Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30340-30360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29653μαστοπλαστικήμα-στο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική επέμβαση αύξησης ή μείωσης του στήθους για αισθητικούς κυρ. λόγους. Βλ. βλεφαρο-, κοιλιο-, ρινο-, ωτο-πλαστική. [< αγγλ. mammaplasty, 1938, γαλλ. mammoplastie]
29654μαστοράντζαμα-στο-ράν-τζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): μάστορας και περιληπτ. η ομάδα ή η τάξη των μαστόρων. Βλ. -άντζα.
29655μάστοραςμά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) {-ες (λαϊκό) -όροι κ. μαστόρια (τα), -όρων, -όρους | σπανιότ. θηλ. μαστόρισσα} & (λαϊκό) μάστορης 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με μια χειρωνακτική τέχνη: ~ες της πέτρας (πβ. τεχνίτης). Εργαλεία ~όρων. Φώναξε τον ~α, γιατί χάλασε η τηλεόραση. Βλ. τεχνικός. 2. (ειδικότ.) πρωτομάστορας: βοηθός του ~α (= παραγιός). Πβ. αρχιτεχνίτης. Βλ. αφεντικό. ΣΥΝ. αρχιμάστορας (2) 3. (μτφ.) δεξιοτέχνης, εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι: μεγάλος/πραγματικός ~ του λόγου. ~ στη δουλειά/στο μπουζούκι. ~ στο ψέμα. Συγγραφέας, ~ στην αστυνομική πλοκή. Μαύρη κωμωδία από έναν ~α του είδους (του). ΣΥΝ. μαέστρος (2), τεχνίτης (2) 4. (λαϊκό-οικ.) προσφώνηση συνήθ. από άνδρα σε άνδρα: Τι γίνεται, ~α; Καλώς τον ~α! ● ΦΡ.: βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του βλ. βρίσκω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. μάστορας]
29656μαστόρεμαμα-στό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {μαστορέμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): επισκευή ή κατασκευή: ~ατα στο σπίτι. Πβ. μαστοριλίκι.
29657μαστορεύωμα-στο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαστόρ-εψα, -έψει, μαστορεύ-οντας, μαστορ-εμένος} (προφ.) 1. επιδιορθώνω, φτιάχνω συνήθ. ερασιτεχνικά: Όλο το απόγευμα ~ε το αμάξι. ΣΥΝ. επισκευάζω 2. (σπάν.-μτφ.) δημιουργώ με τέχνη, μαστοριά: ~ει την κάθε λέξη στο κείμενό του. Έργο ~εμένο με έμπνευση και φαντασία. [< μεσν. μαστορεύω]
29658μαστοριάμα-στο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία: Δουλεύει με μεράκι και ~. Πβ. δεξιοσύνη, δεξιότητα, μαεστρία. [< μεσν. μαστορία]
29659μαστόριαμα-στό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μαστόρι} (λαϊκό): μάστορες. Βλ. τεχνίτης.
29660μαστορικός, ή, ό μα-στο-ρι-κός επίθ. & (προφ.) μαστόρικος 1. που σχετίζεται με τον μάστορα: ~ά: εργαλεία. 2. (μτφ.) επιδέξιος, αριστοτεχνικός: ~ή: πλοκή. ● Ουσ.: μαστορικά (τα): η αμοιβή του μάστορα., μαστορική (η): η τέχνη του μάστορα και ειδικότ. του κτίστη.
29661μαστοριλίκιμα-στο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η τέχνη του μάστορα. Βλ. -ιλίκι.μαστοριλίκια (τα): μαστορέματα.
29662μαστορόπουλομα-στο-ρό-που-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): νέος που μαθητεύει δίπλα σε μάστορα ή τον βοηθά. Πβ. παραγιός. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. τσιράκι (2)
29663μαστόςμα-στός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα μαλακά και σαρκώδη όργανα με θηλή που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα του θώρακα ανθρώπων και θηλαστικών ζώων· στα θηλυκά είναι αναπτυγμένο και περιέχει τον αδένα για την παραγωγή γάλακτος κατά τον θηλασμό: ανόρθωση/αύξηση/αφαίρεση/εμφυτεύματα/καρκίνος του/προσθετική ~ού. Παθολογία/χειρουργική του ~ού. Οι δύο ~οί της γυναίκας (= στήθος). Βλ. γυναικo-, μεγαλο-μαστία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με μαστό γυναίκας: Οι καρποί της νεκταρινιάς είναι γνωστοί και ως "~οί της Αφροδίτης".|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Εξάγωνος/συστολικός ~ (: εξάρτημα συνδεσμολογίας σωληνώσεων). [< αρχ. μαστός]
29664μαστούραμα-στού-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαστουρώνω. Πβ. φτιάξιμο. ΣΥΝ. μαστούρωμα
29665μαστούρηςμα-στού-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες | θηλ. μαστούρα} & μαστούρι (το) (αργκό): πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση μαστούρας και ειδικότ. ναρκομανής. Βλ. πρεζάκι, χασικλής. [< τουρκ. mastur]
29666μαστούρικος, η, ο μα-στού-ρι-κος επίθ. (αργκό): που σχετίζεται με την μαστούρα ή τον μαστούρη.
29667μαστούρωμαμα-στού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): μαστούρα.
29668μαστουρώνωμα-στου-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαστούρω-σα, -σει, -μένος} (αργκό) 1. βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, συνήθ. χασίς. ΣΥΝ. κάνω/φτιάχνω κεφάλι (2), φτιάχνομαι (5) 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε κατάσταση ψυχικής μέθης λόγω διάφορων εθιστικών παραγόντων: Η τηλεόραση τον ~ει.
29669μαστοφόρος, α, ο μα-στο-φό-ρος επίθ.: που έχει μαστούς. Κυρ. ως ● Ουσ.: μαστοφόρα (τα): ΖΩΟΛ. θηλαστικά. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. mammifère]
29670μαστραπάςμα-στρα-πάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μικρό επιτραπέζιο δοχείο, συνήθ. για νερό ή κρασί. Πβ. κανάτα, κουμάρι1. [< μεσν. μαστραπάς < τουρκ. maștrapa]
29671μαστρο-(λαϊκό): λεξικό μόρφημα πριν από κύριο όνομα για δήλωση του καλού και έμπειρου τεχνίτη, του μάστορα και γενικότ. ως οικεία προσφώνηση: Ο ~-Τάκης, ο ελαιοχρωματιστής.|| (ως α' συνθ., συχνά με χρήση επωνύμου) Μαστροκώστας.|| (χιουμορ.) ~χαλαστής.
29672μαστροπείαμα-στρο-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξώθηση γυναικών στην πορνεία με στόχο την οικονομική εκμετάλλευσή τους: κύκλωμα ~ας. Κατηγορείται/συνελήφθη για ~. Πβ. εμπόριο λευκής σαρκός, νταβατζιλίκι. Βλ. γενετήσια ελευθερία. ΣΥΝ. σωματεμπορία [< αρχ. μαστροπεία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.