| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29478 | Μαρία | Μα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Παναγία. 2. ως απάντηση σε αυτονόητη ερώτηση: -Εγώ θα σκουπίσω; -Εμ ποιος, η ~; ● ΦΡ.: και/κι η κουτσή Μαρία/Μαριώ (προφ.): και ο πιο παρακατιανός, ο τελευταίος, ο κατώτερος: Ακόμα ~ ~ έχει κινητό!, κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, σαν την οσία (Μαρία) βλ. όσιος [< 1: μτγν. Μαρία] | |
| 29479 | μαριάτσι | μα-ρι-ά-τσι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: περιπλανώμενο μουσικό συγκρότητα, κυρ. τρομπετίστας, κιθαρίστας, βιολιστής, που παίζει παραδοσιακή φολκλορική μουσική, συνήθ. σε γάμους και γιορτές στο Μεξικό. [< αμερικ. mariachi, 1941, γαλλ. ~, 1985] | |
| 29480 | μαρίδα | μα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ασημί ψάρι (επιστ. ονομασ. Spicara smaris) με μακρόστενο σώμα, που ζει κοπαδιαστά, κυρ. στη Μεσόγειο και στα παράλια του Ατλαντικού, και τρώγεται τηγανητό. Βλ. αθερίνα, μέν-, τσέρ-ουλα. 2. (μτφ.-περιληπτ.) πλήθος ατόμων μικρής ηλικίας ή σπανιότ. περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων: Μαζεύτηκε όλη η ~ (= πιτσιρικαρία).|| Φορολογικά μέτρα που πλήττουν τη ~ και όχι τους μεγαλοεπιχειρηματίες. ● Υποκ.: μαριδάκι (το): στη σημ. 1., μαριδούλα & μαριδίτσα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. μαρίδα < αρχ. σμαρίς] | |
| 29481 | μαρίμπα | μα-ρί-μπα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο αφρικανικής προέλευσης, με οχτώ ξύλινες ή μεταλλικές πλάκες, πιο λεπτές και πιο πλατιές από εκείνες του ξυλόφωνου, τοποθετημένες πάνω σε ηχείο. Πβ. βιμπράφωνο. [< γαλλ. marimba] | |
| 29482 | μαρίνα | μα-ρί-να ουσ. (θηλ.): μικρό λιμάνι, τμήμα του κύριου λιμανιού ή δίπλα σε αυτό, για την πρόσδεση και εξυπηρέτηση τουριστικών πλοίων και ιδιωτικών σκαφών αναψυχής: ~ για κότερα. [< αμερικ. marina, 1924, γαλλ. ~, 1950, ιταλ. ~, 1983] | |
| 29483 | μαρινάρα | μα-ρι-νά-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μακαρόνια με σάλτσα από ντομάτα, σκόρδο και μπαχαρικά· ειδικότ. η συγκεκριμένη σάλτσα: πίτσα/σπαγγέτι (αλά) ~. Βλ. καρμπονάρα, μπολονέζ, ναπολιτέν. [< ιταλ. (alla) marinara, περ. 1950] | |
| 29484 | μαρινάρισμα | μα-ρι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρινάρω: ~ πριν από το ψήσιμο. ~ λαχανικών/πουλερικών. ~ με κρεμμύδι/λάδι/ξίδι. Βλ. -ισμα. | |
| 29485 | μαρινάρω | μα-ρι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {μαρινάρι-σα, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.): ΜΑΓΕΙΡ. βάζω συνήθ. κρέας ή ψάρι σε μαρινάτα, πριν μαγειρευτεί, για να μαλακώσει, να νοστιμίσει ή να διατηρηθεί περισσότερο: ~ με κρασί. Βλ. παστώνω. [< ιταλ. marinare] | |
| 29486 | μαρινάτα | μα-ρι-νά-τα ουσ. (θηλ.) & μαρινάδα: ΜΑΓΕΙΡ. (για κρέας ή ψάρι) σάλτσα κυρ. από λάδι, ξίδι, λεμόνι, αλάτι και μπαχαρικά: ~ βασιλικού/με δεντρολίβανο. ΣΥΝ. σαβόρε & σαβόρι [< ιταλ. marinata] | |
| 29487 | μαρινάτος | , η, ο [μαρινᾶτος] μα-ρι-νά-τος επίθ.: που έχει μαριναριστεί: μπαρμπούνια ~α. Γαύρος ~ με σκόρδο και μάραθο. Βλ. -άτος. [< ιταλ. marinato] | |
| 29488 | μαριόλης | , α, ικο μα-ριό-λης επίθ./ουσ. {σπάν. -ηδες, συνήθ. στο θηλ.} & μαργιόλης (λαϊκό): ναζιάρης, παιχνιδιάρης, πονηρός, κατεργάρης: ~α: γυναίκα. ~ικο: βλέμμα/χαμόγελο. ~ικα: μάτια.|| (ως ουσ.) Με τα καμώματά της με κατάφερε πάλι η ~α! Πβ. τσαχπίνης. ● επίρρ.: μαργιόλικα [< μεσν. μαριόλος < βεν. mariol] | |
| 29489 | μαριονέτα | μα-ριο-νέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κούκλα με κινητά μέλη που κρέμονται από σύρματα, κλωστές ή σπάγκους: χειροποίητη ~. Θέατρο/κατασκευή ~ας.|| (συνεκδ.) Σκηνοθεσία ~ας (= κουκλοθέατρου). Βλ. νευρόσπαστο. 2. (μτφ.-μειωτ.) υποχείριο: αχυράνθρωποι και ~ες.|| (ως παραθετικό σύνθ.) άνθρωπος/καθεστώς/κυβέρνηση-~. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. άθυρμα (1), ανδρείκελο (1), ενεργούμενο, πιόνι (2) [< γαλλ. marionnette. Πβ. αγγλ. puppet government] | |
| 29490 | μαριονετίστας | μα-ριο-νε-τί-στας ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας χειριστής μαριονέτας: δεξιοτέχνης ~. ~ του δρόμου/του κουκλοθέατρου. Πβ. κουκλοπαίκτης. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. marionnettiste] | |
| 29491 | μαριχουάνα | μα-ρι-χου-ά-να ουσ. (θηλ.): παραισθησιογόνο ναρκωτικό, μείγμα από αποξηραμένα φύλλα και άνθη ινδικής κάνναβης· συνεκδ. το ίδιο το φυτό. Πβ. χασίς, σκανκ. [< αγγλ. marijuana, marihuana, γαλλ. marihuana, 1920, marijuana, 1933] | |
| 29492 | μάρκα | μάρ-κα ουσ. (θηλ.) 1. εμπορικό όνομα ή σήμα τυποποιημένων προϊόντων, το οποίο δηλώνει την εταιρεία κατασκευής τους· συνεκδ. η αντίστοιχη εταιρεία: άγνωστη/δημοφιλής/κορυφαία ~. Επώνυμη ~ (βλ. υπογραφή). ~ αυτοκινήτου/κινητού/ουίσκι/τσιγάρων. Εμπόρευμα διαφορετικής/ίδιας ~ας. Tι ~ ρολόι φοράτε; Πβ. ετικέτα, φίρμα. 2. κέρμα, συνήθ. πλαστικό, το οποίο συμβολίζει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και χρησιμοποιείται κυρ. στο καζίνο και σε χαρτοπαικτικές λέσχες, αντί για χρήματα, προς διευκόλυνση των συναλλαγών: ~ αξίας δέκα ευρώ. Τοποθετήστε τη ~ στο τραπέζι της ρουλέτας. Πόνταρα μια ~ στο νούμερο εννιά. Βλ. τσιπ2. 3. (λαϊκό, για πρόσ.) πανέξυπνος, καπάτσος, πονηρός: Είναι μεγάλη ~! Κατάλαβα τι ~ είσαι! Πβ. επιτήδειος, μαφία. ● ΦΡ.: μάρκα μ' έκαψες (προφ.-ειρων.): για προϊόν άγνωστης μάρκας και αμφίβολης ποιότητας ή για πρόσωπο αναξιόπιστο: Αγόρασα μια οθόνη ~ ~.|| Καλά, αυτός είναι ~ ~! [< ιταλ. marca] | |
| 29493 | μαρκαδόρος | μαρ-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. είδος στιλό με υγρό μελάνι το οποίο έχει μεγάλη διάρκεια: ανεξίτηλος ~. ~ υπογράμμισης (= υπογραμμιστής). ~ για ζωγραφική/σιντί/σχέδιο. Χρωματιστοί ~οι. ~οι διαφανειών/πίνακα. Κασετίνα με ~ους και ξυλομπογιές. Βλ. -αδόρος, μολύβι. 2. υπάλληλος που χειρίζεται τις μάρκες, συνήθ. σε χαρτοπαικτική λέσχη. ● Υποκ.: μαρκαδοράκι (το) [< ισπ. marcador] | |
| 29494 | μαρκάρισμα | μαρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΑΝΤ. ξεμαρκάρισμα: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρκάρω: ~ ζώων. ~ με λέιζερ/σπρέι.|| (ΑΘΛ.) Άγριο/αντικανονικό/στενό ~. Βλ. -ισμα, κόψιμο. | |
| 29495 | μαρκάρω | μαρ-κά-ρω ρ. (μτβ.) {μάρκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ισμένος, μαρκάρ-οντας} (προφ.) 1. σημαδεύω, βάζω διακριτικό, αναγνωριστικό σήμα σε κάτι: ~ με κόκκινο. Ο σκοπευτής πυροβόλησε στο σημείο που είχε ~άρει. Τα προϊόντα ~ίστηκαν με το λογότυπο της επιχείρησης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το κείμενο/μια λέξη με το ποντίκι. Πβ. επισημαίνω, σημειώνω, σταμπάρω. ΣΥΝ. τσεκάρω (2) 2. ΑΘΛ. εφαρμόζω πιεστική άμυνα στον αντίπαλο: ~ει σκληρά. (αργκό) ~ε με τα μάτια (: άφηνε τον αντίπαλο ελεύθερο). [< ιταλ. marcare] | |
| 29496 | μαρκέ | μαρ-κέ επίθ. {άκλ.} 1. μαρκαρισμένος: τιμή ~ (: που δίνεται από την εταιρεία). 2. με μάρκα: προϊόντα ~. [< γαλλ. marqué] | |
| 29497 | μαρκετερί | μαρ-κε-τε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: τεχνική που σχετίζεται με τη διακόσμηση και επένδυση ξύλινων επιφανειών, κυρ. επίπλων, με σχήματα και παραστάσεις συνήθ. από καπλαμάδες, φύλλα μετάλλου, φίλντισι ή ακρυλικά πλαστικά. [< γαλλ. marqueterie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ