| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29391 | μαντήλι | βλ. μαντίλι | |
| 29392 | μάντης | μά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. μάντισσα | μάντ-εις, -εων} 1. ΑΡΧ. πρόσωπο, συνήθ. ιερέας, που ασκούσε τη μαντική τέχνη: ο ~ Κάλχας. 2. (κατ' επέκτ.) που έχει την ικανότητα να προβλέπει με επιτυχία αυτά που πρόκειται να συμβούν: ~ δεινών/κακών. Βλ. χαρτο~, χειρο~.|| (ειρων., για κάτι αυτονόητο:) Πού το κατάλαβες; ~ είσαι; Πβ. προφήτης. Βλ. μέντιουμ. [< μτγν. μάντης < αρχ. μάντις] | |
| 29393 | μαντικός | , ή, ό μα-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μάντη ή τη μαντεία: ~ή: δύναμη/ικανότητα. ~ό: έθιμο. ~ά: όνειρα. Πβ. προφητικός. ● Ουσ.: μαντική (η): (ενν. τέχνη) η ικανότητα κάποιου να προβλέπει τα μελλούμενα· (ειδικότ., στην αρχαιότητα) η ερμηνεία της βούλησης των θεών. Βλ. χειρομαντεία. ΣΥΝ. μαντεία (1) [< αρχ. μαντικός] | |
| 29394 | μαντίλα | μα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) & μαντήλα: γυναικείο υφασμάτινο κάλυμμα, κυρ. της κεφαλής: ισλαμική (= τσαντόρ)/μαύρη/παραδοσιακή (= κεφαλόδεσμος) ~. Πβ. μαγνάδι, μαντίλι, μπόλια, πέπλο, τσεμπέρι, φακιόλι. [< μεσν. μαντίλα] | |
| 29395 | μαντίλι | μα-ντί-λι ουσ. (ουδ.) {μαντιλ-ιού} & μαντήλι & (λόγ.) μανδήλι 1. μικρό τετράγωνο μαλακό ύφασμα για το σκούπισμα του προσώπου, κυρ. της μύτης: Σκούπισε με το ~ τα δάκρυα. Του κούνησε το ~ από την αποβάθρα (: για αποχαιρετισμό). Βλ. ποσέτ, μυξο-, τραπεζο-, χαρτο-μάντιλο. 2. ορθογώνιο ή τετράγωνο ύφασμα που φοριέται στο κεφάλι, τον λαιμό ή τους ώμους ως αξεσουάρ ένδυσης, κυρ. από γυναίκες: μεταξωτό/πολύχρωμο ~. Πβ. μαντίλα, μπαντάνα, φουλάρι. Βλ. κεφαλομάντιλο.|| Κρητικό ~ (= σαρίκι). ● Υποκ.: μαντιλάκι & μαντηλάκι (το): αντισηπτικά/αντιστατικά ~ια. Υγρά ~ια καθαρισμού (: για τα χέρια, το πρόσωπο, τα γυαλιά). ● ΦΡ.: δεν έχει μαντίλι να κλάψει (προφ.): (για κάποιον) που βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση. [< μεσν. μαντήλι(ον)] | |
| 29396 | μαντίλια | μα-ντί-λια ουσ. (θηλ.): παραδοσιακό, ελαφρύ, δαντελένιο ή μεταξωτό μαντίλι που φοριέται γύρω από το κεφάλι και τους ώμους από γυναίκες στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική. Πβ. εσάρπα. [< ισπ. mantilla] | |
| 29397 | μαντινάδα | μα-ντι-νά-δα ουσ. (θηλ.) & πατινάδα: δεκαπεντασύλλαβο, συνήθ. αυτοσχέδιο και ομοιοκατάληκτο δίστιχο, με ποικίλη θεματολογία, που απαγγέλλεται ή τραγουδιέται κυρ. με τη συνοδεία λύρας ή και λαούτου, ιδ. στην Κρήτη: αντικριστές (= διάλογος με ~ες)/ερωτικές/παραδοσιακές/σατιρικές ~ες. Βλ. κοτσάκι1, λιανοτράγουδο, ρίμα. [< βεν. matinada ‘πρωινό συνήθ. ερωτικό τραγούδι’] | |
| 29398 | μάντις | μά-ντις ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. αλογάκι της Παναγίας. [< μτγν. μάντις, αγγλ. mantis] | |
| 29399 | μαντμαζέλ | μα-ντμα-ζέλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μαμαζέλ & (προφ.) μαμζέλ (λαϊκό-παλαιότ.): δεσποινίς. [< γαλλ. mademoiselle] | |
| 29400 | μαντό | μα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο πανωφόρι, συνήθ. φαρδύ και κοντό: ελαφρύ/μεταξωτό ~. Βλ. παλτό. [< γαλλ. manteau] | |
| 29401 | μαντόλα | μα-ντό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. έγχορδο μουσικό όργανο που μοιάζει με το μαντολίνο, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος: ~ άλτο/τενόρο. [< ιταλ. mandola] | |
| 29402 | μάντολα | μά-ντο-λα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. επτανησιακό παραδοσιακό γλύκισμα· ειδικότ. καβουρδισμένα και καραμελωμένα αμύγδαλα πασπαλισμένα με ζάχαρη, με προσθήκη χρωστικών και αρωματικών ουσιών. [< βεν. mandola] | |
| 29403 | μαντολάτο | [μαντολᾶτο] μα-ντο-λά-το ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. επτανησιακό παραδοσιακό μαστιχωτό γλύκισμα σε μορφή πλάκας, από καβουρδισμένα αμύγδαλα, ασπράδι αβγού και μέλι ή ζάχαρη. Βλ. χαλβαδόπιτα, -άτο. [< βεν. mandolato] | |
| 29404 | μαντολινάτα | μα-ντο-λι-νά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. επτανησιακή ορχήστρα που αποτελείται από μαντολίνα, μαντόλες και κιθάρες· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό κόμμάτι: χορωδία και ~.|| Καντάδες και ~ες. [< ιταλ. mandolinata] | |
| 29405 | μαντολίνο | μα-ντο-λί-νο ουσ. (ουδ.): 1. ΜΟΥΣ. νυκτό όργανο με τέσσερις διπλές χορδές, που μοιάζει με λαούτο, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος και έχει πιο ίσια κεφαλή. 2. ΜΑΓΕΙΡ. εργαλείο κοπής λαχανικών και φρούτων σε λεπτές ισόπαχες φέτες. [< 1: ιταλ. mandolino 2: ιταλ. mandolina, 1999 1, 2: γαλλ. mandoline] | |
| 29406 | μαντόνα | μα-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) Παναγία. 2. απεικόνιση της Παναγίας, συνήθ. βρεφοκρατούσας, στην αγιογραφία και τη γλυπτική. [< μεσν. μαντόνα ‘κυρία’ < ιταλ. madonna] | |
| 29407 | μαντού | [μαντοῦ] μα-ντού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. τεστ διάγνωσης της φυματίωσης, που γίνεται με ένεση: αρνητικό/θετικό ~. Βλ. δερμοαντίδραση, φυματίνη. [< αγγλ. Mantoux (test), περ. 1923, γαλλ. ανθρ. Ch. Mantoux] | |
| 29408 | μαντούρα | μα-ντού-ρα ουσ. (θηλ.) & μπαντούρα: ΜΟΥΣ. πνευστό λαϊκό όργανο της κατηγορίας του κλαρινέτου, από ψιλό καλάμι κλειστό στη μία άκρη, με μονό γλωσσίδι. [< μτγν. πανδούρα] | |
| 29409 | μάντρα1 | μά-ντρα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) μάνδρα 1. περίκλειστος υπαίθριος χώρος για αποθήκευση ή/και έκθεση συνήθ. οικοδομικών υλικών ή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. 2. μαντρότοιχος: πέτρινη/ψηλή ~. ~ες και φράχτες. Πήδηξε τη ~ του σπιτιού. Πβ. αυλόγυρος. 3. (λαϊκό) μαντρί, στάνη. ΣΥΝ. ποιμνιοστάσιο [< μεσν. μάντρα] | |
| 29410 | μάντρα2 | μά-ντρα ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μία ή περισσότερες συλλαβές ή στίχος που επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια τελετών μύησης σε ινδουιστικές θρησκείες ή γενικότ. σε ασκήσεις διαλογισμού, δημιουργώντας ψυχική κατάσταση που θεωρείται ευεργητική για το πνεύμα. [< γαλλ.-αγγλ. mantra] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ