Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3000-3020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2042αλειφαδόροςβλ. αλοιφαδόρος
2043αλειφατικός, ή, ό [ἀλειφατικός] α-λει-φα-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε οργανικές ενώσεις με δομή ανοιχτής αλυσίδας: ~ός: διαλύτης/υδρογονάνθρακας. ~ή: αλκοόλη/αλυσίδα. ~ό: οξύ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλειφατική/άκυκλη ένωση: οργανική ένωση της οποίας η δομή περιέχει μια ευθεία αλυσίδα μορίων: κορεσμένη ~ ~. ΑΝΤ. κυκλική ένωση [< γαλλ. aliphatique, 1903, αγγλ. aliphatic]
2044αλείφω[ἀλείφω] α-λεί-φω ρ. (μτβ.) {άλει-ψα, -φτηκα, -μμένος, αλείφ-οντας} & (σπάν.) αλείβω: καλύπτω μια επιφάνεια συνήθ. με λεπτή στρώση λιπαρής ουσίας: ~ουμε τα φύλλα της ζύμης με λάδι. ~ όλο το σώμα με αντηλιακή κρέμα. Ταψάκι/ψωμί ~μμένο με βούτυρο. Πβ. επαλείφω, λαδώνω. Βλ. πασαλείβω. ● ΦΡ.: να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι βλ. μέλι [< αρχ. ἀλείφω]
2045αλέκιαστος, η, ο [ἀλέκιαστος] α-λέ-κια-στος επίθ. (προφ.) 1. χωρίς λεκέδες: ~ο: τραπεζομάντιλο. 2. (μτφ.) που είναι άμεμπτος, άσπιλος: Η καρδιά του είναι λευκή κι ~η σαν το χιόνι. Πβ. ακηλίδωτος.
2047αλεξανδρινό[ἀλεξανδρινό] α-λε-ξαν-δρι-νό ουσ. (ουδ.) & αλεξανδριανό: ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Euphorbia pulcherrima) με παχύ φύλλωμα και μεγάλα φύλλα, συνήθ. κόκκινα και σπανιότ. κίτρινα ή λευκά: το ~, το λουλούδι των Χριστουγέννων. ΣΥΝ. ποϊνσέτια
2048αλεξανδρινός, ή, ό [ἀλεξανδρινός] α-λε-ξαν-δρι-νός επίθ. & (προφ.) αλεξαντρινός: που προέρχεται από ή σχετίζεται με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ιδ. της ελληνιστικής περιόδου: ~ή: βιβλιοθήκη/εποχή ή περίοδος/σχολή/τέχνη. Πβ. ελληνιστικός.|| ~ός: στίχος (: ιαμβικός δωδεκασύλλαβος της γαλλικής ποίησης). ● Ουσ.: Αλεξανδρινοί (οι): οι φιλόλογοι και γραμματικοί της αλεξανδρινής εποχής. ● ΣΥΜΠΛ.: (Αλεξανδρινή/Ελληνιστική) Κοινή βλ. κοινός [< μτγν. Ἀλεξανδρινός]
2049αλεξανδρίτης[ἀλεξανδρίτης] α-λε-ξαν-δρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. σπάνιος πολύτιμος λίθος με χρώμα πράσινο στο φως της ημέρας ή βαθύ κόκκινο σε τεχνητό φως. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ. alexandrite]
2050Αλεξανδρουπολίτης, Αλεξανδρουπολίτισσα[Ἀλεξανδρουπολίτης] Α-λε-ξαν-δρου-πο-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Αλεξανδρούπολη.
2051αλεξήλιο[ἀλεξήλιο] α-λε-ξή-λι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. εξάρτημα του αυτοκινήτου για προστασία από τις ηλιακές ακτίνες: ~ (συν)οδηγού. ~ με καθρέφτη. 2. (σπάν.) ομπρέλα για προστασία από τον ήλιο. ΣΥΝ. παρασόλι [< γαλλ. parasol]
2052αλεξήνεμο[ἀλεξήνεμο] α-λε-ξή-νε-μο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (συνήθ. για όχημα) κάθε επιφάνεια, κατασκευή, εξάρτημα που προστατεύει από τον άνεμο: επίπεδο/κυρτό ~. ~ αυτοκινήτου (πβ. παρμπρίζ)/μοτοσικλέτας (πβ. ζελατίνα)/σκάφους. Πβ. ανεμοθώρακας. Βλ. ανεμοφράκτης.|| (σπάν.) ~ μικροφώνου. [< μεσν. επίθ. αλεξήνεμος]
2053αλεξι- & αλεξί- & αλεξ-(λόγ.): λεξικό πρόθημα επιθέτων που σημαίνει προστασία από ανεπιθύμητη δράση ή αποτέλεσμα και συνηθέστ. ουδετέρων κυρ. ουσιαστικών που δηλώνουν το σχετικό μέσο: αλεξί-σφαιρος.|| Αλεξι-κέραυνο. Αλεξί-πτωτο. Αλεξ-ήλιο.
2054αλεξία[ἀλεξία] α-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από απώλεια της ικανότητας ανάγνωσης και κατανόησης των γραπτών λέξεων ή προτάσεων λόγω εγκεφαλικής κάκωσης ή βλάβης εκ γενετής. [< γαλλ. alexie, αγγλ. alexia]
2055αλεξιβρόχιο[ἀλεξιβρόχιο] α-λε-ξι-βρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λόγ.): ομπρέλα για προστασία από τη βροχή.
2056αλεξιθυμία[ἀλεξιθυμία] α-λε-ξι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. αδυναμία ενός ατόμου να εκφράσει, να περιγράψει τη συναισθηματική του κατάσταση. [< αγγλ. alexithymia, 1972]
2057αλεξικέραυνο[ἀλεξικέραυνο] α-λε-ξι-κέ-ραυ-νο ουσ. (ουδ.) 1. μηχανισμός προστασίας από κεραυνούς, αποτελούμενος συνήθ. από μία ή περισσότερες γειωμένες μεταλλικές ράβδους που τοποθετούνται στο υψηλότερο σημείο κτιρίου, πλοίου ή γέφυρας: Τα ~α δημιουργούν εύκολη δίοδο του κεραυνού προς τη γη. 2. (μτφ.) πρόσωπο που γίνεται αποδέκτης των συνεπειών μιας αρνητικής κατάστασης, χωρίς να ευθύνεται: επικοινωνιακό ~. ~ της λαϊκής οργής. Βλ. αποδιοπομπαίος τράγος. [< γαλλ. paratonnerre, βλ. και parafoudre]
2058αλεξιπτωτισμός[ἀλεξιπτωτισμός] α-λε-ξι-πτω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. η τεχνική και ιδ. κατ' επέκτ. το άθλημα της πτώσης από μεγάλο ύψος με αλεξίπτωτο: στρατιωτικός ~. ~ ελεύθερης πτώσης/πλαγιάς. Βλ. αιωροπτερισμός, ανεμοπορία.|| (σπάν.-μτφ.) Κομματικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. parachutisme, 1920]
2059αλεξιπτωτιστής, αλεξιπτωτίστρια[ἀλεξιπτωτιστής] α-λε-ξι-πτω-τι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με τον αλεξιπτωτισμό: έμπειρος/ερασιτέχνης ~. ~ές πλαγιάς. Σχολή ~ών. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός που έχει εκπαιδευτεί στην πτώση με αλεξίπτωτο και υπηρετεί σε επίλεκτες μονάδες Ειδικών Δυνάμεων: έφεδρος ~. Δυνάμεις ~ών. Ρίψη ~ών. Βλ. καταδρομέας, πρασινοσκούφης. 3. (μτφ.-μειωτ.) άτομο που τοποθετείται σε μια θέση ή γενικότ. εμφανίζεται στο προσκήνιο απροσδόκητα και συνήθ. χωρίς τα απαραίτητα προσόντα: Ήρθε σαν ~ και ανέλαβε τη διεύθυνση της εταιρείας. Δεν είναι ~ στην πολιτική. Ο κλάδος έχει γεμίσει ~ές. Πβ. ουρανοκατέβατος. [< 1,2: γαλλ. parachutiste, 1903]
2060αλεξίπτωτο[ἀλεξίπτωτο] α-λε-ξί-πτω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώτου} 1. κατασκευή σε σχήμα ομπρέλας, από μεταξωτό ή συνθετικό ύφασμα, που επιβραδύνει την πτώση ατόμων ή αντικειμένων μέσα στην ατμόσφαιρα: βοηθητικό/διθέσιο/εφεδρικό ~. ~ στατικού ιμάντα. Το ~ αποτελείται από τέσσερα κύρια μέρη, τον θόλο, τα σχοινιά ανάρτησης, τη σαγή και τον σάκο. Ανοίγω/βγάζω το ~. Φόρεσε το ~ και έπεσε/πήδηξε στο κενό.|| (θαλάσσιο σπορ:) Πτήσεις με πολύχρωμο ~ πάνω από την παραλία. 2. μηχανισμός επιβράδυνσης αγωνιστικών αυτοκινήτων ή αεροσκαφών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίπτωτο πλαγιάς: ΑΘΛ. πολύ ελαφρύ αλεξίπτωτο που χρησιμοποιείται για ελεύθερη πτήση από πλαγιά ή κορυφή βουνού ή βράχου· κατ' επέκτ. το ομώνυμο αεράθλημα στο οποίο χρησιμοποιείται αυτός ο τύπος αλεξίπτωτου για τον έλεγχο της κατεύθυνσης και της ταχύτητας προσγείωσης. Πβ. ανεμόπτερο. ΣΥΝ. παραπέντε, χρυσό αλεξίπτωτο (προφ.): εργασιακή συμφωνία βάσει της οποίας δίνεται πολύ υψηλό χρηματικό ποσό σε ανώτερο υπάλληλο που εξαναγκάζεται να αφήσει την εταιρεία, συνήθ. λόγω συγχώνευσης ή εξαγοράς της από άλλη: ~ά ~α αποζημιώσεων/εκατομμυρίων δολαρίων(/ευρώ). [< αγγλ. golden parachute, 1981] [< γαλλ. parachute]
2061αλεξίπυρος, η, ο [ἀλεξίπυρος] α-λε-ξί-πυ-ρος επίθ. (επίσ.): πυρίμαχος: ~ος: τοίχος. ~η: στολή/προστασία. ~ο: κτίριο/υλικό/χρηματοκιβώτιο. ~ες: ενώσεις. Πβ. βραδυφλεγής. [< γαλλ. pare-feu]
2062αλεξίσφαιρος, η, ο [ἀλεξίσφαιρος] α-λε-ξί-σφαι-ρος επίθ.: που δεν διαπερνάται από σφαίρες: ~ο: αυτοκίνητο. Γκισέ από άθραυστο ~ο τζάμι. Πβ. θωρακισμένος.|| ~η: προστασία. Βλ. -σφαιρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίσφαιρο (γιλέκο): κατασκευασμένο από ανθρακονήματα ή χημικές ίνες που παρέχει προστασία από θραύσματα βομβών, χειροβομβίδων, βλημάτων, ναρκών, από σφαίρες πυροβόλου όπλου ή από μαχαίρι. Βλ. κέβλαρ. [< γαλλ. pare-balles, αγγλ. bullet-proof]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.