από μαντέμι: ~ια: σόμπα/σχάρα. ~ιο: τηγάνι/τζάκι. Βλ. -ένιος. | |
| 29384 | μαντέμι | μα-ντέ-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. χυτοσίδηρος: μασίφ ~. Εστία από ~. 2. (σπάν.) μετάλλευμα. [< τουρκ. maden] | |
| 29385 | μαντεύω | μα-ντεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάντ-εψα, -έψει, μαντεύ-οντας} 1. εικάζω, διαισθάνομαι, βγάζω συμπεράσματα χωρίς να έχω ασφαλή δεδομένα: ~ τις προθέσεις/τη σκέψη (κάποιου). Σωστά ~εψες! Μη συνεχίσεις· ~ το τέλος της ιστορίας! Μπορείς να ~έψεις τι σκέφτομαι; ~εψε ποιος ήρθε (πβ. ανακαλύπτω, βρίσκω)! 2. προλέγω, προφητεύω: ~ει το μέλλον. Πβ. προ~. [< μτγν. μαντεύω] | |
| 29386 | μαντεψιά | μα-ντε-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): μάντεμα: καλή/λάθος/σωστή ~. Κάνω μια ~. Έπεσα έξω στη ~. | |
| 29387 | μαντζαφλάρι | βλ. ματζαφλάρι | |
| 29388 | μαντζούνι | βλ. ματζούνι & μαντζούνι | |
| 29389 | μαντζουράνα & ματζουράνα | μαν-τζου-ρά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum majorana) που έχει μικρά, συνήθ. λευκά, άνθη και χνουδωτά αρωματικά φύλλα με καλλωπιστική, θεραπευτική ή μαγειρική χρήση: αιθέριο έλαιο ~ας. Βλ. θυμάρι, ρίγανη. [< μεσν. μα(ν)τζουράνα < βεν. mazorana] | |
| 29390 | μαντήλα | βλ. μαντίλα | |
| 29391 | μαντήλι | βλ. μαντίλι | |
| 29392 | μάντης | μά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. μάντισσα | μάντ-εις, -εων} 1. ΑΡΧ. πρόσωπο, συνήθ. ιερέας, που ασκούσε τη μαντική τέχνη: ο ~ Κάλχας. 2. (κατ' επέκτ.) που έχει την ικανότητα να προβλέπει με επιτυχία αυτά που πρόκειται να συμβούν: ~ δεινών/κακών. Βλ. χαρτο~, χειρο~.|| (ειρων., για κάτι αυτονόητο:) Πού το κατάλαβες; ~ είσαι; Πβ. προφήτης. Βλ. μέντιουμ. [< μτγν. μάντης < αρχ. μάντις] | |
| 29393 | μαντικός | , ή, ό μα-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μάντη ή τη μαντεία: ~ή: δύναμη/ικανότητα. ~ό: έθιμο. ~ά: όνειρα. Πβ. προφητικός. ● Ουσ.: μαντική (η): (ενν. τέχνη) η ικανότητα κάποιου να προβλέπει τα μελλούμενα· (ειδικότ., στην αρχαιότητα) η ερμηνεία της βούλησης των θεών. Βλ. χειρομαντεία. ΣΥΝ. μαντεία (1) [< αρχ. μαντικός] | |
| 29394 | μαντίλα | μα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) & μαντήλα: γυναικείο υφασμάτινο κάλυμμα, κυρ. της κεφαλής: ισλαμική (= τσαντόρ)/μαύρη/παραδοσιακή (= κεφαλόδεσμος) ~. Πβ. μαγνάδι, μαντίλι, μπόλια, πέπλο, τσεμπέρι, φακιόλι. [< μεσν. μαντίλα] | |
| 29395 | μαντίλι | μα-ντί-λι ουσ. (ουδ.) {μαντιλ-ιού} & μαντήλι & (λόγ.) μανδήλι 1. μικρό τετράγωνο μαλακό ύφασμα για το σκούπισμα του προσώπου, κυρ. της μύτης: Σκούπισε με το ~ τα δάκρυα. Του κούνησε το ~ από την αποβάθρα (: για αποχαιρετισμό). Βλ. ποσέτ, μυξο-, τραπεζο-, χαρτο-μάντιλο. 2. ορθογώνιο ή τετράγωνο ύφασμα που φοριέται στο κεφάλι, τον λαιμό ή τους ώμους ως αξεσουάρ ένδυσης, κυρ. από γυναίκες: μεταξωτό/πολύχρωμο ~. Πβ. μαντίλα, μπαντάνα, φουλάρι. Βλ. κεφαλομάντιλο.|| Κρητικό ~ (= σαρίκι). ● Υποκ.: μαντιλάκι & μαντηλάκι (το): αντισηπτικά/αντιστατικά ~ια. Υγρά ~ια καθαρισμού (: για τα χέρια, το πρόσωπο, τα γυαλιά). ● ΦΡ.: δεν έχει μαντίλι να κλάψει (προφ.): (για κάποιον) που βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση. [< μεσν. μαντήλι(ον)] | |
| 29396 | μαντίλια | μα-ντί-λια ουσ. (θηλ.): παραδοσιακό, ελαφρύ, δαντελένιο ή μεταξωτό μαντίλι που φοριέται γύρω από το κεφάλι και τους ώμους από γυναίκες στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική. Πβ. εσάρπα. [< ισπ. mantilla] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ