Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30340-30360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29639μαστιχοφόρος, ος, ο μα-στι-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που παράγει μαστίχα: ~ος: σχίνος (= μαστιχόδεντρο). Βλ. -φόρος.
29640μαστιχωτός, ή, ό μα-στι-χω-τός επίθ.: που έχει υφή μαστίχας: ~ή: μαρμελάδα/υφή. ~ό: παγωτό. Πβ. μαστιχάτος.
29641μαστογραφίαμα-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία μαστού: μαγνητική/ψηφιακή ~. Κάνω ~. Βλ. -γραφία, Παπ τεστ, προληπτική ιατρική. [< ιταλ. mastografia, 1937, αγγλ. mammography, 1937, γαλλ. mammographie, 1945]
29642μαστογράφοςμα-στο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. διαγνωστικό ακτινολογικό μηχάνημα απεικόνισης του γυναικείου μαστού: κινητός/ψηφιακός ~. Βλ. -γράφος. 2. (σπάν.-συνεκδ.) τμήμα νοσοκομείου όπου στεγάζεται το συγκεκριμένο μηχάνημα.
29643μαστόδονταμα-στό-δο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μαστόδοντο}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. εξαφανισμένα προϊστορικά θηλαστικά (γένος Mastodon), συγγενή του ελέφαντα, με προβοσκίδα, δασύ τρίχωμα και τραπεζίτες με μαστοειδείς αποφύσεις, που έζησαν κατά το Τριτογενές και Τεταρτογενές. Βλ. μαμούθ. [< γαλλ. mastodontes, αγγλ. mastodons]
29644μαστοδυνίαμα-στο-δυ-νί-α ουσ. (θηλ.) & μαστωδυνία: ΙΑΤΡ. πόνος στον μαστό. [< γαλλ. mastodynie, αγγλ. mastodynia]
29645μαστοειδής, ής, ές μα-στο-ει-δής επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη μαστοειδή απόφυση: ~ές: άντρο. ~είς: κυψέλες. 2. (σπάν.) που έχει σχήμα μαστού. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαστοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο κροταφικό οστό πίσω από το αυτί, στη βάση του κρανίου και περιλαμβάνει τις μαστοειδείς κυψέλες. [< αρχ. μαστοειδής, γαλλ. mastoïde, αγγλ. mastoid]
29646μαστοειδίτιδαμα-στο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου των κοιλοτήτων της μαστοειδούς απόφυσης που οφείλεται συνήθ. σε ωτίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. mastoïdite, αγγλ. mastoiditis]
29647μαστοκύτταραμα-στο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. μαστοκύτταρο}: ΒΙΟΛ. βασεόφιλα κύτταρα, κυρ. του συνδετικού ιστού, που απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλες ουσίες σε αλλεργικές αντιδράσεις, τραυματισμούς ή φλεγμονές. [< γαλλ. mastocytes, 1935]
29648μαστοκυττάρωση & μαστοκύτωσημα-στο-κυτ-τά-ρω-ση & μα-στο-κύ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερπλασία μαστοκυττάρων στους ιστούς: δερματική ~ (βλ. κνίδωση). [< αγγλ. mastocytosis, γαλλ. mastocytose, 1957]
29649μαστολογίαμα-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την παθολογία και χειρουργική του μαστού. Βλ. -λογία. [< γαλλ. mastologie, 1973, αγγλ. mastology]
29650μαστολόγοςμα-στο-λό-γος ουσ. (αρσ.): γιατρός που έχει μετεκπαιδευτεί στη μαστολογία: Ειδικός ~, Γυναικολόγος και Χειρουργός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. mastologue, 1974]
29651μαστοπάθειαμα-στο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του μαστού: ινοκυστική ~. Βλ. -πάθεια. [< αγγλ. mastopathy, γαλλ. mastopathie]
29652μαστοπηξίαμα-στο-πη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική ανόρθωση μαστών για αισθητικούς λόγους. [< γαλλ. mastopexie, αγγλ. mastopexy]
29653μαστοπλαστικήμα-στο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική επέμβαση αύξησης ή μείωσης του στήθους για αισθητικούς κυρ. λόγους. Βλ. βλεφαρο-, κοιλιο-, ρινο-, ωτο-πλαστική. [< αγγλ. mammaplasty, 1938, γαλλ. mammoplastie]
29654μαστοράντζαμα-στο-ράν-τζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): μάστορας και περιληπτ. η ομάδα ή η τάξη των μαστόρων. Βλ. -άντζα.
29655μάστοραςμά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) {-ες (λαϊκό) -όροι κ. μαστόρια (τα), -όρων, -όρους | σπανιότ. θηλ. μαστόρισσα} & (λαϊκό) μάστορης 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με μια χειρωνακτική τέχνη: ~ες της πέτρας (πβ. τεχνίτης). Εργαλεία ~όρων. Φώναξε τον ~α, γιατί χάλασε η τηλεόραση. Βλ. τεχνικός. 2. (ειδικότ.) πρωτομάστορας: βοηθός του ~α (= παραγιός). Πβ. αρχιτεχνίτης. Βλ. αφεντικό. ΣΥΝ. αρχιμάστορας (2) 3. (μτφ.) δεξιοτέχνης, εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι: μεγάλος/πραγματικός ~ του λόγου. ~ στη δουλειά/στο μπουζούκι. ~ στο ψέμα. Συγγραφέας, ~ στην αστυνομική πλοκή. Μαύρη κωμωδία από έναν ~α του είδους (του). ΣΥΝ. μαέστρος (2), τεχνίτης (2) 4. (λαϊκό-οικ.) προσφώνηση συνήθ. από άνδρα σε άνδρα: Τι γίνεται, ~α; Καλώς τον ~α! ● ΦΡ.: βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του βλ. βρίσκω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. μάστορας]
29656μαστόρεμαμα-στό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {μαστορέμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): επισκευή ή κατασκευή: ~ατα στο σπίτι. Πβ. μαστοριλίκι.
29657μαστορεύωμα-στο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαστόρ-εψα, -έψει, μαστορεύ-οντας, μαστορ-εμένος} (προφ.) 1. επιδιορθώνω, φτιάχνω συνήθ. ερασιτεχνικά: Όλο το απόγευμα ~ε το αμάξι. ΣΥΝ. επισκευάζω 2. (σπάν.-μτφ.) δημιουργώ με τέχνη, μαστοριά: ~ει την κάθε λέξη στο κείμενό του. Έργο ~εμένο με έμπνευση και φαντασία. [< μεσν. μαστορεύω]
29658μαστοριάμα-στο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία: Δουλεύει με μεράκι και ~. Πβ. δεξιοσύνη, δεξιότητα, μαεστρία. [< μεσν. μαστορία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.