Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3000-3020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2052αλεξήνεμο[ἀλεξήνεμο] α-λε-ξή-νε-μο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (συνήθ. για όχημα) κάθε επιφάνεια, κατασκευή, εξάρτημα που προστατεύει από τον άνεμο: επίπεδο/κυρτό ~. ~ αυτοκινήτου (πβ. παρμπρίζ)/μοτοσικλέτας (πβ. ζελατίνα)/σκάφους. Πβ. ανεμοθώρακας. Βλ. ανεμοφράκτης.|| (σπάν.) ~ μικροφώνου. [< μεσν. επίθ. αλεξήνεμος]
2053αλεξι- & αλεξί- & αλεξ-(λόγ.): λεξικό πρόθημα επιθέτων που σημαίνει προστασία από ανεπιθύμητη δράση ή αποτέλεσμα και συνηθέστ. ουδετέρων κυρ. ουσιαστικών που δηλώνουν το σχετικό μέσο: αλεξί-σφαιρος.|| Αλεξι-κέραυνο. Αλεξί-πτωτο. Αλεξ-ήλιο.
2054αλεξία[ἀλεξία] α-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από απώλεια της ικανότητας ανάγνωσης και κατανόησης των γραπτών λέξεων ή προτάσεων λόγω εγκεφαλικής κάκωσης ή βλάβης εκ γενετής. [< γαλλ. alexie, αγγλ. alexia]
2055αλεξιβρόχιο[ἀλεξιβρόχιο] α-λε-ξι-βρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λόγ.): ομπρέλα για προστασία από τη βροχή.
2056αλεξιθυμία[ἀλεξιθυμία] α-λε-ξι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. αδυναμία ενός ατόμου να εκφράσει, να περιγράψει τη συναισθηματική του κατάσταση. [< αγγλ. alexithymia, 1972]
2057αλεξικέραυνο[ἀλεξικέραυνο] α-λε-ξι-κέ-ραυ-νο ουσ. (ουδ.) 1. μηχανισμός προστασίας από κεραυνούς, αποτελούμενος συνήθ. από μία ή περισσότερες γειωμένες μεταλλικές ράβδους που τοποθετούνται στο υψηλότερο σημείο κτιρίου, πλοίου ή γέφυρας: Τα ~α δημιουργούν εύκολη δίοδο του κεραυνού προς τη γη. 2. (μτφ.) πρόσωπο που γίνεται αποδέκτης των συνεπειών μιας αρνητικής κατάστασης, χωρίς να ευθύνεται: επικοινωνιακό ~. ~ της λαϊκής οργής. Βλ. αποδιοπομπαίος τράγος. [< γαλλ. paratonnerre, βλ. και parafoudre]
2058αλεξιπτωτισμός[ἀλεξιπτωτισμός] α-λε-ξι-πτω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. η τεχνική και ιδ. κατ' επέκτ. το άθλημα της πτώσης από μεγάλο ύψος με αλεξίπτωτο: στρατιωτικός ~. ~ ελεύθερης πτώσης/πλαγιάς. Βλ. αιωροπτερισμός, ανεμοπορία.|| (σπάν.-μτφ.) Κομματικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. parachutisme, 1920]
2059αλεξιπτωτιστής, αλεξιπτωτίστρια[ἀλεξιπτωτιστής] α-λε-ξι-πτω-τι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με τον αλεξιπτωτισμό: έμπειρος/ερασιτέχνης ~. ~ές πλαγιάς. Σχολή ~ών. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός που έχει εκπαιδευτεί στην πτώση με αλεξίπτωτο και υπηρετεί σε επίλεκτες μονάδες Ειδικών Δυνάμεων: έφεδρος ~. Δυνάμεις ~ών. Ρίψη ~ών. Βλ. καταδρομέας, πρασινοσκούφης. 3. (μτφ.-μειωτ.) άτομο που τοποθετείται σε μια θέση ή γενικότ. εμφανίζεται στο προσκήνιο απροσδόκητα και συνήθ. χωρίς τα απαραίτητα προσόντα: Ήρθε σαν ~ και ανέλαβε τη διεύθυνση της εταιρείας. Δεν είναι ~ στην πολιτική. Ο κλάδος έχει γεμίσει ~ές. Πβ. ουρανοκατέβατος. [< 1,2: γαλλ. parachutiste, 1903]
2060αλεξίπτωτο[ἀλεξίπτωτο] α-λε-ξί-πτω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώτου} 1. κατασκευή σε σχήμα ομπρέλας, από μεταξωτό ή συνθετικό ύφασμα, που επιβραδύνει την πτώση ατόμων ή αντικειμένων μέσα στην ατμόσφαιρα: βοηθητικό/διθέσιο/εφεδρικό ~. ~ στατικού ιμάντα. Το ~ αποτελείται από τέσσερα κύρια μέρη, τον θόλο, τα σχοινιά ανάρτησης, τη σαγή και τον σάκο. Ανοίγω/βγάζω το ~. Φόρεσε το ~ και έπεσε/πήδηξε στο κενό.|| (θαλάσσιο σπορ:) Πτήσεις με πολύχρωμο ~ πάνω από την παραλία. 2. μηχανισμός επιβράδυνσης αγωνιστικών αυτοκινήτων ή αεροσκαφών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίπτωτο πλαγιάς: ΑΘΛ. πολύ ελαφρύ αλεξίπτωτο που χρησιμοποιείται για ελεύθερη πτήση από πλαγιά ή κορυφή βουνού ή βράχου· κατ' επέκτ. το ομώνυμο αεράθλημα στο οποίο χρησιμοποιείται αυτός ο τύπος αλεξίπτωτου για τον έλεγχο της κατεύθυνσης και της ταχύτητας προσγείωσης. Πβ. ανεμόπτερο. ΣΥΝ. παραπέντε, χρυσό αλεξίπτωτο (προφ.): εργασιακή συμφωνία βάσει της οποίας δίνεται πολύ υψηλό χρηματικό ποσό σε ανώτερο υπάλληλο που εξαναγκάζεται να αφήσει την εταιρεία, συνήθ. λόγω συγχώνευσης ή εξαγοράς της από άλλη: ~ά ~α αποζημιώσεων/εκατομμυρίων δολαρίων(/ευρώ). [< αγγλ. golden parachute, 1981] [< γαλλ. parachute]
2061αλεξίπυρος, η, ο [ἀλεξίπυρος] α-λε-ξί-πυ-ρος επίθ. (επίσ.): πυρίμαχος: ~ος: τοίχος. ~η: στολή/προστασία. ~ο: κτίριο/υλικό/χρηματοκιβώτιο. ~ες: ενώσεις. Πβ. βραδυφλεγής. [< γαλλ. pare-feu]
2062αλεξίσφαιρος, η, ο [ἀλεξίσφαιρος] α-λε-ξί-σφαι-ρος επίθ.: που δεν διαπερνάται από σφαίρες: ~ο: αυτοκίνητο. Γκισέ από άθραυστο ~ο τζάμι. Πβ. θωρακισμένος.|| ~η: προστασία. Βλ. -σφαιρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίσφαιρο (γιλέκο): κατασκευασμένο από ανθρακονήματα ή χημικές ίνες που παρέχει προστασία από θραύσματα βομβών, χειροβομβίδων, βλημάτων, ναρκών, από σφαίρες πυροβόλου όπλου ή από μαχαίρι. Βλ. κέβλαρ. [< γαλλ. pare-balles, αγγλ. bullet-proof]
2064αλεπονουρά[ἀλεπονουρά] α-λε-πο-νου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αυτοφυές μονοετές ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Alopecurus myosuroides) με κιτρινοπράσινο φύλλωμα , που απαντάται σε όλη την Ευρώπη. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) αλεποουρά.
2065αλεποουρά[ἀλεποουρά] α-λε-πο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. σπαθόσεγα: δίδυμη/ηλεκτρική ~. Πριόνι ~. ~ γενικής χρήσης για πριόνισμα ξύλου, γυψοσανίδας και πλαστικού. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) ουρά αλεπούς. ΣΥΝ. αλεπονουρά (2) [< 1: γερμ. Fuchsschwanz]
2066αλεπού[ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού]
2067αλεπουδίσιος, ια, ιο [ἀλεπουδίσιος] α-λε-που-δί-σιος επίθ.: που ανήκει στην αλεπού ή αποτελεί γνώρισμά της: ~ια: ουρά.|| (μτφ.) ~ιο: βλέμμα. ~ια: μάτια (= πονηρά, πανέξυπνα). Βλ. -ίσιος.
2069αλέρωτος, η, ο [ἀλέρωτος] α-λέ-ρω-τος επίθ.: που δεν έχει λερωθεί: ~α: χέρια. Πβ. αλέκιαστος, καθαρός.
2070άλεση[ἄλεση] ά-λε-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -έσεως}: μετατροπή στερεών υλικών σε σκόνη ή πολτό μέσω τριβής: λεπτή/ξηρή/υγρή ~. Η ~ του καφέ/του πιπεριού/της τροφής. ~ κρέατος/σπόρων. ~ ορυκτών/τσιμέντου. Μηχανές/μύλος/συστήματα ~ης. Ανεµόµυλοι για ~ σιτηρών. Πβ. πολτοποίηση, σύνθλιψη. Βλ. αλευροποίηση. ΣΥΝ. άλεσμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ολικής αλέσεως & άλεσης: (για προϊόν) που παρασκευάζεται από σπόρους οι οποίοι διατηρούν όλα τα μέρη τους κατά τη διάρκεια της άλεσης ή της επεξεργασίας: αλεύρι ~ ~ (βλ. άσπρο αλεύρι). Δημητριακά/παξιμάδια/ψωμί ~ ~. Βλ. αναποφλοίωτος. [< μεσν. άλεσις]
2071άλεσμα[ἄλεσμα] ά-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αλέσμ-ατος | -ατα} 1. άλεση: το ~ των δημητριακών/των ελιών/των κόκκων/του ρυζιού/των σιτηρών/της τροφής (= μάσημα). ~ καρπών/ζωοτροφών. Χοντρό, μεσαίο και ψιλό ~ καφέ/κρέατος. Πβ. κονιορτο-, πολτο-ποίηση, λιώσιμο, σύνθλιψη. 2. (λαϊκό) το προϊόν του αλέσματος ή η ποσότητα που πρόκειται να αλεστεί: Έβαλε τα ~ατα στα σακιά. [< μεσν. άλεσμα]
2072αλεστικός, ή, ό [ἀλεστικός] α-λε-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο άλεσμα: ~ό: δικαίωμα. ~οί: ανεμό-/νερό-μυλοι. ~ές μηχανές (σε καφεκοπτεία). ● Ουσ.: αλεστικά (τα): η αμοιβή για το άλεσμα. ● ΦΡ.: μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) βλ. σκύλος [< μεσν. αλεστικός]
2073αλέτρι[ἀλέτρι] α-λέ-τρι ουσ. (ουδ.) {αλετρ-ιού| -ιών} 1. (κυρ. παλαιότ.) εργαλείο για το όργωμα της γης: ξύλινο ~. ~ με (σιδερένιο) υνί. ΣΥΝ. άροτρο 2. (συνεκδ.-λαϊκό) το όργωμα της γης: Έκανε το δεύτερο ~ με πυκνές αυλακιές. [< μεσν. αλέτρι(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.