| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29613 | μάστανγκ | μά-στανγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο άγριο άλογο που ζει στη βορειοδυτική Αμερική. Βλ. πόνι. [< αγγλ. mustang] | |
| 29614 | μαστάρι | μα-στά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μαστός ζώων: τα ~ια της αγελάδας. 2. (μειωτ.) για μεγάλο και συνήθ. πλαδαρό στήθος γυναίκας. [< μτγν. μαστάριον] | |
| 29615 | μαστεκτομή | μα-στε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μαστού: μερική/ολική/(τροποποιημένη) ριζική ~. Υποβλήθηκε σε ~ (λόγω καρκίνου). Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. mastectomy, περ. 1923, γαλλ. mammectomie, 1935, mastectomie 1968] | |
| 29616 | μαστέλο | μα-στέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό και μαλακό τυρί Χίου από αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. αρνί ή κατσίκι στον ξυλόφουρνο: ~ Σίφνου. 3. (διαλεκτ.) πλατύ ξύλινο δοχείο για μεταφορά υγρών, όπως το γάλα, ή πήλινο για το ψήσιμο φαγητών, συνήθ. κρέατος, χωρίς καπάκι. [< ιταλ. mastello ‘ξύλινος κάδος’ 1: εμπορ. ονομασ. 1994] | |
| 29617 | μάστερ κλας | μά-στερ κλας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μάστερκλας: σειρά μαθημάτων από κάποιον που είναι κορυφαίος στο είδος του, ειδικότ. στη μουσική. [< αγγλ. master class, 1952, γαλλ. ~, 1983] | |
| 29618 | μάστερ πλαν | μά-στερ πλαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακροπρόθεσμος γενικός σχεδιασμός για τη διεκπεραίωση έργου που αφορά συνήθ. περιοχή ή κοινότητα: το ~ του αεροδρομίου/λιμανιού. ~ για ... Σύνταξη του ~. Το ~ του δήμου προβλέπει πάρκινγκ. [< αγγλ. master plan, 1914] | |
| 29619 | μάστερ1 | μά-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης α' κύκλου που λαμβάνεται μετά από ένα ή δύο χρόνια σπουδών και προηγείται του διδακτορικού: κάτοχος/πτυχίο ~. Έχει/κάνει/πήρε ~ στην ιατρική/πληροφορική. Πβ. μεταπτυχιακό. Βλ. διπλωματική. 2. {αρσ. + θηλ.} (κατ' επέκτ.) δάσκαλος, αυθεντία σε έναν τομέα: ~ του καράτε. Πβ. εξπέρ. [< αγγλ. master 1: γαλλ. ~, 1986] | |
| 29620 | μάστερ2 | μά-στερ επίθ. {άκλ.}: χαρακτηρισμός υπνοδωματίων μεγάλων διαστάσεων σε πολυτελείς κατοικίες, στα οποία συνήθ. υπάρχουν επιπρόσθετες ανέσεις (π.χ. τουαλέτα, τζακούζι, βεστιάριο). [< αγγλ. master (bedroom), 1925] | |
| 29621 | μάστιγα | μά-στι-γα ουσ. (θηλ.): δυσάρεστη κατάσταση που αντιμετωπίζεται δύσκολα ή καθόλου· συμφορά, δυστυχία: κοινωνική ~. ~ τα τροχαία. Η ~ του αιώνα (κυρ. έιτζ, ναρκωτικά)/της εποχής. Ο πόλεμος αποτελεί τη ~ της ανθρωπότητας. Πβ. κατάρα, πληγή. [< αρχ. μάστιξ] | |
| 29622 | μαστίγιο | μα-στί-γι-ο ουσ. (ουδ.) {μαστιγί-ου} 1. αντικείμενο που έχει ένα ή περισσότερα λουριά προσαρμοσμένα σε λαβή και με το οποίο καταφέρει κάποιος (έντονα) χτυπήματα: δερμάτινο ~. Έδωσε μια με το ~ (= καμουτσίκι) στην πλάτη του ζώου. Βλ. φραγγέλιο. ΣΥΝ. βούρδουλας (1) 2. (μτφ.) βίαιη συμπεριφορά ή οξεία κριτική: επιβολή/πειθαρχία με το ~. Τιμωρώ/χτυπώ κάποιον με το ~ (= μαστιγώνω). 3. ΒΙΟΛ. νημάτιο που χρησιμεύει ως κινητήριο όργανο σε βακτηρίδια, πρωτόζωα και σπερματοζωάρια. Βλ. βλεφαρίδα, ψευδοπόδια. ● ΦΡ.: καρότο και μαστίγιο βλ. καρότο [< μτγν. μαστίγιον 3: γαλλ. flagelle, 1910] | |
| 29623 | μαστιγοφόρος | , α, ο μα-στι-γο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που κρατά μαστίγιο, κυρ. στο ● Ουσ.: μαστιγοφόρα (τα): ΒΙΟΛ. μικροοργανισμοί που φέρουν έναν ή περισσότερους τριχοειδείς σχηματισμούς (μαστίγια), για να κινούνται. Βλ. πρωτό-ζωα, -φυτα, σπερματοζωάριο, -φόρος. [< νεολατ. Mastigophora, Flagellata] [< αρχ. μαστιγοφόρος] | |
| 29624 | μαστίγωμα | μα-στί-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του μαστιγώνω: δημόσιο ~. Βλ. ραβδισμός. ΣΥΝ. μαστίγωση | |
| 29625 | μαστιγώνω | μα-στι-γώ-νω ρ. (μτβ.) {μαστίγω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μαστιγών-οντας} 1. χτυπώ με μαστίγιο: ~ αλύπητα/ανελέητα. ~ει το άλογο με το καμουτσίκι. ~θηκαν μέχρι θανάτου. Πβ. δέρνω. 2. (μτφ.) ασκώ έντονη κριτική: Στο άρθρο ~ει τους αντιπάλους του. ΣΥΝ. καυτηριάζω (1), στηλιτεύω ● μαστιγώνει: (μτφ.-λογοτ.) χτυπά δυνατά σαν μαστίγιο: Η βροχή ~ το πρόσωπό του/τα παράθυρα. [< αρχ. μαστιγῶ] | |
| 29626 | μαστίγωση | μα-στί-γω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μαστίγωμα. [< μτγν. μαστίγωσις] | |
| 29627 | μαστιγωτικός | , ή, ό μα-στι-γω-τι-κός επίθ. (λόγ.): έντονα επικριτικός: ~ός: λόγος. [< μτγν. μαστιγωτικός] | |
| 29628 | μαστίζει | μα-στί-ζει ρ. (μτβ.) {μάστιζ-ε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: προξενεί βλαβερά, καταστροφικά αποτελέσματα: Η ακρίβεια και η ανεργία ~ουν τη χώρα. Οι επιδημίες ~αν τον τόπο. Πβ. κατατρύχει, πλήττω2, τυραννώ. [< αρχ. μαστίζω, γαλλ. flageller] | |
| 29629 | μαστικός | , ή, ό μα-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον μαστό: ~ή: αρτηρία. ~ά: κύτταρα. ~οί: αδένες. ΣΥΝ. μαζικός2 [< γαλλ. mammaire] | |
| 29630 | μαστίτιδα | μα-στί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του μαστού: κίνδυνος ~ας κατά τη γαλουχία. Γαγγραινώδης ~ βοοειδών. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. mastite, αγγλ. mastitis] | |
| 29631 | μαστίφ | μα-στίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμος σκύλος με κοντό, απαλό τρίχωμα, κατάλληλος για φύλακας: αγγλικό ~. Βλ. μολοσσός. [< αγγλ. mastiff, γαλλ. ~] | |
| 29632 | μαστίχα | μα-στί-χα ουσ. (θηλ.) 1. ρητινώδης αρωματική ουσία που εξάγεται από το μαστιχόδεντρο ή συγγενή φυτά, με χρήση κυρ. στη ζαχαροπλαστική, την ποτοποιία, τη φαρμακοποιία και την παρασκευή βερνικιών· συνεκδ. κάθε προϊόν που την περιέχει ως βασικό συστατικό και ειδικότ. η τσίχλα: κοπανισμένη/τριμμένη/φυσική ~. ~ Χίου (βλ. ΠΓΕ, ΠΟΠ). Άρωμα/προϊόντα ~ας. Γλυκό (πβ. βανίλια υποβρύχιο)/λικέρ/παγωτό ~. Κουλουράκια με ~. Καλλυντικά με ~.|| Μασάει ~. ΣΥΝ. μαστίχη (2) 2. ΟΙΚΟΔ. (σπάν.) μαστίχη. [< μεσν. μαστίχα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ