Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30360-30380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29659μαστόριαμα-στό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μαστόρι} (λαϊκό): μάστορες. Βλ. τεχνίτης.
29660μαστορικός, ή, ό μα-στο-ρι-κός επίθ. & (προφ.) μαστόρικος 1. που σχετίζεται με τον μάστορα: ~ά: εργαλεία. 2. (μτφ.) επιδέξιος, αριστοτεχνικός: ~ή: πλοκή. ● Ουσ.: μαστορικά (τα): η αμοιβή του μάστορα., μαστορική (η): η τέχνη του μάστορα και ειδικότ. του κτίστη.
29661μαστοριλίκιμα-στο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η τέχνη του μάστορα. Βλ. -ιλίκι.μαστοριλίκια (τα): μαστορέματα.
29662μαστορόπουλομα-στο-ρό-που-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): νέος που μαθητεύει δίπλα σε μάστορα ή τον βοηθά. Πβ. παραγιός. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. τσιράκι (2)
29663μαστόςμα-στός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα μαλακά και σαρκώδη όργανα με θηλή που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα του θώρακα ανθρώπων και θηλαστικών ζώων· στα θηλυκά είναι αναπτυγμένο και περιέχει τον αδένα για την παραγωγή γάλακτος κατά τον θηλασμό: ανόρθωση/αύξηση/αφαίρεση/εμφυτεύματα/καρκίνος του/προσθετική ~ού. Παθολογία/χειρουργική του ~ού. Οι δύο ~οί της γυναίκας (= στήθος). Βλ. γυναικo-, μεγαλο-μαστία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με μαστό γυναίκας: Οι καρποί της νεκταρινιάς είναι γνωστοί και ως "~οί της Αφροδίτης".|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Εξάγωνος/συστολικός ~ (: εξάρτημα συνδεσμολογίας σωληνώσεων). [< αρχ. μαστός]
29664μαστούραμα-στού-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαστουρώνω. Πβ. φτιάξιμο. ΣΥΝ. μαστούρωμα
29665μαστούρηςμα-στού-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες | θηλ. μαστούρα} & μαστούρι (το) (αργκό): πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση μαστούρας και ειδικότ. ναρκομανής. Βλ. πρεζάκι, χασικλής. [< τουρκ. mastur]
29666μαστούρικος, η, ο μα-στού-ρι-κος επίθ. (αργκό): που σχετίζεται με την μαστούρα ή τον μαστούρη.
29667μαστούρωμαμα-στού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): μαστούρα.
29668μαστουρώνωμα-στου-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαστούρω-σα, -σει, -μένος} (αργκό) 1. βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, συνήθ. χασίς. ΣΥΝ. κάνω/φτιάχνω κεφάλι (2), φτιάχνομαι (5) 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε κατάσταση ψυχικής μέθης λόγω διάφορων εθιστικών παραγόντων: Η τηλεόραση τον ~ει.
29669μαστοφόρος, α, ο μα-στο-φό-ρος επίθ.: που έχει μαστούς. Κυρ. ως ● Ουσ.: μαστοφόρα (τα): ΖΩΟΛ. θηλαστικά. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. mammifère]
29670μαστραπάςμα-στρα-πάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μικρό επιτραπέζιο δοχείο, συνήθ. για νερό ή κρασί. Πβ. κανάτα, κουμάρι1. [< μεσν. μαστραπάς < τουρκ. maștrapa]
29671μαστρο-(λαϊκό): λεξικό μόρφημα πριν από κύριο όνομα για δήλωση του καλού και έμπειρου τεχνίτη, του μάστορα και γενικότ. ως οικεία προσφώνηση: Ο ~-Τάκης, ο ελαιοχρωματιστής.|| (ως α' συνθ., συχνά με χρήση επωνύμου) Μαστροκώστας.|| (χιουμορ.) ~χαλαστής.
29672μαστροπείαμα-στρο-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξώθηση γυναικών στην πορνεία με στόχο την οικονομική εκμετάλλευσή τους: κύκλωμα ~ας. Κατηγορείται/συνελήφθη για ~. Πβ. εμπόριο λευκής σαρκός, νταβατζιλίκι. Βλ. γενετήσια ελευθερία. ΣΥΝ. σωματεμπορία [< αρχ. μαστροπεία]
29673μαστροπόςμα-στρο-πός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) & (εσφαλμ.) μαστρωπός: προαγωγός. [< αρχ. μαστροπός]
29674μαστροχαλαστήςμα-στρο-χα-λα-στής ουσ. (αρσ.) (ειρων.): πρόσωπο που χαλά ό,τι αναλαμβάνει να φτιάξει.
29675μαστωδυνίαβλ. μαστοδυνία
29676μασχάλημα-σχά-λη ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μασκάλη & αμασχάλη 1. ΑΝΑΤ. κοιλότητα στο σημείο σύνδεσης βραχίονα και κορμού, κάτω από τον ώμο· συνεκδ. το αντίστοιχο τμήμα ενδύματος: αξύριστες/ιδρωμένες ~ες. Αποσμητικό/αποτρίχωση ~ης. Οι λεμφαδένες της ~ης. Βρομάνε/μυρίζουν οι ~ες του (βλ. μασχαλίλα). Βάζω το θερμόμετρο στη ~. Προχωρούσε με την εφημερίδα κάτω από τη ~.|| Μπλούζα με ανοίγματα στις ~ες. 2. ΒΟΤ. γωνία που σχηματίζεται στην ένωση μίσχου και βλαστού ή σε οποιαδήποτε ανάλογη διακλάδωση. 3. ΖΩΟΛ. κοιλότητα που δημιουργείται μεταξύ κορμού και μπροστινού ποδιού (στα ζώα) ή φτερούγας (στα πτηνά). 4. (μτφ.) κορυφή κοιλότητας ή γωνίας που σχηματίζεται κυρ. μεταξύ λιμενοβραχίονα και κρηπιδώματος ακτής ή λιμανιού: η ~ του βουνού/του όρμου. ● ΦΡ.: (δεν χωράνε) δύο καρπούζια σε μία/στην ίδια μασχάλη βλ. καρπούζι [< 1,2,3: αρχ. μασχάλη]
29677μασχαλιαίος, α, ο [μασχαλιαῖος] μα-σχα-λι-αί-ος επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη μασχάλη: ~α: αρτηρία/γραμμή/χώρα. 2. ΒΟΤ. που αναπτύσσεται στη μασχάλη φυτού: ~ος: οφθαλμός. Βλ. -ιαίος. [< 1: μτγν. μασχαλιαῖος 2: γαλλ. axillaire]
29678μασχαλίλαμα-σχα-λί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία από τη μασχάλη: Βρομάει/μυρίζει ~. Βλ. ιδρωτ-, ποδαρ-ίλα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.