| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29633 | μαστιχάτος | , η, ο [μαστιχᾶτος] μα-στι-χά-τος επίθ.: που αποτελείται από μαστίχα ή κυρ. έχει υφή μαστίχας: ~η: πίτα. Πβ. μαστιχωτός. Βλ. -άτος. ● Ουσ.: μαστιχάτο (το): ποτό από μαστίχα. Βλ. -άτο. [< μτγν. μαστιχᾶτον] | |
| 29634 | μαστιχέλαιο | μα-στι-χέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο μαστίχας με θεραπευτικές ιδιότητες κυρ. για το στομάχι. Βλ. -έλαιο. [< μεσν. μαστιχέλαιον] | |
| 29635 | μαστίχη | μα-στί-χη ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. παχύρρευστο υλικό με συγκολλητικές ή στεγανοποιητικές ιδιότητες: ακρυλική/ελαστική ~. Σφράγιση αρμών με ασφαλτική ~. Βλ. στόκος. ΣΥΝ. μαστίχα (2) 2. (λόγ.) μαστίχα. [< 1: αγγλ.-γαλλ. mastic 2: μτγν. μαστίχη] | |
| 29636 | μαστιχιά | μα-στι-χιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μαστιχόδεντρο. | |
| 29637 | μαστιχόδεντρο | μα-στι-χό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος (επιστ. ονομασ. Pistacia lentiscus) των μεσογειακών περιοχών και κυρ. του νοτιοδυτικού άκρου της Χίου, από τον οποίο εξάγεται η μαστίχα. ΣΥΝ. σχίνος (1) | |
| 29638 | μαστιχοπαραγωγός | μα-στι-χο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιεργητής μαστιχόδεντρων και παραγωγός μαστίχας. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 29639 | μαστιχοφόρος | , ος, ο μα-στι-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που παράγει μαστίχα: ~ος: σχίνος (= μαστιχόδεντρο). Βλ. -φόρος. | |
| 29640 | μαστιχωτός | , ή, ό μα-στι-χω-τός επίθ.: που έχει υφή μαστίχας: ~ή: μαρμελάδα/υφή. ~ό: παγωτό. Πβ. μαστιχάτος. | |
| 29641 | μαστογραφία | μα-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία μαστού: μαγνητική/ψηφιακή ~. Κάνω ~. Βλ. -γραφία, Παπ τεστ, προληπτική ιατρική. [< ιταλ. mastografia, 1937, αγγλ. mammography, 1937, γαλλ. mammographie, 1945] | |
| 29642 | μαστογράφος | μα-στο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. διαγνωστικό ακτινολογικό μηχάνημα απεικόνισης του γυναικείου μαστού: κινητός/ψηφιακός ~. Βλ. -γράφος. 2. (σπάν.-συνεκδ.) τμήμα νοσοκομείου όπου στεγάζεται το συγκεκριμένο μηχάνημα. | |
| 29643 | μαστόδοντα | μα-στό-δο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μαστόδοντο}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. εξαφανισμένα προϊστορικά θηλαστικά (γένος Mastodon), συγγενή του ελέφαντα, με προβοσκίδα, δασύ τρίχωμα και τραπεζίτες με μαστοειδείς αποφύσεις, που έζησαν κατά το Τριτογενές και Τεταρτογενές. Βλ. μαμούθ. [< γαλλ. mastodontes, αγγλ. mastodons] | |
| 29644 | μαστοδυνία | μα-στο-δυ-νί-α ουσ. (θηλ.) & μαστωδυνία: ΙΑΤΡ. πόνος στον μαστό. [< γαλλ. mastodynie, αγγλ. mastodynia] | |
| 29645 | μαστοειδής | , ής, ές μα-στο-ει-δής επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη μαστοειδή απόφυση: ~ές: άντρο. ~είς: κυψέλες. 2. (σπάν.) που έχει σχήμα μαστού. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαστοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο κροταφικό οστό πίσω από το αυτί, στη βάση του κρανίου και περιλαμβάνει τις μαστοειδείς κυψέλες. [< αρχ. μαστοειδής, γαλλ. mastoïde, αγγλ. mastoid] | |
| 29646 | μαστοειδίτιδα | μα-στο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου των κοιλοτήτων της μαστοειδούς απόφυσης που οφείλεται συνήθ. σε ωτίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. mastoïdite, αγγλ. mastoiditis] | |
| 29647 | μαστοκύτταρα | μα-στο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. μαστοκύτταρο}: ΒΙΟΛ. βασεόφιλα κύτταρα, κυρ. του συνδετικού ιστού, που απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλες ουσίες σε αλλεργικές αντιδράσεις, τραυματισμούς ή φλεγμονές. [< γαλλ. mastocytes, 1935] | |
| 29648 | μαστοκυττάρωση & μαστοκύτωση | μα-στο-κυτ-τά-ρω-ση & μα-στο-κύ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερπλασία μαστοκυττάρων στους ιστούς: δερματική ~ (βλ. κνίδωση). [< αγγλ. mastocytosis, γαλλ. mastocytose, 1957] | |
| 29649 | μαστολογία | μα-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την παθολογία και χειρουργική του μαστού. Βλ. -λογία. [< γαλλ. mastologie, 1973, αγγλ. mastology] | |
| 29650 | μαστολόγος | μα-στο-λό-γος ουσ. (αρσ.): γιατρός που έχει μετεκπαιδευτεί στη μαστολογία: Ειδικός ~, Γυναικολόγος και Χειρουργός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. mastologue, 1974] | |
| 29651 | μαστοπάθεια | μα-στο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του μαστού: ινοκυστική ~. Βλ. -πάθεια. [< αγγλ. mastopathy, γαλλ. mastopathie] | |
| 29652 | μαστοπηξία | μα-στο-πη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική ανόρθωση μαστών για αισθητικούς λόγους. [< γαλλ. mastopexie, αγγλ. mastopexy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ