Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30140-30160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29452μαραθώνιος, α, ο μα-ρα-θώ-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον Μαραθώνιο ή/και τον Μαραθώνα: (ΑΘΛ.) ~α: διαδρομή/πορεία. 2. (μτφ.) χρονοβόρος και εξαντλητικός: ~α: απολογία/συνεδρίαση. ~ες: συσκέψεις/συζητήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: Μαραθώνιος Δρόμος: ΑΘΛ. Μαραθώνιος., μαραθώνια κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< μτγν. Μαραθώνιος 'που αναφέρεται στον Μαραθώνα']
29453μαραθώνιοςμα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Μ) αγώνισμα δρόμου αντοχής μήκους 42.195 μ. που γίνεται στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων και σε άλλες διοργανώσεις: ετήσιος ~. Κλασικός ~ Αθηνών. Μικρός ή μίνι ~ (10 χλμ.). ~ ανδρών/γυναικών. Ολυμπιονίκης στον ~ο. Βλ. ημι~, υπερ~. ΣΥΝ. Μαραθώνιος Δρόμος 2. (μτφ.) χρονοβόρα και συνήθ. εξαντλητική διαδικασία: διπλωματικός/μουσικός ~. ~ χορού. Συνεχίζεται ο ~ διαβουλεύσεων/διαπραγματεύσεων/συνομιλιών. Βλ. ραδιο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: μαραθώνιος αγάπης: εκστρατεία για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης με φιλανθρωπικό σκοπό. [< μτγν. Μαραθώνιος 'κάτοικος του Μαραθώνα', γαλλ.-αγγλ. marathon, 1896]
29454μαραθωνοδρόμοςμα-ρα-θω-νο-δρό-μος ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής που λαμβάνει μέρος σε μαραθώνιο: ολυμπιονίκης ~. Βλ. -δρόμος. [< γαλλ. marathonien, περ. 1896]
29455μαραθωνομάχοςμα-ρα-θω-νο-μά-χος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. πολεμιστής που συμμετείχε στη μάχη του Μαραθώνα εναντίον των Περσών το 490 π.Χ.· (κατ' επέκτ.-μτφ.) γενναίος. Βλ. -μάχος. [< αρχ. μαραθωνομάχος]
29456μαραίνειμα-ραί-νει ρ. (μτβ.) {μάρα-νε, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. (για άνθη, φυτά και καρπούς) χάνει τη φρεσκάδα του, ξεραίνεται: Το λουλούδι ~θηκε (= μαράγκιασε).|| ~μένο: δέντρο/φύλλο.|| (ειδικότ.) Κρέμα που ~ (= καίει) τα σπυράκια.|| (στη μαγειρική) Τσιγαρίζετε το κρεμμύδι μέχρι να ~θεί. 2. (μτφ.) κάνει κάποιον να χάσει την ενέργειά του, τη ζωντάνια του· τον φθείρει ψυχικά, τον στενοχωρεί: Το μίσος ~ την ψυχή. Η καρδιά του ~θηκε από τον πόνο. ● ΦΡ.: (αυτό) με/σε/τον ... μάρανε (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι δευτερεύον, επουσιώδες και δεν πρέπει να απασχολεί ή να προβληματίζει κάποιον: ~ ~ τώρα; Υπάρχουν άλλα, πιο σοβαρά θέματα., βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει βλ. βασιλικός [< αρχ. μαραίνω ‘καταστρέφω, αφανίζω’]
29457μαράκεςμα-ρά-κες ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΟΥΣ. ζεύγος ιδιόφωνων κρουστών οργάνων από τη Λατινική Αμερική, τα οποία έχουν ξύλινη ή πλαστική λαβή και κούφια, μακρόστενη κεφαλή, γεμισμένη συνήθ. με όσπρια ή χαλίκια, ώστε όταν σείονται να παράγουν ήχο: τύμπανα, ντέφια και ~. [< πορτ. Maracás, γαλλ. maracas]
29458μαραμπού[μαραμποῦ] μα-ρα-μπού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΝΙΘ. μεγάλο τροπικό πουλί (επιστ. ονομασ. Leptoptilos crumeniferus) συγγενές του πελαργού, με άσπρο και γκρίζο φτέρωμα, σκληρό ράμφος, γυμνό λαιμό και κεφάλι, και χαρακτηριστικό πρόλοβο, που ζει στα έλη της Αφρικής και της ΝΑ Ασίας. Βλ. ερωδιός. [< γαλλ. marabout]
29459μαράνταμα-ρά-ντα ουσ. (θηλ.): τροπικό αμερικανικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Marantaceae, γένος Maranta, ιδ. M. leuconera) με εντυπωσιακά σκούρα πράσινα φύλλα. Βλ. καλαθέα. [< γαλλ. maranta, 1693, ιταλ. ανθρ. B. Maranta, αγγλ.-ιταλ. ~]
29460μαρασκίνομα-ρα-σκί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία βύσσινου που χρησιμοποιείται σε μαρμελάδες, γλυκά και ιδ. λικέρ: κερασάκια ~. Γαρνίρουμε το κοκτέιλ με ~. [< ιταλ. maraschino]
29461μαρασμόςμα-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) τελματώδης κατάσταση, παρακμή: ηθικός/κοινωνικός/οικονομικός/πολιτι(στι)κός ~. ~ του κράτους. Βιολογικός ~ της χώρας (: γήρανση). Βρίσκεται/οδηγείται/πέφτει σε ~ό. ΣΥΝ. κατάπτωση (2), ξεπεσμός, ύφεση (1) ΑΝΤ. ακμή (1), αναγέννηση (1), ανθηρότητα (1), άνθιση (1) 2. ΙΑΤΡ. βαθμιαία εξάντληση του οργανισμού· ειδικότ. απίσχνανση, μυϊκή ατροφία και απάθεια, που παρουσιάζεται συνήθ. σε παιδιά και οφείλεται κυρ. σε υποσιτισμό, δυσαπορρόφηση ή μεταβολικές διαταραχές. Πβ. αθρεψία, καχεξία. 3. (κυρ. για φυτά) απώλεια δροσιάς, φρεσκάδας. [< μτγν. μαρασμός, γαλλ. marasme, αγγλ. marasmus]
29462μαραφέτιμα-ρα-φέ-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. ματζαφλάρι 1. κάθε αντικείμενο, συνήθ. μικρό εξάρτημα ή εργαλείο, του οποίου ο ομιλητής δεν γνωρίζει το όνομά του, δεν το θυμάται ή δεν θέλει να το κατονομάσει: Δώσε μου αυτό το ~ να ξεβιδώσω τη λάμπα! Πβ. μαρκούτσι. 2. (κατ' ευφημ.) πέος. ΣΥΝ. μαρκούτσι (3) [< τουρκ. marifet]
29463μάργαμάρ-γα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. μαλακό, αργιλούχο, ιζηματογενές πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο, το οποίο βρίσκεται συνήθ. στις ακτές και χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή τσιμέντου. [< γαλλ. marne, ιταλ. marna]
29464μαργαϊκός, ή, ό μαρ-γα-ϊ-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τη μάργα: ~ά: ιζήματα.
29465μαργαρίνημαρ-γα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εδώδιμη λιπαρή ουσία που αποτελείται κυρ. από πολυακόρεστα φυτικά έλαια και νερό, μοιάζει με βούτυρο και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατό του, επειδή είναι πιο υγιεινή, καθώς περιέχει πολύτιμες λιποδιαλυτές βιταμίνες. Πβ. φυτίνη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. margarine < αρχ. μάργαρον, μαργαρίτης ‘μαργαριτάρι’]
29466μαργαρίταμαρ-γα-ρί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum leucanthemum), με άνθη κίτρινα στο κέντρο και λευκά πέταλα· συνεκδ. το αντίστοιχο λουλούδι: άγρια ~. 2. αλκοολούχο κοκτέιλ που φτιάχνεται από τεκίλα και χυμό από εσπεριδοειδή, συνήθ. λεμόνι, το οποίο σερβίρεται με τριμμένο πάγο και αλάτι στα χείλη του ποτηριού. ● Υποκ.: μαργαριτούλα (η) ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα βλ. μαδώ [< 1: παλαιό ιταλ. margarita 2: αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ~, 1980]
29467μαργαριταρένιος, ια, ιο μαρ-γα-ρι-τα-ρέ-νιος επίθ.: (συνήθ. για κόσμημα) που έχει κατασκευαστεί ή διακοσμηθεί με μαργαριτάρια· (κατ' επέκτ.-μτφ.) που μοιάζει με αυτά: ~ιο: κολιέ/σκουλαρίκι.|| ~ια: λάμψη. ~ιο: λευκό.|| (συνήθ. ως χαϊδευτ. προσφών.) ~ια (: καραμελένια) μου! Βλ. -ένιος. [< μεσν. μαργαριταρέν(ι)ος]
29468μαργαριτάριμαρ-γα-ρι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαργαριταρ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρός και στιλπνός πολύτιμος λίθος, συνήθ. στρογγυλού σχήματος και λευκού χρώματος, ο οποίος δημιουργείται μέσα στο όστρακο μαλακίων, συνήθ. στρειδιών: μαύρο/ροζ/σπάνιο ~. Φυσικά/ψεύτικα ~ια. ~ια από καλλιέργεια. Αλιεία ~ιών.|| (συνεκδ.) Περιδέραιο από/με ~ια (= πέρλες).|| (κατ' επέκτ.) Σταγόνες σαν ~. ΣΥΝ. μαργαρίτης 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ σοβαρό γλωσσικό λάθος, που δηλώνει έλλειψη κατάρτισης: μεταφραστικά/ορθογραφικά ~ια. Μαθητικά ~ια. ● Υποκ.: μαργαριταράκι (το) [< 1: μεσν. μαργαριτάρι(ο)ν 2: γαλλ. perle, 1935]
29469μαργαρίτηςμαρ-γα-ρί-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): ΟΡΥΚΤ. μαργαριτάρι. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. μαργαρίτης (λίθος)]
29470μαργαριτοφόρος, α, ο μαρ-γα-ρι-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που περιέχει μαργαριτάρια: ~α: όστρακα/στρείδια. Βλ. -φόρος. [< μτγν. μαργαριτοφόρος ‘που παράγει μαργαριτάρια’, ιταλ. perlifero]
29471μάργαρομάρ-γα-ρο ουσ. (ουδ.) & μάργαρος (ο): σκληρή ουσία, συνήθ. λευκή με ιριδισμούς, που εκκρίνεται στο εσωτερικό ορισμένων οστρακοειδών και από την οποία δημιουργείται το μαργαριτάρι. ΣΥΝ. σεντέφι, φίλντισι (2) [< μτγν. μάργαρον ‘μαργαριτάρι’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.