| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29553 | μάρτζιπαν | μάρ-τζι-παν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάρζιπαν & μάρτσιπαν & μάρσιπαν: ΖΑΧΑΡ. γλυκιά κίτρινη ή λευκή πάστα από αλεσμένα αμύγδαλα, ζάχαρη και ασπράδι αβγού που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη κέικ ή ως συστατικό ζαχαρωδών προϊόντων· συνεκδ. το αντίστοιχο κέικ ή γλύκισμα: ρόφημα με σοκολάτα, φουντούκι και ~. Αμυγδαλόπαστα σε διάφορα σχέδια από ~.|| Γεμιστά/τυλιχτά ~. Βλ. αμυγδαλωτά. [< γερμ. Marzipan] | |
| 29554 | Μάρτης | Μάρ-της ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. Μάρτιος. 2. (κ. με πεζό μ) βραχιολάκι πλεγμένο από λευκά και κόκκινα νήματα που, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, προστατεύει από τον μαρτιάτικο ήλιο. ● ΦΡ.: από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα (παροιμ.): για τις αλλαγές του καιρού που παρατηρούνται τους συγκεκριμένους μήνες, προμηνύοντας τη μετάβαση στο καλοκαίρι και τον χειμώνα, αντίστοιχα., λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; (παροιμ.): συνήθ. για πρόσωπο που επιδιώκει να εμφανίζεται παντού., Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) (παροιμ.): για τις κακές καιρικές συνθήκες του Μαρτίου (κυρ. απότομο και δυνατό κρύο)., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. Μάρτης] | |
| 29555 | μαρτιάτικος | , η, ο μαρ-τιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον Μάρτιο. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: μαρτιάτικα ● ΦΡ.: καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας βλ. καλοκαιρία | |
| 29556 | μαρτίνι | μαρ-τί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες κοκτέιλ με τζιν και λευκό ξηρό βερμούτ: κόκκινο/λευκό ~. || Κοκτέιλ βότκα ~. [< ιταλ. εμπορ. ονομασ. Martini (e Rossi, γαλλ. ~, περ. 1930] | |
| 29557 | Μάρτιος | Μάρ-τι-ος ουσ. (αρσ.) {-ίου (λαϊκό) -ιού} & (προφ.) Μάρτης: ο τρίτος μήνας του χρόνου και ο πρώτος της άνοιξης. [< μτγν. Μάρτιος] | |
| 29558 | μάρτυρας | μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(θηλ. γεν. μάρτυρος) | μαρτύρ-ων} 1. πρόσωπο που βλέπει ή αντιλαμβάνεται κάποιο γεγονός και είναι σε θέση να μιλήσει γι' αυτό: αξιόπιστος ~. ~ του ατυχήματος/της δολοφονίας/του εγκλήματος/του τροχαίου. Βρέθηκα/ήμουν ~ στο περιστατικό.|| (μτφ.) Η περιοχή έγινε ~ καταστροφών (: γνώρισε καταστροφές). 2. ΝΟΜ. & (λόγ.) μάρτυς: πρόσωπο που καταθέτει ενόρκως ενώπιον Αρχής για δικαστική υπόθεση και απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με το τι είδε και γνωρίζει· που παρίσταται σε επίσημη πράξη, με στόχο την πιστοποίησή της: αυτόκλητος/βασικός/κύριος/προστατευόμενος ~. ~ κατηγορίας/υπεράσπισης. ~ σε δίκη. ~-κλειδί. ~ ενώπιον ανακριτή/δικαστή/δικαστηρίου/ενόρκων/επιτροπής/στρατοδικείου. ~ εναντίον/υπέρ του ... Κατάθεση/κλήτευση/προσαγωγή/ψευδορκία ~α. Εμφανίζομαι/εξετάζομαι/παρουσιάζομαι/προσέρχομαι ως ~. Η αξιοπιστία του ~α αμφισβητήθηκε. Ο ~ ορκίστηκε στο Ευαγγέλιο. Είστε σίγουρος, κύριε μάρτυς, ότι αυτοί είναι οι δράστες; Καθεστώς προστασίας ~ων. Βλ. ψευδο~.|| Η δήλωση έγινε ενώπιον ~ων. Η διαθήκη συντάχθηκε/υπογράφηκε παρουσία ~ων. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως ένδειξη ή απόδειξη: Τα ευρήματα αποτελούν ~ες της ύπαρξης προϊστορικών λαών. 4. ΕΚΚΛΗΣ. & (λόγ.) μάρτυς: χριστιανός που διώχθηκε, υπέστη βασανιστήρια και θανατώθηκε για την πίστη του: ~ της Εκκλησίας. Η κάρα/το λείψανο του ~α. Το αίμα/η μνήμη των ~ων. Πβ. ιερο~. Βλ. άγιος, μεγαλο~, νεο~, οσιο~, πρωτο~, ομολογητής. 5. (μτφ.) αυτός που έχασε τη ζωή του για κάποιο ιδανικό ή/και για τα πιστεύω του· κατ' επέκτ. πρόσωπο που δεινοπαθεί, ταλαιπωρείται: ~ της ειρήνης/της ελευθερίας. Βλ. εθνο~, ηρωο~.|| Πώς αντέχει τόση γκρίνια; Είναι ~ (πβ. ήρωας)! ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας & αδιάψευστη/αψευδής μαρτυρία: βέβαιο, αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο: Το βιντεοσκοπημένο υλικό είναι ο ~ ~ της συνάντησής τους., αυτήκοος μάρτυρας βλ. αυτήκοος, αυτόπτης μάρτυρας βλ. αυτόπτης, μάρτυρες του Ιεχωβά βλ. Ιεχωβά ● ΦΡ.: μάρτυς/μάρτυράς μου ο Θεός: (σε όρκο) για διαβεβαίωση περί της αλήθειας των λεγομένων: ~ ~, δεν το ήθελα/ήξερα!, τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; βλ. χρεία [< μεσν. μάρτυρας, 4,5: γαλλ. martyr] | |
| 29559 | μαρτυράω | βλ. μαρτυρώ | |
| 29560 | μαρτυρία | μαρ-τυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) {μαρτυρι-ών} 1. στοιχείο, πληροφορία που αποτελεί ένδειξη ή πηγή για πρόσωπα ή/και γεγονότα: αναμφισβήτητη/αρχαιολογική/γραπτή/έγκυρη/προσωπική/προφορική ~. Επώνυμες/ζωντανές/ιστορικές/πολύτιμες/σημαντικές/υλικές ~ες. Ντοκουμέντα/φωτογραφίες-~ες. ~ες πελατών για την ποιότητα του προϊόντος. Καταγραφή/συλλογή ~ών. Το βιβλίο αποτελεί ~/δίνει μια ~ των συνθηκών της εποχής. Διαπίστωση η οποία στηρίζεται σε ~ εγγράφου. Σε ~ του, πριν πεθάνει, κάνει λόγο για ... 2. ΝΟΜ. δήλωση ή κατάθεση, συνήθ. στο δικαστήριο ή σε άλλη Αρχή, που επαληθεύει γνώμη, γεγονός: αποκαλυπτική/συγκλονιστική ~. Αξιόπιστη/ένορκη/ψευδής (= ψευδο~) ~. Αντιφατικές ~ες. ~ αυτόπτη μάρτυρα. Δίνω ~. Επικαλούμαι τη ~ του ... Καταθέτω τη ~ μου.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-καταγγελία/-σοκ. ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας βλ. μάρτυρας ● ΦΡ.: έξωθεν καλή μαρτυρία (λόγ.): θετική, ευνοϊκή φήμη για κάποιον, υπόληψη: Έχει την ~ ~. Με τις άνομες πράξεις του έχασε την ~ ~., εξ ακοής μαρτυρία βλ. ακοή [< αρχ. μαρτυρία ‘απόδειξη’] | |
| 29561 | μαρτυριάρης | , α, ικο μαρ-τυ-ριά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): πρόσωπο, συνήθ. παιδί, που αποκαλύπτει λόγια ή πράξεις τρίτων: Δεν σου λέω τίποτα, γιατί είσαι ~. Πβ. καρφί. Βλ. -ιάρης, ρουφιάνος. | |
| 29562 | μαρτυρίκι | μαρ-τυ-ρί-κι ουσ. (ουδ.): μαρτυρικό. | |
| 29563 | μαρτυρικός | , ή, ό μαρ-τυ-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το μαρτύριο ή τον μάρτυρα: ~ός: θάνατος. ~ή: εμπειρία/ζωή/θυσία. ~ό: τέλος. ~ά: χρόνια. Πβ. βασανιστ-, τυρανν-ικός.|| ~ός: λαός. ~ή: γη/πόλη. ~ό: νησί. Πβ. βασανισ-, ταλαιπωρη-, τυραννισ-μένος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ό: στεφάνι/φρόνημα. 2. που σχετίζεται με τη μαρτυρία ή τον μάρτυρα σε δίκη: ~ή: κατάθεση. ~ές: αποδείξεις. ● Ουσ.: μαρτυρικό (το) ΕΚΚΛΗΣ. 1. & μαρτυρίκι {συνήθ. στον πληθ.} σταυρουδάκι, μικρό εικόνισμα ή συμβολικό σχέδιο που καρφιτσώνεται συνήθ. στο πέτο των παρευρισκομένων σε βάφτιση. 2. τροπάριο που εγκωμιάζει τον βασανισμό και τον θάνατο μάρτυρα της Εκκλησίας και ψάλλεται προς τιμή του. ● επίρρ.: μαρτυρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Βασανίστηκε και θανατώθηκε ~. [< μτγν. μαρτυρικός, 1: γαλλ. martyr] | |
| 29564 | μαρτύριο | μαρ-τύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {μαρτυρί-ου | -ων} 1. σκληρή σωματική ή ψυχική δοκιμασία, συνήθ. μεγάλης διάρκειας: ατέλειωτο/βασανιστικό/καθημερινό/σωστό/φρικτό ~. Το ~ του πόνου. ~ δίχως τέλος για τους σεισμοπαθείς. Η ζωή μου έχει γίνει/είναι/κατάντησε (ένα) ~. Είναι ~ να δουλεύεις με τέτοια ζέστη. Πβ. βάσανο, ταλαιπωρία, τυραννία. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (ειδικότ.-παλαιότ.) σωματικά βασανιστήρια, συνήθ. μέχρι θανάτου, κυρ. σε βάρος χριστιανών, καθώς και του ίδιου του Χριστού: Το ~ του Αγίου .../του Σταυρού (= σταυρικό ~). Για την πίστη τους υπέφεραν φοβερά ~α. Πβ. βασανισμός.|| Απάνθρωπα ~α. Το ~ της δίψας/της πείνας. Τόπος ~ου. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Μ) τμήμα ναού ή ναΐσκος που έχει ανεγερθεί πάνω από τα λείψανα Αγίου ή αναμνηστικό ιερό για τη στέγαση αντικειμένων σχετικών με τα βασανιστήρια Αγίου. 4. (λόγ.) απόδειξη, τεκμήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο δρόμος του μαρτυρίου & η οδός του μαρτυρίου 1. ΕΚΚΛΗΣ. η πορεία του Χριστού με τον Σταυρό προς τον Γολγοθά. 2. (μτφ.) κάθε κουραστική προσπάθεια για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: Ακολούθησε/βάδισε με αξιοπρέπεια/με καρτερία τον ~ο ~., ο σταυρός του μαρτυρίου 1. ΕΚΚΛΗΣ. στον οποίο σταυρώθηκε ο Xριστός. 2. (μτφ.) πολύ μεγάλη ταλαιπωρία, βάσανο: Κουβαλάει/σηκώνει τον ~ό ~., το μαρτύριο της σταγόνας βλ. σταγόνα ● ΦΡ.: το μαρτύριο του Ταντάλου βλ. Τάνταλος, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< μτγν. μαρτύριον] | |
| 29565 | μαρτυρολόγιο | μαρ-τυ-ρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. αφήγηση του βίου και του θανάτου χριστιανού μάρτυρα και συνεκδ. το αντίστοιχο βιβλίο. Βλ. συναξάρι. 2. κατάλογος μαρτύρων της χριστιανικής πίστης και κατ' επέκτ. ανθρώπων που βασανίστηκαν για τις πεποιθήσεις τους: ρωμαϊκό ~. ~ των Αγίων της Εκκλησίας. Βλ. αγιολόγιο.|| Εθνικό ~. Βλ. -λόγιο. [< μεσν. μαρτυρολόγιον, γαλλ. martyrologe, αγγλ. martyrology] | |
| 29566 | μαρτυρώ | [μαρτυρῶ] μαρ-τυ-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαρτυρ-είς (λαϊκό) -άς ... | μαρτύρ-ησα, -είται (λαϊκό) -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαρτυράω 1. δίνω ή αποτελώ ένδειξη, απόδειξη για κάτι· δηλώνω, πιστοποιώ: Νέα ευρήματα ~ούν τον πλούτο της περιοχής. Στο κτίριο ~ούνται στοιχεία βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ~ημένο ότι υπήρξε ... || Η αντίδρασή του ~εί την ενοχή του. Πβ. δείχνω, επιβεβαιώνω. Βλ. κατα~. 2. αποκαλύπτω κάτι ή προδίδω κάποιον: ~ ένα μυστικό. Μη με ~ήσεις στους άλλους. Πβ. γνωστοποιώ, καταδίδω, φανερώνω. 3. ΝΟΜ. καταθέτω ενόρκως σε δικαστήριο: Αρνήθηκε να ~ήσει εις βάρος του κατηγορουμένου. Βλ. ομολογώ, ψευδο~. 4. ΕΚΚΛΗΣ. υπομένω βασανιστήρια και θανατώνομαι για την πίστη μου: Πολλοί χριστιανοί ~ησαν την περίοδο των διωγμών. 5. (μτφ.) υποβάλλομαι σε μαρτύριο, βασανίζομαι: Το θύμα ~ησε στα χέρια των απαγωγέων.|| (προφ.) ~ησα για να πάρω το δίπλωμα. ~ησε μέχρι να φτάσει σπίτι. Πβ. δεινοπαθώ, ταλαιπωρούμαι. ● Παθ.: μαρτυρείται: ΦΙΛΟΛ. απαντά σε γραπτές πηγές: Η γραφή/το όνομα ~ σε επιγραφές/χειρόγραφα της αρχαιότητας. Στην Αρχαία Ελληνική ~ούνται δεκάδες σύνθετα του "οίκος". ~ημένος λεξικός τύπος (ΑΝΤ. αμάρτυρος). ● ΦΡ.: τι τραβάμε και δεν το μαρτυράμε! βλ. τραβώ [< 1,2,3: αρχ. μαρτυρῶ 4,5: μτγν. ~, γαλλ. martyriser, αγγλ. martyrize] | |
| 29567 | μάρτυς | βλ. μάρτυρας | |
| 29568 | μαρωνίτης | μα-ρω-νί-της ουσ. (αρσ.) {-ών | σπάν. θηλ. -ισσα}: ΘΡΗΣΚ. χριστιανός καθολικός και οπαδός του μονοθελητισμού, κυρ. συριακής ή λιβανέζικης καταγωγής, που ανήκει στη μαρωνιτική Εκκλησία. Βλ. -ίτης1. [< γαλλ. Maronite] | |
| 29569 | μαρωνιτικός | , ή, ό μα-ρω-νι-τι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους μαρωνίτες: ~ή: κοινότητα. | |
| 29570 | μας | βλ. εγώ | |
| 29571 | μάσα | μά-σα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. φαγητό σε μεγάλη ποσότητα: Τέρμα η ~, ώρα για δουλειά! Το έριξαν στη ~. 2. (μτφ.) οικονομικό όφελος: Έχει ~ η υπόθεση. ● ΦΡ.: μάσες, ξάπλες: απραξία, ανεμελιά και καλοπέραση. Βλ. ραχάτι. | |
| 29572 | μασάζ | μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πίεση ή τριβή που εφαρμόζεται με τα χέρια ή με ειδικά μηχανήματα στο σώμα, με σκοπό τη θεραπεία ή τη χαλάρωση: λεμφικό/ολιστικό/τοπικό ~. ~ κεφαλής/ποδιών/προσώπου. ~ με αιθέρια έλαια. ~ κατά της κυτταρίτιδας/του στρες. Κάνω ~. Πολυθρόνα-~. Βλ. αυτο~, ηλεκτρο~, υδρο~, χειρο~, κινησιο-, φυσικο-θεραπεία.|| (μτφ.) Πολιτικό/ψυχολογικό ~. ΣΥΝ. μάλαξη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σουηδικό μασάζ βλ. σουηδικός [< γαλλ. massage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ