| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29436 | μάουσπαντ | μά-ου-σπαντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. πατάκι ποντικιού· ειδικότ. επιφάνεια κύλισης της μπίλιας του. [< αμερικ. mousepad, 1983] | |
| 29437 | ΜΑΠ | (τα): Μέσα Ατομικής Προστασίας. | |
| 29438 | μάπα | μά-πα ουσ. (θηλ.) & (Κύπρος) μάππα 1. (συνήθ. μειωτ.) πρόσωπο, μούτρο: Δεν μου αρέσει η ~ του. ΣΥΝ. φάτσα (1) 2. (μειωτ., συνήθ. για προϊόν, έργο) οτιδήποτε είναι κακής ποιότητας, αποτυχημένο: (ως επίθ.) ~ τραγούδι/φωτογραφία. Μην πάτε να δείτε την ταινία, ήταν ~! Πβ. φόλα, χάλια. 3. (ιδιωμ.) λάχανο: χοιρινό με ~. Πβ. κραμπολάχανο. 4. (παρωχ.) σφουγγαρίστρα. 5. (στην Κύπρο) μπάλα, ποδόσφαιρο. ● ΦΡ.: μάπα το καρπούζι (μτφ.-προφ.): για κάτι που αποδεικνύεται κατώτερο των προσδοκιών. Πβ. άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός., μου βγήκε μάπα (προφ.): για κάτι που αποδείχτηκε άχρηστο: Πλήρωσα χρυσή την τηλεόραση, αλλά ~ ~!, τρώω στη μάπα/στη μούρη (προφ.): για κάποιον ή κάτι που το(ν) έχουμε βαρεθεί, δεν το(ν) αντέχουμε άλλο: Τους ~ ~ κάθε μέρα! Έφαγα όλο το κρύο στη ~! [< μτγν. μάππα ‘σημαία έναρξης στους αγώνες ιπποδρόμου < λατ. mappa ] | |
| 29439 | μάπας | μά-πας ουσ. (αρσ.) (προφ.-υβριστ.): ανόητος, ηλίθιος, βλάκας. | |
| 29440 | μάρα | μά-ρα ουσ. (θηλ.): μόνο στις ● ΦΡ.: άρες μάρες (κουκουνάρες) βλ. άρες, η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα | |
| 29442 | μαραγκιάζει | μα-ρα-γκιά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαράγκια-σε, -σμένος} (λαϊκό): (για άνθη, φυτά και καρπούς) μαραίνεται· κατ' επέκτ. ζαρώνει, σουφρώνει: ~σαν (= ξεράθηκαν) τα λουλούδια. ~σμένα: φρούτα.|| ~σμένο: δέρμα. [< μτγν. μαραγγιῶ] | |
| 29443 | μαραγκός | μα-ρα-γκός ουσ. (αρσ.) (προφ.): ξυλουργός. [< μεσν. μαραγκός] | |
| 29444 | μαραγκούδικο | μα-ρα-γκού-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξυλουργείο. | |
| 29445 | μαράζι | μα-ρά-ζι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλη λύπη, ανικανοποίητη επιθυμία που οδηγεί σε αυτή την κατάσταση: κρυφό/πικρό ~. Έλιωνε απ' το ~ του έρωτα/της καρδιάς (πβ. νταλκάς, ντέρτι, σεκλέτι). ● ΦΡ.: με τρώει το μαράζι: παθαίνω κατάθλιψη, μαραζώνω: Τον έχει φάει το ~ της ξενιτιάς., το έχω/βάζω μαράζι: έχω καημό για κάτι ή το λαχταρώ πολύ: ~ το έχω να σε δω να συγυρίζεις! Το έβαλε ~ που δεν έκανε οικογένεια. [< τουρκ. maraz] | |
| 29446 | μαραζιάρης | , α, ικο μα-ρα-ζιά-ρης επίθ. (λαϊκό) 1. μελαγχολικός, μίζερος. 2. καχεκτικός, ασθενικός. Βλ. -ιάρης. | |
| 29447 | μαραζιάρικος | , η, ο μα-ρα-ζιά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον μαραζιάρη. | |
| 29448 | μαράζωμα | μα-ρά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (μτφ.-προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαραζώνω. | |
| 29450 | μάραθο | μά-ρα-θο ουσ. (ουδ.) & μάραθος (ο): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Foeniculum vulgare), αυτοφυές ή καλλιεργούμενο, που χρησιμοποιείται κυρ. στη μαγειρική (ως καρύκευμα) και τη φαρμακευτική: ένα ματσάκι ~. Σπόροι ~ου. Σουπιές με ~. Κατσικάκι με ψιλοκομμένα ~α. Πβ. φινόκιο. Βλ. άνηθος. ● ΦΡ.: σαν τα μάραθα!: (ειρων.-προφ.) σε κάποιον που εμφανίζεται απρόσμενα ή μετά από πολύ καιρό: Βρε ~ ~! Πού ήσουν όλη μέρα; ΣΥΝ. σαν τα χιόνια! [< αρχ. μάραθον, μάραθος] | |
| 29451 | μαραθόσπορος | μα-ρα-θό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): σπόρος μάραθου, με θεραπευτικές ιδιότητες, που χρησιμοποιείται κυρ. ως καρύκευμα. [< μεσν. μαραθόσπορος] | |
| 29452 | μαραθώνιος | , α, ο μα-ρα-θώ-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον Μαραθώνιο ή/και τον Μαραθώνα: (ΑΘΛ.) ~α: διαδρομή/πορεία. 2. (μτφ.) χρονοβόρος και εξαντλητικός: ~α: απολογία/συνεδρίαση. ~ες: συσκέψεις/συζητήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: Μαραθώνιος Δρόμος: ΑΘΛ. Μαραθώνιος., μαραθώνια κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< μτγν. Μαραθώνιος 'που αναφέρεται στον Μαραθώνα'] | |
| 29453 | μαραθώνιος | μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Μ) αγώνισμα δρόμου αντοχής μήκους 42.195 μ. που γίνεται στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων και σε άλλες διοργανώσεις: ετήσιος ~. Κλασικός ~ Αθηνών. Μικρός ή μίνι ~ (10 χλμ.). ~ ανδρών/γυναικών. Ολυμπιονίκης στον ~ο. Βλ. ημι~, υπερ~. ΣΥΝ. Μαραθώνιος Δρόμος 2. (μτφ.) χρονοβόρα και συνήθ. εξαντλητική διαδικασία: διπλωματικός/μουσικός ~. ~ χορού. Συνεχίζεται ο ~ διαβουλεύσεων/διαπραγματεύσεων/συνομιλιών. Βλ. ραδιο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: μαραθώνιος αγάπης: εκστρατεία για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης με φιλανθρωπικό σκοπό. [< μτγν. Μαραθώνιος 'κάτοικος του Μαραθώνα', γαλλ.-αγγλ. marathon, 1896] | |
| 29454 | μαραθωνοδρόμος | μα-ρα-θω-νο-δρό-μος ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής που λαμβάνει μέρος σε μαραθώνιο: ολυμπιονίκης ~. Βλ. -δρόμος. [< γαλλ. marathonien, περ. 1896] | |
| 29455 | μαραθωνομάχος | μα-ρα-θω-νο-μά-χος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. πολεμιστής που συμμετείχε στη μάχη του Μαραθώνα εναντίον των Περσών το 490 π.Χ.· (κατ' επέκτ.-μτφ.) γενναίος. Βλ. -μάχος. [< αρχ. μαραθωνομάχος] | |
| 29456 | μαραίνει | μα-ραί-νει ρ. (μτβ.) {μάρα-νε, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. (για άνθη, φυτά και καρπούς) χάνει τη φρεσκάδα του, ξεραίνεται: Το λουλούδι ~θηκε (= μαράγκιασε).|| ~μένο: δέντρο/φύλλο.|| (ειδικότ.) Κρέμα που ~ (= καίει) τα σπυράκια.|| (στη μαγειρική) Τσιγαρίζετε το κρεμμύδι μέχρι να ~θεί. 2. (μτφ.) κάνει κάποιον να χάσει την ενέργειά του, τη ζωντάνια του· τον φθείρει ψυχικά, τον στενοχωρεί: Το μίσος ~ την ψυχή. Η καρδιά του ~θηκε από τον πόνο. ● ΦΡ.: (αυτό) με/σε/τον ... μάρανε (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι δευτερεύον, επουσιώδες και δεν πρέπει να απασχολεί ή να προβληματίζει κάποιον: ~ ~ τώρα; Υπάρχουν άλλα, πιο σοβαρά θέματα., βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει βλ. βασιλικός [< αρχ. μαραίνω ‘καταστρέφω, αφανίζω’] | |
| 29457 | μαράκες | μα-ρά-κες ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΟΥΣ. ζεύγος ιδιόφωνων κρουστών οργάνων από τη Λατινική Αμερική, τα οποία έχουν ξύλινη ή πλαστική λαβή και κούφια, μακρόστενη κεφαλή, γεμισμένη συνήθ. με όσπρια ή χαλίκια, ώστε όταν σείονται να παράγουν ήχο: τύμπανα, ντέφια και ~. [< πορτ. Maracás, γαλλ. maracas] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ