| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29539 | μαρουλόφυλλο | μα-ρου-λό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: φύλλο μαρουλιού. [< μεσν. μαρουλόφυλλον] | |
| 29540 | μαρς | επιφών.: ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. παράγγελμα για την έναρξη μιας δραστηριότητας: Έτοιμοι; ~! Μεταβολή, ~! Εμπρός, ~, βάδην! Βλ. στοπ!|| (κατ' επέκτ.) Ξεκινήστε λοιπόν, μην τεμπελιάζετε, ~ ~! ~ ~ φύγαμε! ΑΝΤ. αλτ1 [< γαλλ. marche] | |
| 29541 | μαρς | ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. στρατιωτικό εμβατήριο, με τον έντονο ρυθμό του οποίου συντονίζεται το βήμα μιας ομάδας: γαλλικά ~. [< γαλλ. marche] | |
| 29542 | μαρσάλα | μαρ-σά-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό γλυκό κρασί από τη Μαρσάλα της Σικελίας που χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική. [< ιταλ.-γαλλ. marsala] | |
| 29543 | μαρσάρισμα | μαρ-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαρσάρω: ~ της μηχανής. Βλ. -ισμα. | |
| 29544 | μαρσάρω | μαρ-σά-ρω ρ. (αμτβ.) {μάρσαρ-α κ. μαρσάρ-ισα, -οντας} (προφ.): (για οδηγό) πατάω απότομα και δυνατά γκάζι, για να αναπτύξω ταχύτητα ή για να προκαλέσω θόρυβο: Στο φανάρι ~ει επιδεικτικά με τη μηχανή. Πβ. γκαζώνω. [< γαλλ. marcher] | |
| 29545 | μάρσιπαν | βλ. μάρτζιπαν | |
| 29546 | μαρσιποποίηση | μαρ-σι-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία το τοίχωμα κύστης, που απέμεινε μετά τη μερική της αφαίρεση, ράβεται με την τομή του δέρματος με τέτοιο τρόπο, ώστε ο μάρσιπος που σχηματίζεται να συρρικνώνεται σταδιακά. Βλ. αποφλοίωση, εκπυρήνιση, -ποίηση. [< αγγλ. marsupialization] | |
| 29547 | μάρσιπος | μάρ-σι-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίπου} & μάρσιππος 1. ΖΩΟΛ. εξωτερική δερματική πτυχή σαν σάκος που βρίσκεται στην κοιλιακή χώρα των θηλυκών μαρσιποφόρων και περιέχει τις θηλές για την ανάπτυξη και μεταφορά των νεογνών τους. Βλ. πλακούντας. 2. θήκη με ιμάντες που περνιούνται στους ώμους για τη μεταφορά των μωρών πάνω στο σώμα: ~ αγκαλιάς. [< αρχ. μάρσιπ(π)ος ‘σάκος, τσάντα’] | |
| 29548 | μαρσιποφόρος | , ος, ο μαρ-σι-πο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει μάρσιπο. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: μαρσιποφόρα (τα): ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών, κυρ. της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, το θηλυκό των οποίων έχει μάρσιπο. Βλ. καγκουρό, κοάλα, οπόσουμ. [< γαλλ. marsupiaux] [< γαλλ.-αγγλ. marsupial] | |
| 29549 | μαρσπιέ | μαρ-σπιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σκαλοπάτι που διευκολύνει την επιβίβαση ή αποβίβαση από όχημα: αναδιπλούμενα/προστατευτικά/σταθερά ~. ~ από αλουμίνιο. ~ οδηγού. Προφυλακτήρες και πλευρικά ~. Βλ. αναβατήρας. [< γαλλ. marchepied] | |
| 29550 | μαρτενσίτης | μαρ-τεν-σί-της ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. στερεό διάλυμα άνθρακα σε σίδηρο για την αύξηση της σκληρότητας του χάλυβα και τη μείωση της μαγνητικότητάς του. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. martensite, 1903, γερμ. ανθρ. A. Martens] | |
| 29551 | μαρτενσιτικός | , ή, ό μαρ-τεν-σι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μαρτενσίτη ή τον περιέχει: ~ός: μετασχηματισμός. ~ή: βαφή. ~ό: κράμα. Σφυρήλατα προϊόντα από ~ό χάλυβα. [< γαλλ. martensitique, 1921] | |
| 29552 | μαρτζαφλάρι | βλ. ματζαφλάρι | |
| 29553 | μάρτζιπαν | μάρ-τζι-παν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάρζιπαν & μάρτσιπαν & μάρσιπαν: ΖΑΧΑΡ. γλυκιά κίτρινη ή λευκή πάστα από αλεσμένα αμύγδαλα, ζάχαρη και ασπράδι αβγού που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη κέικ ή ως συστατικό ζαχαρωδών προϊόντων· συνεκδ. το αντίστοιχο κέικ ή γλύκισμα: ρόφημα με σοκολάτα, φουντούκι και ~. Αμυγδαλόπαστα σε διάφορα σχέδια από ~.|| Γεμιστά/τυλιχτά ~. Βλ. αμυγδαλωτά. [< γερμ. Marzipan] | |
| 29554 | Μάρτης | Μάρ-της ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. Μάρτιος. 2. (κ. με πεζό μ) βραχιολάκι πλεγμένο από λευκά και κόκκινα νήματα που, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, προστατεύει από τον μαρτιάτικο ήλιο. ● ΦΡ.: από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα (παροιμ.): για τις αλλαγές του καιρού που παρατηρούνται τους συγκεκριμένους μήνες, προμηνύοντας τη μετάβαση στο καλοκαίρι και τον χειμώνα, αντίστοιχα., λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; (παροιμ.): συνήθ. για πρόσωπο που επιδιώκει να εμφανίζεται παντού., Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) (παροιμ.): για τις κακές καιρικές συνθήκες του Μαρτίου (κυρ. απότομο και δυνατό κρύο)., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. Μάρτης] | |
| 29555 | μαρτιάτικος | , η, ο μαρ-τιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον Μάρτιο. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: μαρτιάτικα ● ΦΡ.: καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας βλ. καλοκαιρία | |
| 29556 | μαρτίνι | μαρ-τί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες κοκτέιλ με τζιν και λευκό ξηρό βερμούτ: κόκκινο/λευκό ~. || Κοκτέιλ βότκα ~. [< ιταλ. εμπορ. ονομασ. Martini (e Rossi, γαλλ. ~, περ. 1930] | |
| 29557 | Μάρτιος | Μάρ-τι-ος ουσ. (αρσ.) {-ίου (λαϊκό) -ιού} & (προφ.) Μάρτης: ο τρίτος μήνας του χρόνου και ο πρώτος της άνοιξης. [< μτγν. Μάρτιος] | |
| 29558 | μάρτυρας | μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(θηλ. γεν. μάρτυρος) | μαρτύρ-ων} 1. πρόσωπο που βλέπει ή αντιλαμβάνεται κάποιο γεγονός και είναι σε θέση να μιλήσει γι' αυτό: αξιόπιστος ~. ~ του ατυχήματος/της δολοφονίας/του εγκλήματος/του τροχαίου. Βρέθηκα/ήμουν ~ στο περιστατικό.|| (μτφ.) Η περιοχή έγινε ~ καταστροφών (: γνώρισε καταστροφές). 2. ΝΟΜ. & (λόγ.) μάρτυς: πρόσωπο που καταθέτει ενόρκως ενώπιον Αρχής για δικαστική υπόθεση και απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με το τι είδε και γνωρίζει· που παρίσταται σε επίσημη πράξη, με στόχο την πιστοποίησή της: αυτόκλητος/βασικός/κύριος/προστατευόμενος ~. ~ κατηγορίας/υπεράσπισης. ~ σε δίκη. ~-κλειδί. ~ ενώπιον ανακριτή/δικαστή/δικαστηρίου/ενόρκων/επιτροπής/στρατοδικείου. ~ εναντίον/υπέρ του ... Κατάθεση/κλήτευση/προσαγωγή/ψευδορκία ~α. Εμφανίζομαι/εξετάζομαι/παρουσιάζομαι/προσέρχομαι ως ~. Η αξιοπιστία του ~α αμφισβητήθηκε. Ο ~ ορκίστηκε στο Ευαγγέλιο. Είστε σίγουρος, κύριε μάρτυς, ότι αυτοί είναι οι δράστες; Καθεστώς προστασίας ~ων. Βλ. ψευδο~.|| Η δήλωση έγινε ενώπιον ~ων. Η διαθήκη συντάχθηκε/υπογράφηκε παρουσία ~ων. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε χρησιμεύει ως ένδειξη ή απόδειξη: Τα ευρήματα αποτελούν ~ες της ύπαρξης προϊστορικών λαών. 4. ΕΚΚΛΗΣ. & (λόγ.) μάρτυς: χριστιανός που διώχθηκε, υπέστη βασανιστήρια και θανατώθηκε για την πίστη του: ~ της Εκκλησίας. Η κάρα/το λείψανο του ~α. Το αίμα/η μνήμη των ~ων. Πβ. ιερο~. Βλ. άγιος, μεγαλο~, νεο~, οσιο~, πρωτο~, ομολογητής. 5. (μτφ.) αυτός που έχασε τη ζωή του για κάποιο ιδανικό ή/και για τα πιστεύω του· κατ' επέκτ. πρόσωπο που δεινοπαθεί, ταλαιπωρείται: ~ της ειρήνης/της ελευθερίας. Βλ. εθνο~, ηρωο~.|| Πώς αντέχει τόση γκρίνια; Είναι ~ (πβ. ήρωας)! ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας & αδιάψευστη/αψευδής μαρτυρία: βέβαιο, αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο: Το βιντεοσκοπημένο υλικό είναι ο ~ ~ της συνάντησής τους., αυτήκοος μάρτυρας βλ. αυτήκοος, αυτόπτης μάρτυρας βλ. αυτόπτης, μάρτυρες του Ιεχωβά βλ. Ιεχωβά ● ΦΡ.: μάρτυς/μάρτυράς μου ο Θεός: (σε όρκο) για διαβεβαίωση περί της αλήθειας των λεγομένων: ~ ~, δεν το ήθελα/ήξερα!, τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; βλ. χρεία [< μεσν. μάρτυρας, 4,5: γαλλ. martyr] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ