Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30100-30120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29397μαντινάδαμα-ντι-νά-δα ουσ. (θηλ.) & πατινάδα: δεκαπεντασύλλαβο, συνήθ. αυτοσχέδιο και ομοιοκατάληκτο δίστιχο, με ποικίλη θεματολογία, που απαγγέλλεται ή τραγουδιέται κυρ. με τη συνοδεία λύρας ή και λαούτου, ιδ. στην Κρήτη: αντικριστές (= διάλογος με ~ες)/ερωτικές/παραδοσιακές/σατιρικές ~ες. Βλ. κοτσάκι1, λιανοτράγουδο, ρίμα. [< βεν. matinada ‘πρωινό συνήθ. ερωτικό τραγούδι’]
29398μάντιςμά-ντις ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. αλογάκι της Παναγίας. [< μτγν. μάντις, αγγλ. mantis]
29399μαντμαζέλμα-ντμα-ζέλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μαμαζέλ & (προφ.) μαμζέλ (λαϊκό-παλαιότ.): δεσποινίς. [< γαλλ. mademoiselle]
29400μαντόμα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο πανωφόρι, συνήθ. φαρδύ και κοντό: ελαφρύ/μεταξωτό ~. Βλ. παλτό. [< γαλλ. manteau]
29401μαντόλαμα-ντό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. έγχορδο μουσικό όργανο που μοιάζει με το μαντολίνο, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος: ~ άλτο/τενόρο. [< ιταλ. mandola]
29402μάντολαμά-ντο-λα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. επτανησιακό παραδοσιακό γλύκισμα· ειδικότ. καβουρδισμένα και καραμελωμένα αμύγδαλα πασπαλισμένα με ζάχαρη, με προσθήκη χρωστικών και αρωματικών ουσιών. [< βεν. mandola]
29403μαντολάτο[μαντολᾶτο] μα-ντο-λά-το ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. επτανησιακό παραδοσιακό μαστιχωτό γλύκισμα σε μορφή πλάκας, από καβουρδισμένα αμύγδαλα, ασπράδι αβγού και μέλι ή ζάχαρη. Βλ. χαλβαδόπιτα, -άτο. [< βεν. mandolato]
29404μαντολινάταμα-ντο-λι-νά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. επτανησιακή ορχήστρα που αποτελείται από μαντολίνα, μαντόλες και κιθάρες· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό κόμμάτι: χορωδία και ~.|| Καντάδες και ~ες. [< ιταλ. mandolinata]
29405μαντολίνομα-ντο-λί-νο ουσ. (ουδ.): 1. ΜΟΥΣ. νυκτό όργανο με τέσσερις διπλές χορδές, που μοιάζει με λαούτο, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος και έχει πιο ίσια κεφαλή. 2. ΜΑΓΕΙΡ. εργαλείο κοπής λαχανικών και φρούτων σε λεπτές ισόπαχες φέτες. [< 1: ιταλ. mandolino 2: ιταλ. mandolina, 1999 1, 2: γαλλ. mandoline]
29406μαντόναμα-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) Παναγία. 2. απεικόνιση της Παναγίας, συνήθ. βρεφοκρατούσας, στην αγιογραφία και τη γλυπτική. [< μεσν. μαντόνα ‘κυρία’ < ιταλ. madonna]
29407μαντού[μαντοῦ] μα-ντού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. τεστ διάγνωσης της φυματίωσης, που γίνεται με ένεση: αρνητικό/θετικό ~. Βλ. δερμοαντίδραση, φυματίνη. [< αγγλ. Mantoux (test), περ. 1923, γαλλ. ανθρ. Ch. Mantoux]
29408μαντούραμα-ντού-ρα ουσ. (θηλ.) & μπαντούρα: ΜΟΥΣ. πνευστό λαϊκό όργανο της κατηγορίας του κλαρινέτου, από ψιλό καλάμι κλειστό στη μία άκρη, με μονό γλωσσίδι. [< μτγν. πανδούρα]
29409μάντρα1μά-ντρα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) μάνδρα 1. περίκλειστος υπαίθριος χώρος για αποθήκευση ή/και έκθεση συνήθ. οικοδομικών υλικών ή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. 2. μαντρότοιχος: πέτρινη/ψηλή ~. ~ες και φράχτες. Πήδηξε τη ~ του σπιτιού. Πβ. αυλόγυρος. 3. (λαϊκό) μαντρί, στάνη. ΣΥΝ. ποιμνιοστάσιο [< μεσν. μάντρα]
29410μάντρα2μά-ντρα ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μία ή περισσότερες συλλαβές ή στίχος που επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια τελετών μύησης σε ινδουιστικές θρησκείες ή γενικότ. σε ασκήσεις διαλογισμού, δημιουργώντας ψυχική κατάσταση που θεωρείται ευεργητική για το πνεύμα. [< γαλλ.-αγγλ. mantra]
29411μαντρακάςβλ. ματρακάς
58812μαντράχαλος
29412μαντράχαλοςμα-ντρά-χα-λος ουσ. (αρσ.) & μαντραχαλάς (μειωτ.): για μεγαλόσωμο, κυρ. νέο άνδρα, που συμπεριφέρεται συνήθ. ανώριμα και ανάρμοστα για την ηλικία του: Δεν ντρέπεσαι, κοτζάμ ~! ΣΥΝ. κρεμανταλάς, μαγκλαράς, νταγλαράς
29413μαντρίμα-ντρί ουσ. (ουδ.) {μαντρ-ιού} (λαϊκό) 1. περιφραγμένος χώρος για τη φύλαξη ζώων, κυρ. αιγοπροβάτων. Πβ. στάνη. ΣΥΝ. στρούγκα (1) 2. (μτφ.) κλειστή πολιτική, θρησκευτική ή άλλη ομάδα που λειτουργεί προστατευτικά για τα μέλη της: κομματικό ~. ● ΦΡ.: όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος (παροιμ.): όποιος φεύγει από μια οργανωμένη ομάδα, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα· για την αποτυχία κυρ. πολιτικού που αποχωρεί από το κόμμα στο οποίο ανήκει, για να δημιουργήσει δικό του. [< μεσν. μαντρί]
29414μάντρισμαμά-ντρι-σμα ουσ. (ουδ.): μάντρωμα.
29415μαντρόσκυλομα-ντρό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκυλί που φυλάει τα ζώα του μαντριού· γενικότ. μεγαλόσωμος σκύλος. ΣΥΝ. μούργος (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) θεσμός ή πρόσωπο με εξουσία και αρμοδιότητες επιτήρησης και ελέγχου: τα ~α του συστήματος. ΣΥΝ. τσοπανόσκυλο (2)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.