| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29458 | μαραμπού | [μαραμποῦ] μα-ρα-μπού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΝΙΘ. μεγάλο τροπικό πουλί (επιστ. ονομασ. Leptoptilos crumeniferus) συγγενές του πελαργού, με άσπρο και γκρίζο φτέρωμα, σκληρό ράμφος, γυμνό λαιμό και κεφάλι, και χαρακτηριστικό πρόλοβο, που ζει στα έλη της Αφρικής και της ΝΑ Ασίας. Βλ. ερωδιός. [< γαλλ. marabout] | |
| 29459 | μαράντα | μα-ρά-ντα ουσ. (θηλ.): τροπικό αμερικανικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Marantaceae, γένος Maranta, ιδ. M. leuconera) με εντυπωσιακά σκούρα πράσινα φύλλα. Βλ. καλαθέα. [< γαλλ. maranta, 1693, ιταλ. ανθρ. B. Maranta, αγγλ.-ιταλ. ~] | |
| 29460 | μαρασκίνο | μα-ρα-σκί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία βύσσινου που χρησιμοποιείται σε μαρμελάδες, γλυκά και ιδ. λικέρ: κερασάκια ~. Γαρνίρουμε το κοκτέιλ με ~. [< ιταλ. maraschino] | |
| 29461 | μαρασμός | μα-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) τελματώδης κατάσταση, παρακμή: ηθικός/κοινωνικός/οικονομικός/πολιτι(στι)κός ~. ~ του κράτους. Βιολογικός ~ της χώρας (: γήρανση). Βρίσκεται/οδηγείται/πέφτει σε ~ό. ΣΥΝ. κατάπτωση (2), ξεπεσμός, ύφεση (1) ΑΝΤ. ακμή (1), αναγέννηση (1), ανθηρότητα (1), άνθιση (1) 2. ΙΑΤΡ. βαθμιαία εξάντληση του οργανισμού· ειδικότ. απίσχνανση, μυϊκή ατροφία και απάθεια, που παρουσιάζεται συνήθ. σε παιδιά και οφείλεται κυρ. σε υποσιτισμό, δυσαπορρόφηση ή μεταβολικές διαταραχές. Πβ. αθρεψία, καχεξία. 3. (κυρ. για φυτά) απώλεια δροσιάς, φρεσκάδας. [< μτγν. μαρασμός, γαλλ. marasme, αγγλ. marasmus] | |
| 29462 | μαραφέτι | μα-ρα-φέ-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. ματζαφλάρι 1. κάθε αντικείμενο, συνήθ. μικρό εξάρτημα ή εργαλείο, του οποίου ο ομιλητής δεν γνωρίζει το όνομά του, δεν το θυμάται ή δεν θέλει να το κατονομάσει: Δώσε μου αυτό το ~ να ξεβιδώσω τη λάμπα! Πβ. μαρκούτσι. 2. (κατ' ευφημ.) πέος. ΣΥΝ. μαρκούτσι (3) [< τουρκ. marifet] | |
| 29463 | μάργα | μάρ-γα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. μαλακό, αργιλούχο, ιζηματογενές πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο, το οποίο βρίσκεται συνήθ. στις ακτές και χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή τσιμέντου. [< γαλλ. marne, ιταλ. marna] | |
| 29464 | μαργαϊκός | , ή, ό μαρ-γα-ϊ-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τη μάργα: ~ά: ιζήματα. | |
| 29465 | μαργαρίνη | μαρ-γα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εδώδιμη λιπαρή ουσία που αποτελείται κυρ. από πολυακόρεστα φυτικά έλαια και νερό, μοιάζει με βούτυρο και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατό του, επειδή είναι πιο υγιεινή, καθώς περιέχει πολύτιμες λιποδιαλυτές βιταμίνες. Πβ. φυτίνη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. margarine < αρχ. μάργαρον, μαργαρίτης ‘μαργαριτάρι’] | |
| 29466 | μαργαρίτα | μαρ-γα-ρί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum leucanthemum), με άνθη κίτρινα στο κέντρο και λευκά πέταλα· συνεκδ. το αντίστοιχο λουλούδι: άγρια ~. 2. αλκοολούχο κοκτέιλ που φτιάχνεται από τεκίλα και χυμό από εσπεριδοειδή, συνήθ. λεμόνι, το οποίο σερβίρεται με τριμμένο πάγο και αλάτι στα χείλη του ποτηριού. ● Υποκ.: μαργαριτούλα (η) ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα βλ. μαδώ [< 1: παλαιό ιταλ. margarita 2: αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ~, 1980] | |
| 29467 | μαργαριταρένιος | , ια, ιο μαρ-γα-ρι-τα-ρέ-νιος επίθ.: (συνήθ. για κόσμημα) που έχει κατασκευαστεί ή διακοσμηθεί με μαργαριτάρια· (κατ' επέκτ.-μτφ.) που μοιάζει με αυτά: ~ιο: κολιέ/σκουλαρίκι.|| ~ια: λάμψη. ~ιο: λευκό.|| (συνήθ. ως χαϊδευτ. προσφών.) ~ια (: καραμελένια) μου! Βλ. -ένιος. [< μεσν. μαργαριταρέν(ι)ος] | |
| 29468 | μαργαριτάρι | μαρ-γα-ρι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαργαριταρ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρός και στιλπνός πολύτιμος λίθος, συνήθ. στρογγυλού σχήματος και λευκού χρώματος, ο οποίος δημιουργείται μέσα στο όστρακο μαλακίων, συνήθ. στρειδιών: μαύρο/ροζ/σπάνιο ~. Φυσικά/ψεύτικα ~ια. ~ια από καλλιέργεια. Αλιεία ~ιών.|| (συνεκδ.) Περιδέραιο από/με ~ια (= πέρλες).|| (κατ' επέκτ.) Σταγόνες σαν ~. ΣΥΝ. μαργαρίτης 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ σοβαρό γλωσσικό λάθος, που δηλώνει έλλειψη κατάρτισης: μεταφραστικά/ορθογραφικά ~ια. Μαθητικά ~ια. ● Υποκ.: μαργαριταράκι (το) [< 1: μεσν. μαργαριτάρι(ο)ν 2: γαλλ. perle, 1935] | |
| 29469 | μαργαρίτης | μαρ-γα-ρί-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): ΟΡΥΚΤ. μαργαριτάρι. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. μαργαρίτης (λίθος)] | |
| 29470 | μαργαριτοφόρος | , α, ο μαρ-γα-ρι-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που περιέχει μαργαριτάρια: ~α: όστρακα/στρείδια. Βλ. -φόρος. [< μτγν. μαργαριτοφόρος ‘που παράγει μαργαριτάρια’, ιταλ. perlifero] | |
| 29471 | μάργαρο | μάρ-γα-ρο ουσ. (ουδ.) & μάργαρος (ο): σκληρή ουσία, συνήθ. λευκή με ιριδισμούς, που εκκρίνεται στο εσωτερικό ορισμένων οστρακοειδών και από την οποία δημιουργείται το μαργαριτάρι. ΣΥΝ. σεντέφι, φίλντισι (2) [< μτγν. μάργαρον ‘μαργαριτάρι’] | |
| 29472 | μαργιόλης | , α, ικο βλ. μαριόλης | |
| 29473 | μαργώνω | μαρ-γώ-νω ρ. (μτβ.) {μάργω-σα, -μένος} (λαϊκό): πουντιάζω, κοκαλιάζω. [< μεσν. μαργώνω] | |
| 29474 | μαρέγκα | μα-ρέ-γκα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. μείγμα από χτυπημένα ασπράδια αβγών με ή χωρίς ζάχαρη: αφράτη/μαλακή/σφιχτή ~. Δένει η ~. Χτυπάμε τη ~ με χυμό λεμονιού και βανίλια. Μπισκότα ~ας. Βλ. πάβλοβα. [< γαλλ. meringue] | |
| 29475 | μαρέν | βλ. μπλε μαρέν | |
| 29476 | μάρζιπαν | βλ. μάρτζιπαν | |
| 29477 | μαρή | βλ. μωρή |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ