| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2064 | αλεπονουρά | [ἀλεπονουρά] α-λε-πο-νου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αυτοφυές μονοετές ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Alopecurus myosuroides) με κιτρινοπράσινο φύλλωμα , που απαντάται σε όλη την Ευρώπη. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) αλεποουρά. | |
| 2065 | αλεποουρά | [ἀλεποουρά] α-λε-πο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. σπαθόσεγα: δίδυμη/ηλεκτρική ~. Πριόνι ~. ~ γενικής χρήσης για πριόνισμα ξύλου, γυψοσανίδας και πλαστικού. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) ουρά αλεπούς. ΣΥΝ. αλεπονουρά (2) [< 1: γερμ. Fuchsschwanz] | |
| 2066 | αλεπού | [ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού] | |
| 2067 | αλεπουδίσιος | , ια, ιο [ἀλεπουδίσιος] α-λε-που-δί-σιος επίθ.: που ανήκει στην αλεπού ή αποτελεί γνώρισμά της: ~ια: ουρά.|| (μτφ.) ~ιο: βλέμμα. ~ια: μάτια (= πονηρά, πανέξυπνα). Βλ. -ίσιος. | |
| 2069 | αλέρωτος | , η, ο [ἀλέρωτος] α-λέ-ρω-τος επίθ.: που δεν έχει λερωθεί: ~α: χέρια. Πβ. αλέκιαστος, καθαρός. | |
| 2070 | άλεση | [ἄλεση] ά-λε-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -έσεως}: μετατροπή στερεών υλικών σε σκόνη ή πολτό μέσω τριβής: λεπτή/ξηρή/υγρή ~. Η ~ του καφέ/του πιπεριού/της τροφής. ~ κρέατος/σπόρων. ~ ορυκτών/τσιμέντου. Μηχανές/μύλος/συστήματα ~ης. Ανεµόµυλοι για ~ σιτηρών. Πβ. πολτοποίηση, σύνθλιψη. Βλ. αλευροποίηση. ΣΥΝ. άλεσμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ολικής αλέσεως & άλεσης: (για προϊόν) που παρασκευάζεται από σπόρους οι οποίοι διατηρούν όλα τα μέρη τους κατά τη διάρκεια της άλεσης ή της επεξεργασίας: αλεύρι ~ ~ (βλ. άσπρο αλεύρι). Δημητριακά/παξιμάδια/ψωμί ~ ~. Βλ. αναποφλοίωτος. [< μεσν. άλεσις] | |
| 2071 | άλεσμα | [ἄλεσμα] ά-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αλέσμ-ατος | -ατα} 1. άλεση: το ~ των δημητριακών/των ελιών/των κόκκων/του ρυζιού/των σιτηρών/της τροφής (= μάσημα). ~ καρπών/ζωοτροφών. Χοντρό, μεσαίο και ψιλό ~ καφέ/κρέατος. Πβ. κονιορτο-, πολτο-ποίηση, λιώσιμο, σύνθλιψη. 2. (λαϊκό) το προϊόν του αλέσματος ή η ποσότητα που πρόκειται να αλεστεί: Έβαλε τα ~ατα στα σακιά. [< μεσν. άλεσμα] | |
| 2072 | αλεστικός | , ή, ό [ἀλεστικός] α-λε-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο άλεσμα: ~ό: δικαίωμα. ~οί: ανεμό-/νερό-μυλοι. ~ές μηχανές (σε καφεκοπτεία). ● Ουσ.: αλεστικά (τα): η αμοιβή για το άλεσμα. ● ΦΡ.: μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) βλ. σκύλος [< μεσν. αλεστικός] | |
| 2073 | αλέτρι | [ἀλέτρι] α-λέ-τρι ουσ. (ουδ.) {αλετρ-ιού| -ιών} 1. (κυρ. παλαιότ.) εργαλείο για το όργωμα της γης: ξύλινο ~. ~ με (σιδερένιο) υνί. ΣΥΝ. άροτρο 2. (συνεκδ.-λαϊκό) το όργωμα της γης: Έκανε το δεύτερο ~ με πυκνές αυλακιές. [< μεσν. αλέτρι(ν)] | |
| 2074 | αλεύρι | [ἀλεύρι] α-λεύ-ρι ουσ. (ουδ.) {αλευριού}: το προϊόν της άλεσης σπόρων δημητριακών (συνήθ. σιταριού): άσπρο/βιολογικό/κοσκινισμένο/κριθαρένιο/μαλακό/μαύρο/σκληρό/σταρένιο/χοντρό/ψιλό ~. ~ σικάλεως/σκληρού σίτου. ~ ολικής αλέσεως. ~ από καλαμπόκι (= καλαμποκάλευρο)/σόγια (= σογιάλευρο). ~ ρυζιού (= ρυζάλευρο). ~ για όλες τις χρήσεις/που φουσκώνει μόνο του. ~ αρτοποιίας/μπισκοτοποιίας. Ένα πακέτο ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ από πατάτα (= πατατάλευρο)/χαρούπι (= χαρουπάλευρο). ~ και πίτουρο βρόμης. Πβ. άλευρο, σιμιγδάλι, φαρίνα. ● Υποκ.: αλευράκι (το) ● ΦΡ.: πες αλεύρι, ο ... σε γυρεύει (πειρακτικά): για επικείμενη δυσάρεστη συνάντηση με κάποιο πρόσωπο., ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι βλ. ακριβός [< μεσν. αλεύρι(ν)] | |
| 2075 | άλευρο | [ἄλευρο] ά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -εύρου | συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): αλεύρι: ειδικά/λευκά/χωριάτικα ~α. ~ βρόμης/σίτου. ~α αρτοποιίας (: μαλακό, σκληρό αλεύρι)/ολικής αλέσεως/πολυτελείας. Βιομηχανία/εμπορία/τύποι ~ων. Βελτιωτικά/μείγματα ~ων.|| Ζωικά/φυτικά ~α. ~α οσπρίων/ρυζιού/σιταριού. [< αρχ. ἄλευρον] | |
| 2077 | αλευρο- & αλευρό- & αλευρ- | : α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά στο αλεύρι: αλευρό-κολλα/~μυλος.|| Αλευρ-ώνω. | |
| 2078 | αλευροβιομηχανία | [ἀλευροβιομηχανία] α-λευ-ρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παρασκευής αλεύρων και υποπροϊόντων τους. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. minoterie] | |
| 2079 | αλευροβιομήχανος | [ἀλευροβιομήχανος] α-λευ-ρο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας. | |
| 2080 | αλευρόκολλα | [ἀλευρόκολλα] α-λευ-ρό-κολ-λα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) ελαφριά κόλλα που παρασκευάζεται από βράσιμο νερού με αλεύρι: Φτιάχναμε χαρταετούς με ~. Βλ. -κολλα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (προφ.) αζωτούχος ουσία των δημητριακών και των αλεύρων. Βλ. γλουτένη. | |
| 2081 | αλευρόμυλος | [ἀλευρόμυλος] α-λευ-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.): κτίσμα όπου γίνεται η μετατροπή των καρπών των δημητριακών σε αλεύρι ή τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτό: ατμοκίνητος/μηχανοκίνητος/παραδοσιακός/υδροκίνητος ~. Βλ. ανεμό-, νερό-μυλος. | |
| 2082 | αλευρόπιτα | [ἀλευρόπιτα] α-λευ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κασόπιτα. | |
| 2083 | αλευροποίηση | [ἀλευροποίηση] α-λευ-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή των κόκκων των δημητριακών σε αλεύρι και κατ' επέκτ. κάθε φυσική επεξεργασία με σκοπό τη μείωση του μεγέθους των σωματιδίων μέσω τριβής: σιτηρά για ~.|| Ζωοτροφές προς ~. ~ κονιαμάτων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. flour-milling] | |
| 2084 | αλευροποιία | [ἀλευροποιία] α-λευ-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): παρασκευή αλεύρων και κατ' επέκτ. η βιομηχανία παραγωγής τους: εργοστάσιο/μηχανήματα ~ας.|| Προϊόντα ~ας. Βλ. -ποιία. [< μεσν. αλευροποιία, γαλλ. minoterie] | |
| 2085 | αλευρώδης | [ἀλευρώδης] α-λευ-ρώ-δης ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο, λευκή αφίδα: ~ των θερμοκηπίων/του καπνού. Πβ. μελίγκρα. ● ΣΥΜΠΛ.: εριώδης αλευρώδης: παράσιτο (επιστ. ονομασ. Aleurothrixus floccosus) που προσβάλλει τα εσπεριδοειδή. [< γαλλ. aleurode] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ