Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30160-30180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29472μαργιόλης, α, ικο βλ. μαριόλης
29473μαργώνωμαρ-γώ-νω ρ. (μτβ.) {μάργω-σα, -μένος} (λαϊκό): πουντιάζω, κοκαλιάζω. [< μεσν. μαργώνω]
29474μαρέγκαμα-ρέ-γκα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. μείγμα από χτυπημένα ασπράδια αβγών με ή χωρίς ζάχαρη: αφράτη/μαλακή/σφιχτή ~. Δένει η ~. Χτυπάμε τη ~ με χυμό λεμονιού και βανίλια. Μπισκότα ~ας. Βλ. πάβλοβα. [< γαλλ. meringue]
29475μαρένβλ. μπλε μαρέν
29476μάρζιπανβλ. μάρτζιπαν
29477μαρήβλ. μωρή
29478ΜαρίαΜα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Παναγία. 2. ως απάντηση σε αυτονόητη ερώτηση: -Εγώ θα σκουπίσω; -Εμ ποιος, η ~; ● ΦΡ.: και/κι η κουτσή Μαρία/Μαριώ (προφ.): και ο πιο παρακατιανός, ο τελευταίος, ο κατώτερος: Ακόμα ~ ~ έχει κινητό!, κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, σαν την οσία (Μαρία) βλ. όσιος [< 1: μτγν. Μαρία]
29479μαριάτσιμα-ρι-ά-τσι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: περιπλανώμενο μουσικό συγκρότητα, κυρ. τρομπετίστας, κιθαρίστας, βιολιστής, που παίζει παραδοσιακή φολκλορική μουσική, συνήθ. σε γάμους και γιορτές στο Μεξικό. [< αμερικ. mariachi, 1941, γαλλ. ~, 1985]
29480μαρίδαμα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ασημί ψάρι (επιστ. ονομασ. Spicara smaris) με μακρόστενο σώμα, που ζει κοπαδιαστά, κυρ. στη Μεσόγειο και στα παράλια του Ατλαντικού, και τρώγεται τηγανητό. Βλ. αθερίνα, μέν-, τσέρ-ουλα. 2. (μτφ.-περιληπτ.) πλήθος ατόμων μικρής ηλικίας ή σπανιότ. περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων: Μαζεύτηκε όλη η ~ (= πιτσιρικαρία).|| Φορολογικά μέτρα που πλήττουν τη ~ και όχι τους μεγαλοεπιχειρηματίες. ● Υποκ.: μαριδάκι (το): στη σημ. 1., μαριδούλα & μαριδίτσα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. μαρίδα < αρχ. σμαρίς]
29481μαρίμπαμα-ρί-μπα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο αφρικανικής προέλευσης, με οχτώ ξύλινες ή μεταλλικές πλάκες, πιο λεπτές και πιο πλατιές από εκείνες του ξυλόφωνου, τοποθετημένες πάνω σε ηχείο. Πβ. βιμπράφωνο. [< γαλλ. marimba]
29482μαρίναμα-ρί-να ουσ. (θηλ.): μικρό λιμάνι, τμήμα του κύριου λιμανιού ή δίπλα σε αυτό, για την πρόσδεση και εξυπηρέτηση τουριστικών πλοίων και ιδιωτικών σκαφών αναψυχής: ~ για κότερα. [< αμερικ. marina, 1924, γαλλ. ~, 1950, ιταλ. ~, 1983]
29483μαρινάραμα-ρι-νά-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μακαρόνια με σάλτσα από ντομάτα, σκόρδο και μπαχαρικά· ειδικότ. η συγκεκριμένη σάλτσα: πίτσα/σπαγγέτι (αλά) ~. Βλ. καρμπονάρα, μπολονέζ, ναπολιτέν. [< ιταλ. (alla) marinara, περ. 1950]
29484μαρινάρισμαμα-ρι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρινάρω: ~ πριν από το ψήσιμο. ~ λαχανικών/πουλερικών. ~ με κρεμμύδι/λάδι/ξίδι. Βλ. -ισμα.
29485μαρινάρωμα-ρι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {μαρινάρι-σα, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.): ΜΑΓΕΙΡ. βάζω συνήθ. κρέας ή ψάρι σε μαρινάτα, πριν μαγειρευτεί, για να μαλακώσει, να νοστιμίσει ή να διατηρηθεί περισσότερο: ~ με κρασί. Βλ. παστώνω. [< ιταλ. marinare]
29486μαρινάταμα-ρι-νά-τα ουσ. (θηλ.) & μαρινάδα: ΜΑΓΕΙΡ. (για κρέας ή ψάρι) σάλτσα κυρ. από λάδι, ξίδι, λεμόνι, αλάτι και μπαχαρικά: ~ βασιλικού/με δεντρολίβανο. ΣΥΝ. σαβόρε & σαβόρι [< ιταλ. marinata]
29487μαρινάτος, η, ο [μαρινᾶτος] μα-ρι-νά-τος επίθ.: που έχει μαριναριστεί: μπαρμπούνια ~α. Γαύρος ~ με σκόρδο και μάραθο. Βλ. -άτος. [< ιταλ. marinato]
29488μαριόλης, α, ικο μα-ριό-λης επίθ./ουσ. {σπάν. -ηδες, συνήθ. στο θηλ.} & μαργιόλης (λαϊκό): ναζιάρης, παιχνιδιάρης, πονηρός, κατεργάρης: ~α: γυναίκα. ~ικο: βλέμμα/χαμόγελο. ~ικα: μάτια.|| (ως ουσ.) Με τα καμώματά της με κατάφερε πάλι η ~α! Πβ. τσαχπίνης. ● επίρρ.: μαργιόλικα [< μεσν. μαριόλος < βεν. mariol]
29489μαριονέταμα-ριο-νέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κούκλα με κινητά μέλη που κρέμονται από σύρματα, κλωστές ή σπάγκους: χειροποίητη ~. Θέατρο/κατασκευή ~ας.|| (συνεκδ.) Σκηνοθεσία ~ας (= κουκλοθέατρου). Βλ. νευρόσπαστο. 2. (μτφ.-μειωτ.) υποχείριο: αχυράνθρωποι και ~ες.|| (ως παραθετικό σύνθ.) άνθρωπος/καθεστώς/κυβέρνηση-~. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. άθυρμα (1), ανδρείκελο (1), ενεργούμενο, πιόνι (2) [< γαλλ. marionnette. Πβ. αγγλ. puppet government]
29490μαριονετίσταςμα-ριο-νε-τί-στας ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας χειριστής μαριονέτας: δεξιοτέχνης ~. ~ του δρόμου/του κουκλοθέατρου. Πβ. κουκλοπαίκτης. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. marionnettiste]
29491μαριχουάναμα-ρι-χου-ά-να ουσ. (θηλ.): παραισθησιογόνο ναρκωτικό, μείγμα από αποξηραμένα φύλλα και άνθη ινδικής κάνναβης· συνεκδ. το ίδιο το φυτό. Πβ. χασίς, σκανκ. [< αγγλ. marijuana, marihuana, γαλλ. marihuana, 1920, marijuana, 1933]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.