| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29429 | μαοϊστής | μα-ο-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. οπαδός του μαοϊσμού. ΣΥΝ. μαοϊκός [< αγγλ. maoist, γαλλ. maoïste, 1952] | |
| 29431 | μαόνι | μα-ό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλο τροπικών δέντρων, καστανοκόκκινου χρώματος, άριστης ποιότητας, με μεγάλη αντοχή και στιλπνότητα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην επιπλοποιία και την κατασκευή μουσικών οργάνων: μασίφ ~. Πιάνο από ~. Πβ. ακαζού. Βλ. τικ2. [< γαλλ. mahogani] | |
| 29432 | μαούνα | μα-ού-να ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. βοηθητικό, συνήθ. ρυμουλκούμενο σκάφος, χωρίς καρίνα, που προορίζεται για μεταφορές σε μικρές αποστάσεις και (εκ)φορτώσεις πλοίων. ΣΥΝ. φορτηγίδα 2. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός για αργοκίνητο, συνήθ. παλιό όχημα ή για παχιά και δυσκίνητη γυναίκα. [< μεσν. μαούνα < τουρκ. mavuna] | |
| 29433 | μαουνιέρης | μα-ου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης μαούνας· εργαζόμενος σε μαούνα. Βλ. -ιέρης. | |
| 29434 | μάουντεν μπάικ | μά-ου-ντεν μπά-ικ ουσ. (ουδ.): ποδήλατο με γερό σκελετό, χοντρές ρόδες, 18-21 ταχύτητες και οριζόντιες λαβές στο τιμόνι, ειδικά σχεδιασμένο για ανώμαλο έδαφος· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα της ορεινής ποδηλασίας. ΣΥΝ. ποδήλατο βουνού [< αγγλ. mountain bike, 1966] | |
| 29435 | μάους | μά-ους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. ποντίκι. [< αμερικ. mouse, 1965] | |
| 29436 | μάουσπαντ | μά-ου-σπαντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. πατάκι ποντικιού· ειδικότ. επιφάνεια κύλισης της μπίλιας του. [< αμερικ. mousepad, 1983] | |
| 29437 | ΜΑΠ | (τα): Μέσα Ατομικής Προστασίας. | |
| 29438 | μάπα | μά-πα ουσ. (θηλ.) & (Κύπρος) μάππα 1. (συνήθ. μειωτ.) πρόσωπο, μούτρο: Δεν μου αρέσει η ~ του. ΣΥΝ. φάτσα (1) 2. (μειωτ., συνήθ. για προϊόν, έργο) οτιδήποτε είναι κακής ποιότητας, αποτυχημένο: (ως επίθ.) ~ τραγούδι/φωτογραφία. Μην πάτε να δείτε την ταινία, ήταν ~! Πβ. φόλα, χάλια. 3. (ιδιωμ.) λάχανο: χοιρινό με ~. Πβ. κραμπολάχανο. 4. (παρωχ.) σφουγγαρίστρα. 5. (στην Κύπρο) μπάλα, ποδόσφαιρο. ● ΦΡ.: μάπα το καρπούζι (μτφ.-προφ.): για κάτι που αποδεικνύεται κατώτερο των προσδοκιών. Πβ. άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός., μου βγήκε μάπα (προφ.): για κάτι που αποδείχτηκε άχρηστο: Πλήρωσα χρυσή την τηλεόραση, αλλά ~ ~!, τρώω στη μάπα/στη μούρη (προφ.): για κάποιον ή κάτι που το(ν) έχουμε βαρεθεί, δεν το(ν) αντέχουμε άλλο: Τους ~ ~ κάθε μέρα! Έφαγα όλο το κρύο στη ~! [< μτγν. μάππα ‘σημαία έναρξης στους αγώνες ιπποδρόμου < λατ. mappa ] | |
| 29439 | μάπας | μά-πας ουσ. (αρσ.) (προφ.-υβριστ.): ανόητος, ηλίθιος, βλάκας. | |
| 29440 | μάρα | μά-ρα ουσ. (θηλ.): μόνο στις ● ΦΡ.: άρες μάρες (κουκουνάρες) βλ. άρες, η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα | |
| 29442 | μαραγκιάζει | μα-ρα-γκιά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαράγκια-σε, -σμένος} (λαϊκό): (για άνθη, φυτά και καρπούς) μαραίνεται· κατ' επέκτ. ζαρώνει, σουφρώνει: ~σαν (= ξεράθηκαν) τα λουλούδια. ~σμένα: φρούτα.|| ~σμένο: δέρμα. [< μτγν. μαραγγιῶ] | |
| 29443 | μαραγκός | μα-ρα-γκός ουσ. (αρσ.) (προφ.): ξυλουργός. [< μεσν. μαραγκός] | |
| 29444 | μαραγκούδικο | μα-ρα-γκού-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξυλουργείο. | |
| 29445 | μαράζι | μα-ρά-ζι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλη λύπη, ανικανοποίητη επιθυμία που οδηγεί σε αυτή την κατάσταση: κρυφό/πικρό ~. Έλιωνε απ' το ~ του έρωτα/της καρδιάς (πβ. νταλκάς, ντέρτι, σεκλέτι). ● ΦΡ.: με τρώει το μαράζι: παθαίνω κατάθλιψη, μαραζώνω: Τον έχει φάει το ~ της ξενιτιάς., το έχω/βάζω μαράζι: έχω καημό για κάτι ή το λαχταρώ πολύ: ~ το έχω να σε δω να συγυρίζεις! Το έβαλε ~ που δεν έκανε οικογένεια. [< τουρκ. maraz] | |
| 29446 | μαραζιάρης | , α, ικο μα-ρα-ζιά-ρης επίθ. (λαϊκό) 1. μελαγχολικός, μίζερος. 2. καχεκτικός, ασθενικός. Βλ. -ιάρης. | |
| 29447 | μαραζιάρικος | , η, ο μα-ρα-ζιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον μαραζιάρη. | |
| 29448 | μαράζωμα | μα-ρά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (μτφ.-προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαραζώνω. | |
| 29450 | μάραθο | μά-ρα-θο ουσ. (ουδ.) & μάραθος (ο): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Foeniculum vulgare), αυτοφυές ή καλλιεργούμενο, που χρησιμοποιείται κυρ. στη μαγειρική (ως καρύκευμα) και τη φαρμακευτική: ένα ματσάκι ~. Σπόροι ~ου. Σουπιές με ~. Κατσικάκι με ψιλοκομμένα ~α. Πβ. φινόκιο. Βλ. άνηθος. ● ΦΡ.: σαν τα μάραθα!: (ειρων.-προφ.) σε κάποιον που εμφανίζεται απρόσμενα ή μετά από πολύ καιρό: Βρε ~ ~! Πού ήσουν όλη μέρα; ΣΥΝ. σαν τα χιόνια! [< αρχ. μάραθον, μάραθος] | |
| 29451 | μαραθόσπορος | μα-ρα-θό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): σπόρος μάραθου, με θεραπευτικές ιδιότητες, που χρησιμοποιείται κυρ. ως καρύκευμα. [< μεσν. μαραθόσπορος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ