Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30220-30240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29519μαρμαροτεχνίτηςμαρ-μα-ρο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): μαρμαράς· ειδικότ. μαρμαρογλύπτης. Βλ. -τεχνίτης.
29520μαρμαροψηφίδαμαρ-μα-ρο-ψη-φί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ψηφίδα μαρμάρου που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή ψηφιδωτών.
29521μαρμαρυγήμαρ-μα-ρυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. βαριά πάθηση της καρδιάς που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστη, αναποτελεσματική και ταχεία συστολή των μυϊκών της ινών. Βλ. πτερυγισμός. 2. (λόγ.) περιοδική διακύμανση της έντασης του φωτός· γενικότ. λάμψη, λαμπύρισμα: ~ των άστρων/των χρωμάτων. Βλ. αναλαμπή, στίλβη. ● ΣΥΜΠΛ.: κοιλιακή μαρμαρυγή: ΙΑΤΡ. αρρυθμία που προσβάλλει την κοιλία της καρδιάς και οδηγεί σε ανακοπή, εκτός αν υπάρξει έγκαιρη απινίδωση., κολπική μαρμαρυγή & μαρμαρυγή των κόλπων: ΙΑΤΡ. αρρυθμία που χαρακτηρίζεται από ανωμαλία της συστολής του κόλπου της καρδιάς και μπορεί να αντιμετωπιστεί φαρμακευτικά: εμμένουσα ~ ~. [< αρχ. μαρμαρυγή ‘λάμψη, γρήγορη κίνηση’, γαλλ. fibrillation, 1907]
29522μαρμαρυγιακός, ή, ό μαρ-μα-ρυ-γι-α-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τον μαρμαρυγία.
29523μαρμαρυγίαςμαρ-μα-ρυ-γί-ας ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. χρωματιστό ή διάφανο πυριτικό ορυκτό με ιδιαίτερη λάμψη και κρυσταλλική δομή που σχηματίζει πολύ λεπτά φυλλάρια και χρησιμοποιείται κυρ. ως υποκατάστατο του γυαλιού: ακατέργαστος ~. ~ σε σκόνη. Βλ. λεπιδόλιθος.
29524μαρμάρωμαμαρ-μά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του μαρμαρώνω. ΣΥΝ. πέτρωμα2 (3)
29525μαρμαρώνωμαρ-μα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαρμάρω-σα, -θηκε, -μένος} ΣΥΝ. πετρώνω 1. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. μετατρέπω ή μετατρέπομαι σε μάρμαρο: Η μάγισσα τον ~σε. ~μένη βασιλοπούλα. 2. (μτφ.) μένω ακίνητος ή/και άναυδος από έντονη έκπληξη ή φόβο· γενικότ. δεν μπορώ να κινηθώ: ~σε σαν άγαλμα. Κοιτούσε/στεκόταν ~μένη.|| ~μένος από το κρύο (= ξεπαγιασμένος). ΣΥΝ. κοκαλώνω, παγώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μαρμαρωμένος βασιλιάς: ΙΣΤ. για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο που, σύμφωνα με τον λαϊκό θρύλο, τον μαρμάρωσε Άγγελος Κυρίου, μόλις τον περικύκλωσαν οι Τούρκοι. [< μεσν. μαρμαρώνω < μτγν. μαρμαρῶ]
29526μαρμελάδαμαρ-με-λά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός βρασμένων φρούτων, ζάχαρης (ή μελιού) και πηκτίνης που αλείφεται συνήθ. στο ψωμί ή τη φρυγανιά ή χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική: σπιτική ~. ~ βερίκοκο/φράουλα. ~ χωρίς συντηρητικά. Βαζάκια ~ας. Τάρτα με ~. Βούτυρο με ~. Βλ. κομπόστα. [< γαλλ. marmelade < πορτ. marmelada < λατ. melimelum < αρχ. μελίμηλον ‘μηλιά μπολιασμένη σε κυδωνιά’]
29527μαρμίταμαρ-μί-τα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη μεταλλική και βαθιά χύτρα με διπλό τοίχωμα και καπάκι που κλείνει αεροστεγώς. Βλ. κατσαρόλα, τσουκάλι. 2. (μτφ.) καθετί που αποφέρει κέρδος: η ~ με τα λεφτά. ● ΦΡ.: έπεσε στη μαρμίτα (μτφ.): για απόκτηση ξεχωριστής ικανότητας, συνήθ. από μικρή ηλικία: Από μικρός ~ ~ της δημοσιογραφίας. [< γαλλ. marmite]
29528μαρμόταμαρ-μό-τα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμου σκίουρου (γένος Arctomys) με στρογγυλό κεφάλι, μικρά αυτιά, παχιά ουρά και πλούσιο καστανοκόκκινο τρίχωμα, το οποίο πέφτει σε χειμερία νάρκη και θηρεύεται κυρ. για τη γούνα του. ● ΣΥΜΠΛ.: η (η)μέρα της μαρμότας: για εμπειρία που επαναλαμβάνεται. [< γαλλ. marmotte]
29529μαρξισμόςμαρ-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. φιλοσοφική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική θεωρία των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς που επισημαίνει τον κεντρικό ρόλο της ταξικής πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής τάξης και τη μετάβαση στη σοσιαλιστική και τελικά την αταξική κοινωνία. Βλ. διαλεκτικός υλισμός, δικτατορία του προλεταριάτου, κολεκτιβ-, κομμουν-, σοσιαλ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρξισμός-λενινισμός βλ. λενινισμός [< γαλλ. marxisme]
29530μαρξιστήςμαρ-ξι-στής ουσ. (αρσ.) {(θηλ.) μαρξίστρια}: οπαδός του μαρξισμού: (ως επίθ.) ~ διανοούμενος/φιλόσοφος. [< γαλλ. marxiste]
29531μαρξιστικός, ή, ό μαρ-ξι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαρξισμό. [< γαλλ. marxiste]
29532μαροκένμα-ρο-κέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (κ. ως επίθ.) ανάγλυφο ύφασμα μεταξωτό ή συνθετικό. Πβ. κρεπ. 2. δέρμα κατσίκας που έχει υποστεί ειδική κατεργασία και χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία και την κατασκευή δερμάτινων αντικειμένων. [< γαλλ. maroquin]
29533μαροκινός, ή, ό μα-ρο-κι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Μαρόκο ή/και τους Μαροκινούς.
29534Μαροκινός, ΜαροκινήΜα-ρο-κι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Μαρόκο ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει τη μαροκινή υπηκοότητα.
29535μαρόνμα-ρόν επίθ. {άκλ.}: καστανός: ~ απόχρωση/βαφή. ● Ουσ.: μαρόν (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~. [< γαλλ. marron]
29536μαρόνμα-ρόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μεγάλο και εκλεκτής ποιότητας κάστανο, με χρήση στη ζαχαροπλαστική. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρόν γλασέ: κάστανο ζαχαρωμένο ή διατηρημένο σε σιρόπι που τρώγεται ως γλύκισμα. [< γαλλ. marron]
29537μαρούλιμα-ρού-λι ουσ. (ουδ.) {μαρουλ-ιού}: ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Lactuca sativa), με κοντό βλαστό και μεγάλα πράσινα φύλλα που τρώγεται ωμό ή μαγειρεμένο: κατσαρό (= σαλάτα)/τρυφερό ~. Καρδιά ~ιού. Αρνάκι φρικασέ με ~. Βλ. άισμπεργκ, λαχανικά, λόλα, πικρομάρουλο. ● Υποκ.: μαρουλάκι (το) [< μτγν. μαρούλιν]
29538μαρουλοσαλάταμα-ρου-λο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό μαρουλόφυλλα. Βλ. -σαλάτα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.