| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29579 | μασέρ, μασέζ | μα-σέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που έχει ειδικευτεί στο μασάζ: έμπειρος/προσωπικός ~. Πβ. τρίφτης2. [< γαλλ. masseur, masseuse] | |
| 29580 | μασέτα & ματσέτα | μα-σέ-τα ουσ. (θηλ.): μεγάλο βαρύ μαχαίρι σε σχήμα μπαλτά, αλλά με μακρύτερη και στενότερη λάμα, που χρησιμοποιείται στην Κ. και Ν. Αμερική και την Αφρική σε διάφορες εργασίες (συγκομιδή ζάχαρης, άνοιγμα μονοπατιών) ή ως όπλο. Βλ. -έτα. [< γαλλ. massette] | |
| 29581 | μάσημα | μά-ση-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μασώ: καλό ~ της τροφής. ~ τσίχλας. Καπνός για ~. ΣΥΝ. μάσηση [< αρχ. μάσημα 'κάτι που μασιέται', μεσν. ~ 'μασημένη τροφή'] | |
| 29582 | μάσηση | μά-ση-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μάσημα: δυσκολία στη/πόνος κατά τη ~. [< μτγν. μάσησις] | |
| 29583 | μασητήρας | μα-ση-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο μυς που κινούν την κάτω γνάθο προς τα πάνω: Βλ. -τήρας, τρισμός.|| (ως επίθ.) ~ μυς. [< αρχ. μασητήρ] | |
| 29584 | μασητήριος | , α, ο μα-ση-τή-ρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που συντελεί στη μάσηση: ~οι: μύες. Βλ. -τήριος. [< γαλλ. masticateur] | |
| 29585 | μασητικός | , ή, ό μα-ση-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μάσηση: ~ή: επιφάνεια (των δοντιών)/ικανότητα/λειτουργία.|| ~ά: έντομα. Βλ. μυζητικός. [< μτγν. μασητικός] | |
| 29586 | μασιά | μα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεταλλική λαβίδα για το σκάλισμα της φωτιάς και το πιάσιμο των πυρακτωμένων κάρβουνων· ηλεκτρική συσκευή κομμωτικής με διχαλωτή ράβδο: ~ τζακιού. Πβ. πυράγρα, τσιμπίδα.|| ~ μαλλιών (= τοστιέρα)/για μπούκλες. 2. ΜΟΥΣ. -ΛΑΟΓΡ. κρουστό μουσικό όργανο της Θράκης με δυο σκέλη που καταλήγουν σε κλώνους με μικρά κύμβαλα στην άκρη. [< τουρκ. maşa] | |
| 29587 | μασίνα | μα-σί-να ουσ. (θηλ.): ξυλόσομπα κατάλληλη και για παρασκευή φαγητού. Πβ. στόφα2. Βλ. θερμάστρα. [< ιταλ. macchina] | |
| 29588 | μασίστας | μα-σί-στας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πολύ δυνατός άνδρας. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. Maciste, 1923 < αρχ. μάκιστος, δωρικός τ. του επιθ. μακρός, ανθρ. ήρωα ταινιών] | |
| 29589 | μασίφ | μα-σίφ επίθ. {άκλ.}: κατασκευασμένος από ενιαίο υλικό, συμπαγής: κάγκελα/ξύλο/πόρτες ~. ~ ασήμι/ατσάλι/σίδερο. ΑΝΤ. κούφιος (1) [< γαλλ. massif] | |
| 29590 | μάσκα | μά-σκα ουσ. (θηλ.) {μασκών} 1. κάλυμμα ολόκληρου ή τμήματος του προσώπου που φοριέται για μεταμφίεση ή/και απόκρυψη της ταυτότητας, υπόδυση ρόλου, για τελετουργικούς σκοπούς ή για προστασία: αποκριάτικη/θεατρική/κωμική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Νεκρική/χρυσή ~ (: ομοίωμα της μορφής του νεκρού· πβ. προσωπίδα). Ανθρωπόμορφες/ζωόμορφες ~ες (βλ. μουτσούνα).|| Ληστές με ~ες. Βλ. κουκούλα.|| (για το στόμα και τη μύτη) Αναπνευστική/ιατρική/χειρουργική ~. ~ κοινότητας/πολλαπλής χρήσης/σκόνης.|| (για τον κορονοϊό) ~ υψηλής αναπνευστικής προστασίας τύπου KN 95, FFP2 (: κωδικοί πιστοποίησης, στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, αντίστοιχα). || (για τα μάτια ή/και τη μύτη) ~ κατάδυσης/σκι. ~ σιλικόνης. Αγωνίστηκε με προστατευτική ~ στη μύτη.|| (για τα μάτια) ~ ύπνου (: για να μην ενοχλεί το φως). 2. είδος καλλυντικής κρέμας: αναζωογονητική/αντιρυτιδική/δροσιστική/ενυδατική/θρεπτική/κρεμώδης/συσφικτική/τονωτική ~. ~ ματιών/ποδιών/προσώπου/σώματος. ~ καθαρισμού/ομορφιάς/τροφής (για μαλλιά). ~ πηλού. ~ από γιαούρτι. ~ με άργιλο. Απλώνω/αφαιρώ τη ~. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιφανειακή και παραπλανητική έκφραση, συμπεριφορά: (κάτω από τη) ~ της αδιαφορίας/καλοσύνης/υποκρισίας. Κρύβονται πίσω από μια ~. Πβ. λεοντή, προσωπείο.|| Το πρόσωπό της ήταν μια ανέκφραστη ~ (= αινιγματικό). 4. τμήμα της πρόσοψης οχήματος, το οποίο στα αυτοκίνητα βρίσκεται ανάμεσα στα φώτα και συνήθ. φέρει το σήμα της μάρκας, ενώ στις μηχανές βρίσκεται στο ύψος του φαναριού: ανασχεδιασμένη/ενιαία/κυψελοειδής ~. ~ του ψυγείου. ~ με γρίλιες. Βλ. καπό.|| Καινούργια ~. Βλ. προφυλακτήρας. 5. ΝΑΥΤ. καθεμία από τις δύο κυρτές πλευρές της πλώρης πλοίου. Βλ. γοφός, παρειά. ● μάσκες (οι): ΦΑΡΜΑΚ. απαγορευμένες ουσίες (π.χ. διουρητικά) που μπορούν να καλύψουν την παρουσία αναβολικών στον οργανισμό, επηρεάζοντας τα αποτελέσματα του αντιντόπινγκ κοντρόλ. ΣΥΝ. παράγοντες συγκάλυψης [< αγγλ. masking agents] ● Υποκ.: μασκάκι (το): 1. μερική ή ολική τεχνητή οδοντοστοιχία. 2. κυρ. στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, μάσκα οξυγόνου βλ. οξυγόνο ● ΦΡ.: βγάζω τη μάσκα (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτω τον πραγματικό μου εαυτό: Έβγαλε ~ και έδειξε το ποιόν του., πέφτουν οι μάσκες & πέφτει το προσωπείο κάποιου (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποκαλύπτεται η αλήθεια: Έπεσαν ~ και καταλάβαμε τον πραγματικό τους σκοπό., φοράω (τη) μάσκα βλ. φορώ [< ιταλ. masca, γαλλ. masque] | |
| 29591 | μασκάλη | βλ. μασχάλη | |
| 29592 | μάσκαρα | μά-σκα-ρα ουσ. (θηλ. + ουδ.): καλλυντικό παχύρρευστο υγρό που χρωματίζει τις βλεφαρίδες κάνοντάς τις να φαίνονται πιο πυκνές, έντονες ή/και μακριές και απλώνεται με βουρτσάκι: αδιάβροχη/καφέ/μπλε/μαύρη ~. ~ για όγκο. Βάζω μολύβι και ~. Τρέχει η ~. Πβ. ρίμελ. Βλ. αϊλάινερ. [< αγγλ. mascara, γαλλ. ~, 1903, ιταλ. ~, 1961] | |
| 29593 | μασκαραλίκι & μασκαριλίκι | μα-σκα-ρα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): γελοία πράξη ή συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι, -λίκι. ΣΥΝ. καραγκιοζιλίκι, ρεζιλίκι [< τουρκ. maskaralιk] | |
| 29594 | μασκαράς | μα-σκα-ράς ουσ. (αρσ.) {-άδες} 1. πρόσωπο που μεταμφιέζεται τις Απόκριες: Ντύθηκε ~ στο καρναβάλι (= μασκαρεύτηκε). 2. (μτφ.) πονηρός, απατεώνας, κατεργάρης: (μειωτ.) Σε κοροϊδεύει, ο ~!|| (οικ., ως έκφρ. συμπάθειας ή θαυμασμού) Βρε τον ~ά, νίκησε πάλι! [< μεσν. μασκαράς] | |
| 29595 | μασκαράτα | μα-σκα-ρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα, πομπή ή γιορτή μασκαρεμένων: διαγωνισμός καλύτερης ~ας. Άρματα και ~ες. Βλ. καρναβάλι. 2. (σπάν.-μτφ.) υποκριτική πράξη, στημένο γεγονός για δημιουργία εντυπώσεων: εκλογική/πολιτική ~. Βλ. παρωδία. [< ιταλ. mascarata] | |
| 29596 | μασκάρεμα | μα-σκά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {μασκαρέμ-ατα} (προφ.): μεταμφίεση: αποκριάτικο ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ατα και θεατρινισμοί. [< μεσν. μασκάρεμα] | |
| 29597 | μασκαρεύομαι | μα-σκα-ρεύ-ο-μαι ρ. {μασκαρ-εύτηκε, -εμένος}: μεταμφιέζομαι, ντύνομαι μασκαράς: Τις Απόκριες ο κόσμος ~εται, τραγουδά, χορεύει. ● μασκαρεύω (μτβ.) {μασκάρε-ψε}: (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) συγκαλύπτω: ~ουν τα προβλήματα/τις απόψεις τους. ΑΝΤ. ξεμασκαρεύω [< μεσν. μασκαρεύομαι] | |
| 29598 | μασκαριλίκι | βλ. μασκαραλίκι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ