| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29533 | μαροκινός | , ή, ό μα-ρο-κι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Μαρόκο ή/και τους Μαροκινούς. | |
| 29534 | Μαροκινός, Μαροκινή | Μα-ρο-κι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Μαρόκο ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει τη μαροκινή υπηκοότητα. | |
| 29535 | μαρόν | μα-ρόν επίθ. {άκλ.}: καστανός: ~ απόχρωση/βαφή. ● Ουσ.: μαρόν (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~. [< γαλλ. marron] | |
| 29536 | μαρόν | μα-ρόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μεγάλο και εκλεκτής ποιότητας κάστανο, με χρήση στη ζαχαροπλαστική. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρόν γλασέ: κάστανο ζαχαρωμένο ή διατηρημένο σε σιρόπι που τρώγεται ως γλύκισμα. [< γαλλ. marron] | |
| 29537 | μαρούλι | μα-ρού-λι ουσ. (ουδ.) {μαρουλ-ιού}: ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Lactuca sativa), με κοντό βλαστό και μεγάλα πράσινα φύλλα που τρώγεται ωμό ή μαγειρεμένο: κατσαρό (= σαλάτα)/τρυφερό ~. Καρδιά ~ιού. Αρνάκι φρικασέ με ~. Βλ. άισμπεργκ, λαχανικά, λόλα, πικρομάρουλο. ● Υποκ.: μαρουλάκι (το) [< μτγν. μαρούλιν] | |
| 29538 | μαρουλοσαλάτα | μα-ρου-λο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό μαρουλόφυλλα. Βλ. -σαλάτα. | |
| 29539 | μαρουλόφυλλο | μα-ρου-λό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: φύλλο μαρουλιού. [< μεσν. μαρουλόφυλλον] | |
| 29540 | μαρς | επιφών.: ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. παράγγελμα για την έναρξη μιας δραστηριότητας: Έτοιμοι; ~! Μεταβολή, ~! Εμπρός, ~, βάδην! Βλ. στοπ!|| (κατ' επέκτ.) Ξεκινήστε λοιπόν, μην τεμπελιάζετε, ~ ~! ~ ~ φύγαμε! ΑΝΤ. αλτ1 [< γαλλ. marche] | |
| 29541 | μαρς | ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. στρατιωτικό εμβατήριο, με τον έντονο ρυθμό του οποίου συντονίζεται το βήμα μιας ομάδας: γαλλικά ~. [< γαλλ. marche] | |
| 29542 | μαρσάλα | μαρ-σά-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό γλυκό κρασί από τη Μαρσάλα της Σικελίας που χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική. [< ιταλ.-γαλλ. marsala] | |
| 29543 | μαρσάρισμα | μαρ-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαρσάρω: ~ της μηχανής. Βλ. -ισμα. | |
| 29544 | μαρσάρω | μαρ-σά-ρω ρ. (αμτβ.) {μάρσαρ-α κ. μαρσάρ-ισα, -οντας} (προφ.): (για οδηγό) πατάω απότομα και δυνατά γκάζι, για να αναπτύξω ταχύτητα ή για να προκαλέσω θόρυβο: Στο φανάρι ~ει επιδεικτικά με τη μηχανή. Πβ. γκαζώνω. [< γαλλ. marcher] | |
| 29545 | μάρσιπαν | βλ. μάρτζιπαν | |
| 29546 | μαρσιποποίηση | μαρ-σι-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία το τοίχωμα κύστης, που απέμεινε μετά τη μερική της αφαίρεση, ράβεται με την τομή του δέρματος με τέτοιο τρόπο, ώστε ο μάρσιπος που σχηματίζεται να συρρικνώνεται σταδιακά. Βλ. αποφλοίωση, εκπυρήνιση, -ποίηση. [< αγγλ. marsupialization] | |
| 29547 | μάρσιπος | μάρ-σι-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίπου} & μάρσιππος 1. ΖΩΟΛ. εξωτερική δερματική πτυχή σαν σάκος που βρίσκεται στην κοιλιακή χώρα των θηλυκών μαρσιποφόρων και περιέχει τις θηλές για την ανάπτυξη και μεταφορά των νεογνών τους. Βλ. πλακούντας. 2. θήκη με ιμάντες που περνιούνται στους ώμους για τη μεταφορά των μωρών πάνω στο σώμα: ~ αγκαλιάς. [< αρχ. μάρσιπ(π)ος ‘σάκος, τσάντα’] | |
| 29548 | μαρσιποφόρος | , ος, ο μαρ-σι-πο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει μάρσιπο. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: μαρσιποφόρα (τα): ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών, κυρ. της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, το θηλυκό των οποίων έχει μάρσιπο. Βλ. καγκουρό, κοάλα, οπόσουμ. [< γαλλ. marsupiaux] [< γαλλ.-αγγλ. marsupial] | |
| 29549 | μαρσπιέ | μαρ-σπιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σκαλοπάτι που διευκολύνει την επιβίβαση ή αποβίβαση από όχημα: αναδιπλούμενα/προστατευτικά/σταθερά ~. ~ από αλουμίνιο. ~ οδηγού. Προφυλακτήρες και πλευρικά ~. Βλ. αναβατήρας. [< γαλλ. marchepied] | |
| 29550 | μαρτενσίτης | μαρ-τεν-σί-της ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. στερεό διάλυμα άνθρακα σε σίδηρο για την αύξηση της σκληρότητας του χάλυβα και τη μείωση της μαγνητικότητάς του. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. martensite, 1903, γερμ. ανθρ. A. Martens] | |
| 29551 | μαρτενσιτικός | , ή, ό μαρ-τεν-σι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαρτενσίτη ή τον περιέχει: ~ός: μετασχηματισμός. ~ή: βαφή. ~ό: κράμα. Σφυρήλατα προϊόντα από ~ό χάλυβα. [< γαλλ. martensitique, 1921] | |
| 29552 | μαρτζαφλάρι | βλ. ματζαφλάρι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ