| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29492 | μάρκα | μάρ-κα ουσ. (θηλ.) 1. εμπορικό όνομα ή σήμα τυποποιημένων προϊόντων, το οποίο δηλώνει την εταιρεία κατασκευής τους· συνεκδ. η αντίστοιχη εταιρεία: άγνωστη/δημοφιλής/κορυφαία ~. Επώνυμη ~ (βλ. υπογραφή). ~ αυτοκινήτου/κινητού/ουίσκι/τσιγάρων. Εμπόρευμα διαφορετικής/ίδιας ~ας. Tι ~ ρολόι φοράτε; Πβ. ετικέτα, φίρμα. 2. κέρμα, συνήθ. πλαστικό, το οποίο συμβολίζει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και χρησιμοποιείται κυρ. στο καζίνο και σε χαρτοπαικτικές λέσχες, αντί για χρήματα, προς διευκόλυνση των συναλλαγών: ~ αξίας δέκα ευρώ. Τοποθετήστε τη ~ στο τραπέζι της ρουλέτας. Πόνταρα μια ~ στο νούμερο εννιά. Βλ. τσιπ2. 3. (λαϊκό, για πρόσ.) πανέξυπνος, καπάτσος, πονηρός: Είναι μεγάλη ~! Κατάλαβα τι ~ είσαι! Πβ. επιτήδειος, μαφία. ● ΦΡ.: μάρκα μ' έκαψες (προφ.-ειρων.): για προϊόν άγνωστης μάρκας και αμφίβολης ποιότητας ή για πρόσωπο αναξιόπιστο: Αγόρασα μια οθόνη ~ ~.|| Καλά, αυτός είναι ~ ~! [< ιταλ. marca] | |
| 29493 | μαρκαδόρος | μαρ-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. είδος στιλό με υγρό μελάνι το οποίο έχει μεγάλη διάρκεια: ανεξίτηλος ~. ~ υπογράμμισης (= υπογραμμιστής). ~ για ζωγραφική/σιντί/σχέδιο. Χρωματιστοί ~οι. ~οι διαφανειών/πίνακα. Κασετίνα με ~ους και ξυλομπογιές. Βλ. -αδόρος, μολύβι. 2. υπάλληλος που χειρίζεται τις μάρκες, συνήθ. σε χαρτοπαικτική λέσχη. ● Υποκ.: μαρκαδοράκι (το) [< ισπ. marcador] | |
| 29494 | μαρκάρισμα | μαρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΑΝΤ. ξεμαρκάρισμα: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρκάρω: ~ ζώων. ~ με λέιζερ/σπρέι.|| (ΑΘΛ.) Άγριο/αντικανονικό/στενό ~. Βλ. -ισμα, κόψιμο. | |
| 29495 | μαρκάρω | μαρ-κά-ρω ρ. (μτβ.) {μάρκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ισμένος, μαρκάρ-οντας} (προφ.) 1. σημαδεύω, βάζω διακριτικό, αναγνωριστικό σήμα σε κάτι: ~ με κόκκινο. Ο σκοπευτής πυροβόλησε στο σημείο που είχε ~άρει. Τα προϊόντα ~ίστηκαν με το λογότυπο της επιχείρησης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το κείμενο/μια λέξη με το ποντίκι. Πβ. επισημαίνω, σημειώνω, σταμπάρω. ΣΥΝ. τσεκάρω (2) 2. ΑΘΛ. εφαρμόζω πιεστική άμυνα στον αντίπαλο: ~ει σκληρά. (αργκό) ~ε με τα μάτια (: άφηνε τον αντίπαλο ελεύθερο). [< ιταλ. marcare] | |
| 29496 | μαρκέ | μαρ-κέ επίθ. {άκλ.} 1. μαρκαρισμένος: τιμή ~ (: που δίνεται από την εταιρεία). 2. με μάρκα: προϊόντα ~. [< γαλλ. marqué] | |
| 29497 | μαρκετερί | μαρ-κε-τε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: τεχνική που σχετίζεται με τη διακόσμηση και επένδυση ξύλινων επιφανειών, κυρ. επίπλων, με σχήματα και παραστάσεις συνήθ. από καπλαμάδες, φύλλα μετάλλου, φίλντισι ή ακρυλικά πλαστικά. [< γαλλ. marqueterie] | |
| 29498 | μάρκετινγκ | μάρ-κε-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάρκετιγκ: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οργανωμένων ενεργειών μιας επιχείρησης που στοχεύει στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πελατών, προκειμένου να επιτευχθεί η συνεχής και επαναλαμβανόμενη αύξηση των πωλήσεων· συνεκδ. το αντίστοιχο τμήμα της εταιρείας: βιομηχανικό/εμπορικό/ηλεκτρονικό (βλ. τηλε~)/πράσινο (: προώθηση φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων και υπηρεσιών)/τουριστικό ~. Καριέρα/σπουδές στο ~. Η επιστήμη/οι κανόνες του ~. Διαχείριση/έρευνα/στρατηγική ~.|| Το ~ της εταιρείας εδρεύει στο Λονδίνο. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεσο μάρκετινγκ/άμεση διαφήμιση: μέθοδος προώθησης προϊόντων μέσω τηλεφώνου, (παλαιότ.) φαξ, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου επικοινωνίας, με κύριο χαρακτηριστικό την άμεση και εξατομικευμένη επικοινωνία με τον πελάτη. Βλ. τηλεμάρκετινγκ. [< αγγλ. direct marketing, 1912] , πράσινο μάρκετινγκ βλ. πράσινος. [< αμερικ. marketing, γαλλ. ~, 1944] | |
| 29499 | μαρκετίστας | μαρ-κε-τί-στας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το μάρκετινγκ. Βλ. -ίστας. | |
| 29500 | μαρκήσιος, μαρκησία | μαρ-κή-σι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μαρκησί-ου}: τίτλος ευγενείας, στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, κατώτερης βαθμίδας από τον δούκα και ανώτερης από τον κόμη, καθώς και ο/η κάτοχός του. [< μεσν. μαρκήσιος] | |
| 29501 | μαρκίζα | μαρ-κί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ταμπέλα σε χώρους θεάματος όπου αναγράφονται τα ονόματα των καλλιτεχνών, των πρωταγωνιστών ή των συντελεστών: φίρμες στη ~ του μαγαζιού. 2. προεξοχή σε στέγη ή σε εξωτερικό τοίχο κτιρίου, για την προστασία του κυρ. από τη βροχή ή με διακοσμητική χρήση: ~ μπαλκονιού. Πβ. γείσο. ΣΥΝ. πρόστεγο (1) [< γαλλ. marquise] | |
| 29502 | μάρκο | μάρ-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. (παλαιότ.) νομισματική μονάδα της Γερμανίας ή της Φινλανδίας, πριν από την καθιέρωση του ευρώ. [< μεσν. μάρκον(ν) ‘ποσότητα χρυσού ή ασημιού, νόμισμα’ < ιταλ. marco] | |
| 29503 | μαρκούτσι | μαρ-κού-τσι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κάθε μακρουλό αντικείμενο, ιδ. το μικρόφωνο: δημοσιογράφοι με τα ~ια στο χέρι. ΣΥΝ. μαραφέτι (1), ματζαφλάρι (1) 2. ο μακρύς, εύκαμπτος σωλήνας από τον οποίο εισπνέεται ο καπνός του ναργιλέ. Πβ. καπνοσύριγγα. Βλ. λουλάς, τουμπεκί. 3. πέος. ΣΥΝ. μαραφέτι (2), ματζαφλάρι (2) [< τουρκ. marpuç] | |
| 29504 | μαρμάγκα | μαρ-μά-γκα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. δηλητηριώδης αράχνη. Πβ. σφαλάγγι. ● ΦΡ.: τον/το τρώει η μαρμάγκα: για κάποιον ή κάτι που εξαφανίζεται ή καταστρέφεται: Όσοι φεύγουν από την ομάδα, τους τρώει η ~.|| Έβαλε το ποδήλατο στην αποθήκη και το έφαγε η ~.|| (απειλητ.) Θα σας φάει η ~ (: θα σας βρει κακό), αν δεν υπακούσετε! [< αλβ. merimangë] | |
| 29505 | μαρμαράδικο | μαρ-μα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαρμαρογλυφείο. Βλ. -άδικο. | |
| 29506 | μαρμαράς | μαρ-μα-ράς ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που κατεργάζεται μάρμαρα ή καλύπτει επιφάνειες με μάρμαρο ή έμπορος αυτού του υλικού. Πβ. μαρμαροτεχνίτης. Βλ. -άς, πλακάς. [< μεσν. μαρμαράς] | |
| 29507 | μαρμαρένιος | , ια, ιο μαρ-μα-ρέ-νιος επίθ. (λογοτ.): μαρμάρινος. Βλ. -ένιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τα μαρμαρένια αλώνια βλ. αλώνι [< μεσν. μαρμαρένιος] | |
| 29508 | μαρμαρίνη | μαρ-μα-ρί-νη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & μαρμαρίνα: επίστρωση επιφανειών με μικρά, συνήθ. χρωματιστά, μαρμάρινα τεμάχια, ενωμένα μεταξύ τους με τσιμέντο και μαρμαρόσκονη. Βλ. μωσαϊκό. | |
| 29509 | μαρμάρινος | , η, ο μαρ-μά-ρι-νος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από μάρμαρο: ~ος: ανδριάντας/πάγκος. ~η: επιγραφή/πλάκα/προτομή. ~ο: άγαλμα/τέμπλο/τζάκι. ΣΥΝ. μαρμαρένιος [< μτγν. μαρμάρινος] | |
| 29510 | μάρμαρο | μάρ-μα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρό ασβεστολιθικό πέτρωμα με ποικίλα χρώματα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην οικοδομική και τη γλυπτική· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο τέχνης: γυαλισμένο/(υπό)λευκο/παριανό/πεντελικό/φυσικό ~. Αψίδες/γλυπτά/κολόνες/σκάλες από ~ (= μαρμάρινες). Σαλόνι/τραπέζι με ~. Μπάνια επενδεδυμένα με ~. Επεξεργασία ~άρου. Εξόρυξη ~άρων.|| Το αίτημα της επιστροφής των ~άρων (: των γλυπτών) του Παρθενώνα. 2. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: στήθος-~ (= γερό). Λείος/λευκός/ψυχρός σαν ~. (προφ.) Έμεινα ~ (= μαρμάρωσα, πάγωσα). ● ΣΥΜΠΛ.: τα ελγίνεια (μάρμαρα) βλ. ελγίνεια ● ΦΡ.: πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω [< μτγν. μάρμαρον < αρχ. ὁ μάρμαρος’λευκή η λαμπερή πέτρα’ < αρχ. μαρμαίρω ‘αστράφτω, λάμπω, ακτινοβολώ’] | |
| 29511 | μαρμαρογλύπτης | μαρ-μα-ρο-γλύ-πτης ουσ. (αρσ.): καλλιτέχνης που ασχολείται με τη μαρμαρογλυπτική. Πβ. μαρμαροτεχνίτης. Βλ. λιθοξόος. [< μτγν. μαρμαρογλύπτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ