| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29512 | μαρμαρογλυπτική | μαρ-μα-ρο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): γλυπτική σε μάρμαρο: εκκλησιαστική ~. | |
| 29513 | μαρμαρογλυφείο | [μαρμαρογλυφεῖο] μαρ-μα-ρο-γλυ-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαστήριο όπου γίνεται η κατεργασία του μαρμάρου ή/και κατάστημα όπου αυτό πωλείται. Βλ. -είο. ΣΥΝ. μαρμαράδικο [< γαλλ. marbrerie] | |
| 29514 | μαρμαροθέτημα | μαρ-μα-ρο-θέ-τη-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. διακοσμητική επίστρωση επιφανειών τοίχων ή δαπέδων με μικρά πολύχρωμα τεμάχια μαρμάρου. Βλ. ψηφιδωτό. | |
| 29516 | μαρμαρόσκονη | μαρ-μα-ρό-σκο-νη ουσ. (θηλ.): σκόνη μαρμάρου που χρησιμοποιείται κυρ. στην οικοδομική. | |
| 29517 | μαρμαρόστρωση | μαρ-μα-ρό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): κάλυψη επιφάνειας με μάρμαρο. Βλ. πλακόστρωση. | |
| 29518 | μαρμαρόστρωτος | , η, ο μαρ-μα-ρό-στρω-τος επίθ. (λόγ.): που είναι στρωμένος με μάρμαρο: ~η: πλατεία. Βλ. -στρωτος. [< μεσν. μαρμαρόστρωτος] | |
| 29519 | μαρμαροτεχνίτης | μαρ-μα-ρο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): μαρμαράς· ειδικότ. μαρμαρογλύπτης. Βλ. -τεχνίτης. | |
| 29520 | μαρμαροψηφίδα | μαρ-μα-ρο-ψη-φί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ψηφίδα μαρμάρου που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή ψηφιδωτών. | |
| 29521 | μαρμαρυγή | μαρ-μα-ρυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. βαριά πάθηση της καρδιάς που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστη, αναποτελεσματική και ταχεία συστολή των μυϊκών της ινών. Βλ. πτερυγισμός. 2. (λόγ.) περιοδική διακύμανση της έντασης του φωτός· γενικότ. λάμψη, λαμπύρισμα: ~ των άστρων/των χρωμάτων. Βλ. αναλαμπή, στίλβη. ● ΣΥΜΠΛ.: κοιλιακή μαρμαρυγή: ΙΑΤΡ. αρρυθμία που προσβάλλει την κοιλία της καρδιάς και οδηγεί σε ανακοπή, εκτός αν υπάρξει έγκαιρη απινίδωση., κολπική μαρμαρυγή & μαρμαρυγή των κόλπων: ΙΑΤΡ. αρρυθμία που χαρακτηρίζεται από ανωμαλία της συστολής του κόλπου της καρδιάς και μπορεί να αντιμετωπιστεί φαρμακευτικά: εμμένουσα ~ ~. [< αρχ. μαρμαρυγή ‘λάμψη, γρήγορη κίνηση’, γαλλ. fibrillation, 1907] | |
| 29522 | μαρμαρυγιακός | , ή, ό μαρ-μα-ρυ-γι-α-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τον μαρμαρυγία. | |
| 29523 | μαρμαρυγίας | μαρ-μα-ρυ-γί-ας ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. χρωματιστό ή διάφανο πυριτικό ορυκτό με ιδιαίτερη λάμψη και κρυσταλλική δομή που σχηματίζει πολύ λεπτά φυλλάρια και χρησιμοποιείται κυρ. ως υποκατάστατο του γυαλιού: ακατέργαστος ~. ~ σε σκόνη. Βλ. λεπιδόλιθος. | |
| 29524 | μαρμάρωμα | μαρ-μά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρμαρώνω. ΣΥΝ. πέτρωμα2 (3) | |
| 29525 | μαρμαρώνω | μαρ-μα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαρμάρω-σα, -θηκε, -μένος} ΣΥΝ. πετρώνω 1. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. μετατρέπω ή μετατρέπομαι σε μάρμαρο: Η μάγισσα τον ~σε. ~μένη βασιλοπούλα. 2. (μτφ.) μένω ακίνητος ή/και άναυδος από έντονη έκπληξη ή φόβο· γενικότ. δεν μπορώ να κινηθώ: ~σε σαν άγαλμα. Κοιτούσε/στεκόταν ~μένη.|| ~μένος από το κρύο (= ξεπαγιασμένος). ΣΥΝ. κοκαλώνω, παγώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μαρμαρωμένος βασιλιάς: ΙΣΤ. για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο που, σύμφωνα με τον λαϊκό θρύλο, τον μαρμάρωσε Άγγελος Κυρίου, μόλις τον περικύκλωσαν οι Τούρκοι. [< μεσν. μαρμαρώνω < μτγν. μαρμαρῶ] | |
| 29526 | μαρμελάδα | μαρ-με-λά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός βρασμένων φρούτων, ζάχαρης (ή μελιού) και πηκτίνης που αλείφεται συνήθ. στο ψωμί ή τη φρυγανιά ή χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική: σπιτική ~. ~ βερίκοκο/φράουλα. ~ χωρίς συντηρητικά. Βαζάκια ~ας. Τάρτα με ~. Βούτυρο με ~. Βλ. κομπόστα. [< γαλλ. marmelade < πορτ. marmelada < λατ. melimelum < αρχ. μελίμηλον ‘μηλιά μπολιασμένη σε κυδωνιά’] | |
| 29527 | μαρμίτα | μαρ-μί-τα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη μεταλλική και βαθιά χύτρα με διπλό τοίχωμα και καπάκι που κλείνει αεροστεγώς. Βλ. κατσαρόλα, τσουκάλι. 2. (μτφ.) καθετί που αποφέρει κέρδος: η ~ με τα λεφτά. ● ΦΡ.: έπεσε στη μαρμίτα (μτφ.): για απόκτηση ξεχωριστής ικανότητας, συνήθ. από μικρή ηλικία: Από μικρός ~ ~ της δημοσιογραφίας. [< γαλλ. marmite] | |
| 29528 | μαρμότα | μαρ-μό-τα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμου σκίουρου (γένος Arctomys) με στρογγυλό κεφάλι, μικρά αυτιά, παχιά ουρά και πλούσιο καστανοκόκκινο τρίχωμα, το οποίο πέφτει σε χειμερία νάρκη και θηρεύεται κυρ. για τη γούνα του. ● ΣΥΜΠΛ.: η (η)μέρα της μαρμότας: για εμπειρία που επαναλαμβάνεται. [< γαλλ. marmotte] | |
| 29529 | μαρξισμός | μαρ-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. φιλοσοφική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική θεωρία των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς που επισημαίνει τον κεντρικό ρόλο της ταξικής πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής τάξης και τη μετάβαση στη σοσιαλιστική και τελικά την αταξική κοινωνία. Βλ. διαλεκτικός υλισμός, δικτατορία του προλεταριάτου, κολεκτιβ-, κομμουν-, σοσιαλ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρξισμός-λενινισμός βλ. λενινισμός [< γαλλ. marxisme] | |
| 29530 | μαρξιστής | μαρ-ξι-στής ουσ. (αρσ.) {(θηλ.) μαρξίστρια}: οπαδός του μαρξισμού: (ως επίθ.) ~ διανοούμενος/φιλόσοφος. [< γαλλ. marxiste] | |
| 29531 | μαρξιστικός | , ή, ό μαρ-ξι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαρξισμό. [< γαλλ. marxiste] | |
| 29532 | μαροκέν | μα-ρο-κέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (κ. ως επίθ.) ανάγλυφο ύφασμα μεταξωτό ή συνθετικό. Πβ. κρεπ. 2. δέρμα κατσίκας που έχει υποστεί ειδική κατεργασία και χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία και την κατασκευή δερμάτινων αντικειμένων. [< γαλλ. maroquin] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ