| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29416 | μαντρότοιχος | μα-ντρό-τοι-χος ουσ. (αρσ.): χτισμένη συνήθ. περίφραξη χώρου: ψηλός ~ της αυλής. | |
| 29417 | μάντρωμα | μά-ντρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαντρώνω. ΣΥΝ. μάντρισμα | |
| 29418 | μαντρώνω | μα-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {μάντρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.) 1. κλείνω κάποιον σε περιορισμένο χώρο· κατ' επέκτ. μειώνω την ελευθερία κινήσεων: Τους ~σαν στο Τμήμα.|| (μτφ.) ~μένοι σε ιδεολογικά στεγανά. 2. (σπάν.) περικλείω περιοχή με μάντρα. [< μεσν. μαντρώνω] | |
| 29419 | μάξγουελ | μάξ-γου-ελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική μονάδα μαγνητικής ροής (σύμβ. Mx). [< αγγλ. maxwell, 1900, αγγλ. ανθρ. J. C. Maxwell] | |
| 29420 | μάξι | μά-ξι επίθ./ουσ. {άκλ.} ΑΝΤ. μίνι 1. μακριά φούστα ή φόρεμα πάνω από τον αστράγαλο. 2. μεγάλος: ~ οθόνη/συσκευασία. Πβ. λαρτζ. [< 1: αγγλ. maxi, 1967 2: αγγλ. maxi-, 1961] | |
| 29421 | μαξιλάρι | μα-ξι-λά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαξιλαρ-ιού} 1. υφασμάτινος σάκος γεμισμένος συνήθ. με βαμβάκι, μαλλί ή πούπουλα, που χρησιμοποιείται για τη στήριξη και την ανάπαυση του κεφαλιού κατά τον ύπνο ή γενικότ. ως διακοσμητικό: αναπαυτικό/ανατομικό/αυχένα/βρεφικό/εγκυμοσύνης/θηλασμού/μαλακό/ορθοπαιδικό/σκληρό ~. ~ καναπέ/καρέκλας/πολυθρόνας/ταξιδίου. ~ αυχένα/μέσης/πλάτης/σιλικόνης. Κάθισμα-~ (πβ. πουφ). ~ια εξωτερικού/εσωτερικού χώρου. Σετ ~ιών. Κοιμάμαι χωρίς ~. Βλ. προσκέφαλο. 2. ΟΙΚΟΝ. ρύθμιση ή γενικότ. οποιοσδήποτε παράγοντας μετριάζει τις επιπτώσεις μιας αρνητικής οικονομικής εξέλιξης: Κεφαλαιακό ~ ... δις. ~ ασφαλείας/ρευστότητας. Μέτρα-~ ύψους ... ευρώ. Πβ. πρόβλεψη. ● Υποκ.: μαξιλαράκι (το) ● Μεγεθ.: μαξιλάρα (η) [< 1: μεσν. μαξιλ(λ)άριον 2: αγγλ. cushion] | |
| 29422 | μαξιλαροθήκη | μα-ξι-λα-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη μαξιλαριού συνήθ. υφασμάτινη: βαμβακερή ~. Βλ. -θήκη. | |
| 29423 | μαξιμαλισμός | μα-ξι-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υποστήριξη ακραίων και ριζοσπαστικών λύσεων, στόχων και θέσεων, συνήθ. στην πολιτική· γενικότ. οποιαδήποτε υπερβολή: διπλωματικός/δογματικός/λαϊκιστικός ~. ~ στην τέχνη. ΑΝΤ. μινιμαλισμός 2. ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. πολιτική θεωρία μερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ρωσίας που πρέσβευε τη νίκη της επανάστασης μέσω της τρομοκρατίας. Βλ. -ισμός, μπολσεβικισμός. [< γαλλ. maximalisme] | |
| 29424 | μαξιμαλιστής | μα-ξι-μα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του μαξιμαλισμού. ΑΝΤ. μινιμαλιστής [< γαλλ. maximaliste, 1910] | |
| 29425 | μαξιμαλιστικός | , ή, ό μα-ξι-μα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαξιμαλισμό: ~ή: θέση/πολιτική. ~ά: αιτήματα. ΑΝΤ. μινιμαλιστικός ● επίρρ.: μαξιμαλιστικά [< γαλλ. maximaliste, 1910] | |
| 29426 | μάξιμουμ | μά-ξι-μουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μέγιστη τιμή, ανώτατο όριο: το ~ της απόδοσης/των δυνατοτήτων. Στο ~ (πβ. στο φουλ). Πβ. απόγειο, πικ. ΣΥΝ. ζενίθ (1) ΑΝΤ. μίνιμουμ [< γαλλ. maximum] | |
| 29430 | μάο-μάο | μά-ο ουσ. (αρσ.) & μάου-μάου (μετωνυμ.-μειωτ.): χαρακτηρισμός ανθρώπων με πρωτόγονη, απολίτιστη συμπεριφορά. Πβ. ζουλού. [< αγγλ. Mau Mau, 1952, ονομασ. μυστικής οργάνωσης στην Κένυα για την εκδίωξη των Ευρωπαίων] | |
| 29427 | μαοϊκός | , ή, ό μα-ο-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαοϊσμό: ~ή: οργάνωση. ~ό: καθεστώς/κόμμα. ● Ουσ.: μαοϊκός (ο): μαοϊστής. | |
| 29428 | μαοϊσμός | μα-ο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. θεωρία μαρξιστικής-λενινιστικής κατεύθυνσης του Μάο Τσε Τουνγκ, επαναστάτη και πρώτου ισόβιου ηγέτη της Λαϊκής Κίνας. [< αγγλ. Maoism, 1950, γαλλ. maoïsme, 1961] | |
| 29429 | μαοϊστής | μα-ο-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. οπαδός του μαοϊσμού. ΣΥΝ. μαοϊκός [< αγγλ. maoist, γαλλ. maoïste, 1952] | |
| 29431 | μαόνι | μα-ό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλο τροπικών δέντρων, καστανοκόκκινου χρώματος, άριστης ποιότητας, με μεγάλη αντοχή και στιλπνότητα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην επιπλοποιία και την κατασκευή μουσικών οργάνων: μασίφ ~. Πιάνο από ~. Πβ. ακαζού. Βλ. τικ2. [< γαλλ. mahogani] | |
| 29432 | μαούνα | μα-ού-να ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. βοηθητικό, συνήθ. ρυμουλκούμενο σκάφος, χωρίς καρίνα, που προορίζεται για μεταφορές σε μικρές αποστάσεις και (εκ)φορτώσεις πλοίων. ΣΥΝ. φορτηγίδα 2. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός για αργοκίνητο, συνήθ. παλιό όχημα ή για παχιά και δυσκίνητη γυναίκα. [< μεσν. μαούνα < τουρκ. mavuna] | |
| 29433 | μαουνιέρης | μα-ου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης μαούνας· εργαζόμενος σε μαούνα. Βλ. -ιέρης. | |
| 29434 | μάουντεν μπάικ | μά-ου-ντεν μπά-ικ ουσ. (ουδ.): ποδήλατο με γερό σκελετό, χοντρές ρόδες, 18-21 ταχύτητες και οριζόντιες λαβές στο τιμόνι, ειδικά σχεδιασμένο για ανώμαλο έδαφος· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα της ορεινής ποδηλασίας. ΣΥΝ. ποδήλατο βουνού [< αγγλ. mountain bike, 1966] | |
| 29435 | μάους | μά-ους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. ποντίκι. [< αμερικ. mouse, 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ