Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30260-30280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29573μασαζοκαλσόνμα-σα-ζο-καλ-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενό και εφαρμοστό καλσόν με ειδική σύνθεση, που θεωρείται ότι βοηθά στο αδυνάτισμα των ποδιών.
29574μασαζοκορσέςμα-σα-ζο-κορ-σές ουσ. (αρσ.): στενός και εφαρμοστός κορσές με ειδική σύνθεση, που θεωρείται ότι βοηθά στο αδυνάτισμα των ποδιών και της κοιλιάς. Βλ. μασαζοκαλσόν.
29575μασάλιμα-σά-λι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): παραμύθι, αστεία αφήγηση και κατ' επέκτ. σαχλαμάρα, ψέμα. Πβ. μπούρδα. [< τουρκ. masal]
29576μασάωβλ. μασώ
29577μασέλαμα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητή κυρ. οδοντοστοιχία και κατ' επέκτ. γνάθος: Βάζει/βγάζει/φοράει τη ~ του. 2. εύκαμπτο προστατευτικό των δοντιών και των ούλων που εφαρμόζεται εσωτερικά στο στόμα και χρησιμοποιείται κυρ. για την αποφυγή τραυματισμού των αθλητών στα σπορ επαφής ή στην οδοντιατρική και την ορθοδοντική πρακτική: μονή/διπλή ~. Πβ. μασελάκι, νάρθηκας. ● Υποκ.: μασελίτσα (η) ● ΦΡ.: μου 'φυγε/μου 'πεσε η μασέλα (αργκό): σε περιπτώσεις που κάποιος ανοίγει πολύ το στόμα του συνήθ. λόγω έκπληξης, αναστάτωσης, ταραχής: Μόλις την είδα, κόντεψε να μου φύγει/πέσει ~. ΣΥΝ. μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω, μου 'χει φύγει το μυαλό.|| ~ ~ από τα γέλια/το χασμουρητό., τρώει με δέκα/με χρυσές μασέλες (μτφ.): για πρόσωπο που κερδίζει πάρα πολλά χρήματα με παράνομο τρόπο. Βλ. τρώει με χρυσά κουτάλια. [< 1: μεσν. μασέλα < ιταλ. mascella]
29578μασελάκιμα-σε-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κινητό ορθοδοντικό μηχάνημα· οδοντιατρικός νάρθηκας· μερική οδοντοστοιχία: αφαιρούμενο ~. ~ για ευθυγράμμιση/μετακίνηση των δοντιών. Βλ. σιδεράκια.|| Λεύκανση με ~. Στον ύπνο φοράει ~, για να μην τρίζει τα δόντια της (βλ. βρυγμός). Στους αγώνες βάζει προστατευτικό ~ (πβ. μασέλα).|| (σπανιότ.) ~ που αντικαθιστά τα δόντια που λείπουν.
29579μασέρ, μασέζμα-σέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που έχει ειδικευτεί στο μασάζ: έμπειρος/προσωπικός ~. Πβ. τρίφτης2. [< γαλλ. masseur, masseuse]
29580μασέτα & ματσέταμα-σέ-τα ουσ. (θηλ.): μεγάλο βαρύ μαχαίρι σε σχήμα μπαλτά, αλλά με μακρύτερη και στενότερη λάμα, που χρησιμοποιείται στην Κ. και Ν. Αμερική και την Αφρική σε διάφορες εργασίες (συγκομιδή ζάχαρης, άνοιγμα μονοπατιών) ή ως όπλο. Βλ. -έτα. [< γαλλ. massette]
29581μάσημαμά-ση-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μασώ: καλό ~ της τροφής. ~ τσίχλας. Καπνός για ~. ΣΥΝ. μάσηση [< αρχ. μάσημα 'κάτι που μασιέται', μεσν. ~ 'μασημένη τροφή']
29582μάσησημά-ση-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μάσημα: δυσκολία στη/πόνος κατά τη ~. [< μτγν. μάσησις]
29583μασητήραςμα-ση-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο μυς που κινούν την κάτω γνάθο προς τα πάνω: Βλ. -τήρας, τρισμός.|| (ως επίθ.) ~ μυς. [< αρχ. μασητήρ]
29584μασητήριος, α, ο μα-ση-τή-ρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που συντελεί στη μάσηση: ~οι: μύες. Βλ. -τήριος. [< γαλλ. masticateur]
29585μασητικός, ή, ό μα-ση-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μάσηση: ~ή: επιφάνεια (των δοντιών)/ικανότητα/λειτουργία.|| ~ά: έντομα. Βλ. μυζητικός. [< μτγν. μασητικός]
29586μασιάμα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεταλλική λαβίδα για το σκάλισμα της φωτιάς και το πιάσιμο των πυρακτωμένων κάρβουνων· ηλεκτρική συσκευή κομμωτικής με διχαλωτή ράβδο: ~ τζακιού. Πβ. πυράγρα, τσιμπίδα.|| ~ μαλλιών (= τοστιέρα)/για μπούκλες. 2. ΜΟΥΣ. -ΛΑΟΓΡ. κρουστό μουσικό όργανο της Θράκης με δυο σκέλη που καταλήγουν σε κλώνους με μικρά κύμβαλα στην άκρη. [< τουρκ. maşa]
29587μασίναμα-σί-να ουσ. (θηλ.): ξυλόσομπα κατάλληλη και για παρασκευή φαγητού. Πβ. στόφα2. Βλ. θερμάστρα. [< ιταλ. macchina]
29588μασίσταςμα-σί-στας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πολύ δυνατός άνδρας. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. Maciste, 1923 < αρχ. μάκιστος, δωρικός τ. του επιθ. μακρός, ανθρ. ήρωα ταινιών]
29589μασίφμα-σίφ επίθ. {άκλ.}: κατασκευασμένος από ενιαίο υλικό, συμπαγής: κάγκελα/ξύλο/πόρτες ~. ~ ασήμι/ατσάλι/σίδερο. ΑΝΤ. κούφιος (1) [< γαλλ. massif]
29590μάσκαμά-σκα ουσ. (θηλ.) {μασκών} 1. κάλυμμα ολόκληρου ή τμήματος του προσώπου που φοριέται για μεταμφίεση ή/και απόκρυψη της ταυτότητας, υπόδυση ρόλου, για τελετουργικούς σκοπούς ή για προστασία: αποκριάτικη/θεατρική/κωμική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Νεκρική/χρυσή ~ (: ομοίωμα της μορφής του νεκρού· πβ. προσωπίδα). Ανθρωπόμορφες/ζωόμορφες ~ες (βλ. μουτσούνα).|| Ληστές με ~ες. Βλ. κουκούλα.|| (για το στόμα και τη μύτη) Αναπνευστική/ιατρική/χειρουργική ~. ~ κοινότητας/πολλαπλής χρήσης/σκόνης.|| (για τον κορονοϊό) ~ υψηλής αναπνευστικής προστασίας τύπου KN 95, FFP2 (: κωδικοί πιστοποίησης, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, αντίστοιχα). || (για τα μάτια ή/και τη μύτη) ~ κατάδυσης/σκι. ~ σιλικόνης. Αγωνίστηκε με προστατευτική ~ στη μύτη.|| (για τα μάτια) ~ ύπνου (: για να μην ενοχλεί το φως). 2. είδος καλλυντικής κρέμας: αναζωογονητική/αντιρυτιδική/δροσιστική/ενυδατική/θρεπτική/κρεμώδης/συσφικτική/τονωτική ~. ~ ματιών/ποδιών/προσώπου/σώματος. ~ καθαρισμού/ομορφιάς/τροφής (για μαλλιά). ~ πηλού. ~ από γιαούρτι. ~ με άργιλο. Απλώνω/αφαιρώ τη ~. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιφανειακή και παραπλανητική έκφραση, συμπεριφορά: (κάτω από τη) ~ της αδιαφορίας/καλοσύνης/υποκρισίας. Κρύβονται πίσω από μια ~. Πβ. λεοντή, προσωπείο.|| Το πρόσωπό της ήταν μια ανέκφραστη ~ (= αινιγματικό). 4. τμήμα της πρόσοψης οχήματος, το οποίο στα αυτοκίνητα βρίσκεται ανάμεσα στα φώτα και συνήθ. φέρει το σήμα της μάρκας, ενώ στις μηχανές βρίσκεται στο ύψος του φαναριού: ανασχεδιασμένη/ενιαία/κυψελοειδής ~. ~ του ψυγείου. ~ με γρίλιες. Βλ. καπό.|| Καινούργια ~. Βλ. προφυλακτήρας. 5. ΝΑΥΤ. καθεμία από τις δύο κυρτές πλευρές της πλώρης πλοίου. Βλ. γοφός, παρειά.μάσκες (οι): ΦΑΡΜΑΚ. απαγορευμένες ουσίες (π.χ. διουρητικά) που μπορούν να καλύψουν την παρουσία αναβολικών στον οργανισμό, επηρεάζοντας τα αποτελέσματα του αντιντόπινγκ κοντρόλ. ΣΥΝ. παράγοντες συγκάλυψης [< αγγλ. masking agents] ● Υποκ.: μασκάκι (το): 1. μερική ή ολική τεχνητή οδοντοστοιχία. 2. κυρ. στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, μάσκα οξυγόνου βλ. οξυγόνο ● ΦΡ.: βγάζω τη μάσκα (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτω τον πραγματικό μου εαυτό: Έβγαλε ~ και έδειξε το ποιόν του., πέφτουν οι μάσκες & πέφτει το προσωπείο κάποιου (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτεται η αλήθεια: Έπεσαν ~ και καταλάβαμε τον πραγματικό τους σκοπό., φοράω (τη) μάσκα βλ. φορώ [< ιταλ. masca, γαλλ. masque]
29591μασκάληβλ. μασχάλη
29592μάσκαραμά-σκα-ρα ουσ. (θηλ. + ουδ.): καλλυντικό παχύρρευστο υγρό που χρωματίζει τις βλεφαρίδες κάνοντάς τις να φαίνονται πιο πυκνές, έντονες ή/και μακριές και απλώνεται με βουρτσάκι: αδιάβροχη/καφέ/μπλε/μαύρη ~. ~ για όγκο. Βάζω μολύβι και ~. Τρέχει η ~. Πβ. ρίμελ. Βλ. αϊλάινερ. [< αγγλ. mascara, γαλλ. ~, 1903, ιταλ. ~, 1961]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.