| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29593 | μασκαραλίκι & μασκαριλίκι | μα-σκα-ρα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): γελοία πράξη ή συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι, -λίκι. ΣΥΝ. καραγκιοζιλίκι, ρεζιλίκι [< τουρκ. maskaralιk] | |
| 29594 | μασκαράς | μα-σκα-ράς ουσ. (αρσ.) {-άδες} 1. πρόσωπο που μεταμφιέζεται τις Απόκριες: Ντύθηκε ~ στο καρναβάλι (= μασκαρεύτηκε). 2. (μτφ.) πονηρός, απατεώνας, κατεργάρης: (μειωτ.) Σε κοροϊδεύει, ο ~!|| (οικ., ως έκφρ. συμπάθειας ή θαυμασμού) Βρε τον ~ά, νίκησε πάλι! [< μεσν. μασκαράς] | |
| 29595 | μασκαράτα | μα-σκα-ρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα, πομπή ή γιορτή μασκαρεμένων: διαγωνισμός καλύτερης ~ας. Άρματα και ~ες. Βλ. καρναβάλι. 2. (σπάν.-μτφ.) υποκριτική πράξη, στημένο γεγονός για δημιουργία εντυπώσεων: εκλογική/πολιτική ~. Βλ. παρωδία. [< ιταλ. mascarata] | |
| 29596 | μασκάρεμα | μα-σκά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {μασκαρέμ-ατα} (προφ.): μεταμφίεση: αποκριάτικο ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ατα και θεατρινισμοί. [< μεσν. μασκάρεμα] | |
| 29597 | μασκαρεύομαι | μα-σκα-ρεύ-ο-μαι ρ. {μασκαρ-εύτηκε, -εμένος}: μεταμφιέζομαι, ντύνομαι μασκαράς: Τις Απόκριες ο κόσμος ~εται, τραγουδά, χορεύει. ● μασκαρεύω (μτβ.) {μασκάρε-ψε}: (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) συγκαλύπτω: ~ουν τα προβλήματα/τις απόψεις τους. ΑΝΤ. ξεμασκαρεύω [< μεσν. μασκαρεύομαι] | |
| 29598 | μασκαριλίκι | βλ. μασκαραλίκι | |
| 29599 | μασκαρπόνε | μα-σκαρ-πό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό αγελαδινό φρέσκο τυρί κρέμα: μιλφέιγ/τιραμισού με ~.|| (ως επίθ.) Κρέμα/μους ~. [< ιταλ. mascarpone, γαλλ. ~] | |
| 29600 | μασκέ | μα-σκέ επίθ. {άκλ.} 1. (για εκδήλωση) όπου συμμετέχουν μασκαράδες: ~ χορός. Πάρτι ~. 2. (σπάν. για πρόσ.) μασκαρεμένος: Οι καλεσμένοι ήρθαν ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μπαλ μασκέ: χορός για μεταμφιεσμένους καλεσμένους: αποκριάτικο ~. [< γαλλ. bal masqué] | |
| 29601 | μασκότ | μα-σκότ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο που πιστεύεται ότι φέρνει τύχη, συνήθ. σε ομάδα ή διοργάνωση, και κατ΄επέκτ. το σύμβολό της: επίσημη ~. Η ~ του Μουντιάλ/των Ολυμπιακών Αγώνων. Η ~ της εταιρείας/του σχολείου. Βλ. έμβλημα, σήμα κατατεθέν. [< γαλλ. mascotte] | |
| 29602 | μάσκουλο | μά-σκου-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): μεντεσές ο οποίος στηρίζει τα παραθυρόφυλλα στην κάσα, κρατώντας τα ανοιχτά. | |
| 29603 | μασκοφόρος | , α, ο μα-σκο-φό-ρος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που φορά μάσκα: ~ος: ήρωας. ~οι: τρομοκράτες. Ομάδες ~ων σε καρναβάλι.|| (ως ουσ.) Ένοπλοι ~οι λήστεψαν ηλικιωμένο ζευγάρι. Πβ. προσωπιδοφόρος. Βλ. κουκουλοφόρος, -φόρος. | |
| 29604 | μασονία | μα-σο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. παγκόσμια μυστική οργάνωση αυστηρά ιεραρχημένη, γνωστή για τις τελετουργίες και την αλληλεγγύη των μελών της· συνεκδ. το σύνολο των μασόνων. ΣΥΝ. ελευθεροτεκτονισμός, μασονισμός, τεκτονισμός 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ομάδα με κοινά συμφέροντα, αλληλοϋποστήριξη και μυστικότητα στη δράση: πολιτική ~. [< γαλλ. maçonnerie] | |
| 29605 | μασονικός | , ή, ό μα-σο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μασονία ή τους μασόνους: ~ή: μύηση/οργάνωση. ~ές: στοές. ~ά: σύμβολα. ΣΥΝ. τεκτονικός (2) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) μυστικός, παρασκηνιακός: ~ά: συμφέροντα. | |
| 29606 | μασονισμός | μα-σο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μασονία. Βλ. -ισμός. | |
| 29607 | μασόνος | μα-σό-νος ουσ. (αρσ.) 1. οπαδός της μασονίας. ΣΥΝ. τέκτονας (1) 2. (μτφ.) πρόσωπο που ενεργεί παρασκηνιακά, συνωμοτικά. [< ιταλ. massone] | |
| 29608 | μασούλημα | μα-σού-λη-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) μασούλισμα (προφ.): η ενέργεια του μασουλώ: ~ τσίχλας. Παιχνίδια για ~. | |
| 29609 | μασουλώ | [μασουλῶ] μα-σου-λώ ρ. (μτβ.) {μασουλ-ά κ. -άει ... | μασούλ-ησε, -ιέται, -ήθηκε, -ημένο, -ώντας} & μασουλάω & (σπάν.) μασουλίζω (προφ.): μασώ αργά και για ώρα: ~άει πασατέμπο. Το κουτάβι/το μωρό ~άει τα πάντα. | |
| 29610 | μασούρι | μα-σού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κυλινδρικό εξάρτημα, συνήθ. ραπτομηχανής, γύρω από το οποίο τυλίγεται κλωστή και συνεκδ. το τυλιγμένο γύρω από αυτό νήμα. Πβ. καρούλι, κουβαρίστρα, μπομπίνα, πηνίο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε αντικείμενο ή προϊόν που μοιάζει με μασούρι ή συσκευάζεται, τυλίγεται σε σχήμα μασουριού: Ρίχνουμε ένα ~ κανέλα στην κατσαρόλα. Άναψε ένα ~ δυναμίτη.|| Ένα ~ χαρτονομίσματα (πβ. δέσμη, μάτσο). ~ια με πενηντάλεπτα (: στήλες κερμάτων). ● Υποκ.: μασουράκι (το) ● ΦΡ.: τα κάνει μασούρια/μασούρι (προφ.): για άνθρωπο που φυλάει τα χρήματά του από τσιγκουνιά: Τόσα λεφτά ~ τα κάνεις; [< μεσν. μασούριον] | |
| 29611 | μαστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): αυτό που κάποιος πρέπει να έχει, να δει ή να βιώσει: Το λευκό φέτος είναι/θεωρείται ~.|| (ως επίθ.) Ο πιο ~ προορισμός. Βλ. ιν. [< αγγλ. must, γαλλ. ~, 1981] | |
| 29612 | μασταμπάς | μα-στα-μπάς ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. ταφικό μνημείο της Αιγύπτου, πρόδρομος της πυραμίδας, με ορθογώνια βάση, κεκλιμένες πλευρές (συνήθ. βαθμιδωτές) και επίπεδη στέγη, που προοριζόταν για τους φαραώ και τους αξιωματούχους. [< αραβ. miçṭabah, maçṭabah] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ