| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29679 | μασώ | [μασῶ] μα-σώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μασ-ά κ. -άει ... | μάσ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώμενος, -ώντας} & μασάω 1. κομματιάζω και πολτοποιώ την τροφή με τα δόντια μέσα στο στόμα, με επαναλαμβανόμενες κινήσεις των σιαγόνων· κατ' επέκτ. τρώω: Δεν μπορεί να ~ήσει καλά. H κάψουλα πρέπει να καταπίνεται και να μη ~ιέται. ~ημένη: μπουκιά (ΑΝΤ. αμάσητος). ~ώμενα: δισκία.|| (προφ.) Φέρε και κάτι να ~ήσουμε. 2. δαγκώνω κάτι επανειλημμένα: ~ τσίχλα. ~ νευρικά τα νύχια μου. ΣΥΝ. μασουλώ 3. (μτφ.-αργκό) αποδέχομαι κάτι άκριτα, χωρίς να το αμφισβητήσω: Μη ~άς ό,τι σου λένε. Πβ. καταπίνω, πιστεύω, χάφτω. ΣΥΝ. τρώω (4) ● μασάει: (για συσκευή, μηχάνημα με δόντια ή κυλίνδρους) καταστρέφει κυρ. ταινία λόγω ελαττωματικής κατασκευής: Το βίντεο/το κασετόφωνο ~ τις κασέτες. ● ΣΥΜΠΛ.: μασημένη τροφή βλ. τροφή ● ΦΡ.: δεν μασάω (μτφ.-αργκό) : δεν φοβάμαι, δεν πτοούμαι: ~ ~ μία. Δεν ~άμε (απ' αυτά). Μη μασάς!, καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς! (μειωτ.): όταν δεν πρέπει κάτι να ειπωθεί ή δεν ταιριάζει στην περίσταση., μασάω τα λόγια μου/τα μασάω (μτφ.): μιλώ με ασάφεια, υπεκφεύγω: Έχω μάθει να μη ~ ~ και να τα λέω σταράτα. Του ζήτησα πίσω τα λεφτά, αλλά μου τα μάσησε. Απάντησε με μασημένα λόγια. Βλ. μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω. ΑΝΤ. λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους, του τα μάσησε (αργκό): τον εκμεταλλεύτηκε οικονομικά, του έφαγε τα χρήματα., μασάει η κατσίκα ταραμά; βλ. ταραμάς, μασάω/τρώω σίδερα βλ. σίδερο, τρώω/μασάω κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο, τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) βλ. παραμύθι [< μεσν. μασώ] | |
| 29680 | ΜΑΤ | (τα): Μονάδες Αποκατάστασης (της) Τάξης. | |
| 29681 | ματ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (στο σκάκι) όρος που δηλώνει ότι ο βασιλιάς απειλείται άμεσα από τον αντίπαλο και η ήττα είναι αναπόφευκτη: ρουά ~ (: η σχετική προειδοποίηση του αντιπάλου). ~ με/σε τρεις κινήσεις. Πβ. σαχ. Βλ. πατ. 2. (μτφ.) κίνηση που προκαλεί την ήττα, την αποτυχία του αντιπάλου, αποκλείοντας τη δυνατότητα αντίδρασης: ~ εναντίον της τρομοκρατίας. ● ΦΡ.: έκανε (κίνηση ρουά) ματ (μτφ.): αιφνιδιαστική ή απειλητική ενέργεια που εξασφαλίζει τη νίκη, την επιτυχία: Η ομάδα έκανε ~ το τελευταίο λεπτό και κέρδισε τον αγώνα. Με κίνηση ~ έφτασαν στην πρώτη θέση. [< γαλλ. mat] | |
| 29682 | ματ2 | επίθ. {άκλ.}: που δεν γυαλίζει, δεν αντανακλά ή που δεν είναι διαπερατός από το φως: ~ γυαλί/δέρμα (ενν. κατεργασμένο)/κραγιόν/ύφασμα/φωτογραφίες/χαρτί/(πλαστικό) χρώμα. Λευκό/μαύρο ~. ΑΝΤ. γυαλιστερός, ιλουστρασιόν (1), στιλπνός [< γαλλ. mat] | |
| 29683 | ματα- | & (σπανιότ.) ματά- & ματ- (διαλεκτ.-λαϊκό): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) πρόθημα ρημάτων με τη σημασία του ξανά: (Δεν) ~γυρίζω/~έρχομαι/~πηγαίνω. Δεν το ~είδα/~βρήκα/~δίνω/~κάνω/~λέω. | |
| 29684 | ματαδόρ | βλ. ματαντόρ | |
| 29685 | ματαιοδοξία | μα-ται-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ματαιόδοξου: προσωπικές ~ες. (Δεν) το έκανα από ~. Κάθε τόσο αλλάζει αμάξι, για να ικανοποιήσει τη ~ του. Βλ. εγωισμός, έπαρση, επιδειξιομανία, μωροφιλοδοξία, ωραιοπάθεια. ΣΥΝ. κενοδοξία, ματαιοφροσύνη [< γαλλ. vaine gloire ή ιταλ. vanagloria] | |
| 29686 | ματαιόδοξος | , η, ο μα-ται-ό-δο-ξος επίθ.: που καυχιέται για ανούσια πράγματα, που επιζητά τον εφήμερο θαυμασμό: αυτάρεσκος και ~ άνθρωπος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιθυμία/ζωή/σκέψη. Βλ. κύμβαλο(ν) αλαλάζον. ΣΥΝ. κενόδοξος, ματαιόφρων ● επίρρ.: ματαιόδοξα [< γαλλ. vaneglorios ή ιταλ. vanaglorioso] | |
| 29687 | ματαιοδοξώ | [ματαιοδοξῶ] μα-ται-ο-δο-ξώ ρ. (αμτβ.) {ματαιοδοξείς ..., ματαιοδοξ-ώντας| μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): είμαι ματαιόδοξος. | |
| 29688 | ματαιολογία | μα-ται-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κενολογία. Βλ. -λογία. [< μτγν. ματαιολογία] | |
| 29689 | ματαιοπονία | μα-ται-ο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): προσπάθεια χωρίς αποτέλεσμα, άδικος, χαμένος κόπος: Είναι ~ να προσπαθείς να τον πείσεις για κάτι που δεν πιστεύει. [< μτγν. ματαιοπονία] | |
| 29690 | ματαιόπονος | , η, ο μα-ται-ό-πο-νος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ματαιοπονία: ~η: προσπάθεια. Βλ. -πονος2. [< μτγν. ματαιόπονος] | |
| 29691 | ματαιοπονώ | [ματαιοπονῶ] μα-ται-ο-πο-νώ ρ. (αμτβ.) {-ώντας, κυρ. στο γ' πρόσ.}: προσπαθώ χωρίς αποτέλεσμα, κοπιάζω άδικα: ~εί αν νομίζει ότι ... ~ούν όσοι προσπαθούν να ... Πβ. (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα. Βλ. καρποφορεί, τελεσφορεί. [< αρχ. ματαιοπονῶ] | |
| 29693 | ματαιότητα | μα-ται-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μάταιου: η ~ του εγχειρήματος/της προσπάθειας/της ύπαρξης. Βλ. -ότητα. ● ΦΡ.: ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης (ΠΔ): για να τονιστεί ότι πρέπει να αδιαφορούμε για τα εγκόσμια, αφού είναι φθαρτά και επομένως ανώφελα. [< μτγν. ματαιότης ‘ανώφελη προσπάθεια’] | |
| 29694 | ματαιοφροσύνη | μα-ται-ο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ματαιοδοξία. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. ματαιοφροσύνη ‘ασυνέπεια σκέψης, ανοησία’] | |
| 29695 | ματαιόφρων | , ων, ον μα-ται-ό-φρων επίθ. (λόγ.): ματαιόδοξος. Βλ. -φρων. [< μτγν. ματαιόφρων ‘ματαιος, ανόητος’] | |
| 29696 | ματαιώνω | μα-ται-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ματαίω-σα, -σει, ματαιώ-θηκε, -θεί, -μένος, ματαιών-οντας} 1. δεν πραγματοποιώ προγραμματισμένη ενέργεια ή επιθυμία: ~θηκε ο αγώνας/ο γάμος/η δίκη/η εκδήλωση/η επίσκεψη/η περιοδεία/η προβολή/η πτήση/η συναυλία. ~ονται τα δρομολόγια (λόγω κακοκαιρίας). Η συνάντηση ~θηκε προσωρινά. Πβ. ακυρώνω. Βλ. αναβάλλω.|| ~μένη: ελπίδα. ~μένα: όνειρα. 2. εμποδίζω να γίνει κάτι, αποτρέπω: Η αστυνομία ~σε τα σχέδια των ληστών. Πβ. χαλώ. [< μτγν. ματαιῶ, γαλλ. rendre vain] | |
| 29697 | ματαίωση | μα-ταί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ματαιώνω: ~ του διαγωνισμού/της παράστασης/της συναυλίας/των σχεδίων. Καθυστερήσεις και ~ώσεις πτήσεων. Πβ. ακύρωση.|| ~ των ονείρων/των προσδοκιών.|| ~ της συγχώνευσης των δυο εταιρειών. Βλ. αποτροπή. 2. ΨΥΧΟΛ. αμυντικός μηχανισμός του εγώ με τον οποίο το άτομο ματαιώνει σκέψεις, πράξεις και συμπεριφορές, υιοθετώντας τις εντελώς αντίθετες, μειώνοντας έτσι το άγχος και τις ενοχές που του προκαλούν. [< μτγν. ματαίωσις 'ματαιότητα' 2: γαλλ. frustration] | |
| 29698 | ματάκι | μα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκορ.) μάτι: Τι όμορφα ~ια είναι αυτά! 2. & μάτι: μικρή οπή πόρτας με γυάλινο κάλυμμα και συνήθ. ενσωματωμένο φακό που προσφέρει ευρύ οπτικό πεδίο, από μέσα προς τα έξω, για έλεγχο κυρ. του εξωτερικού χώρου· οπή σε συσκευή με αισθητήρα για την πρόσληψη οπτικών ή άλλων σημάτων: ευρυγώνιο/πανοραμικό ~.|| Ηλεκτρονικό ~. ~ υπερύθρων (Η/Υ). 3. & μάτι: ματόχαντρο: ασημένιο/κρεμαστό ~. ● ΦΡ.: κάνω ματάκι 1. (συνήθ. ~ ~ια) ανοιγοκλείνω απότομα τα βλέφαρά μου υποσυνείδητα ή συνθηματικά (κυρ. για ερωτικό σκοπό): Της έκανε ~ια κρυφά. 2. (σε ομαδικά παιχνίδια) κρυφοκοιτάζω, ενώ θα έπρεπε να έχω κλειστά τα μάτια., βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, μάτια/ματάκια μου βλ. μάτι, τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! βλ. βλέπω [< 1: μεσν. ματάκι(ν)] | |
| 29699 | ματάκιας | μα-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ηδονοβλεψίας. Βλ. -άκιας. [< γαλλ. mateur, 1935] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ