| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29715 | ματιάζω | μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {μάτια-σα, -σει, -στηκα, -στεί, -σμένος}: (σε λαϊκές προλήψεις) ασκώ βλαπτική επίδραση σε κάποιον με τον τρόπο που τον κοιτάζω, κυρ. λόγω ζήλειας ή θαυμασμού. ΣΥΝ. βασκαίνω ΑΝΤ. ξεματιάζω ● ΦΡ.: φτου (σου), να μη σε ματιάσω! & να μη(ν) (α)βασκαθείς/σε βασκάνω! & φτου!: έκφραση θαυμασμού και προσπάθεια αποτροπής της βλαπτικής επίδρασης του σχετικού συναισθήματος: Τι ωραία που είσαι! Φτου, (να) μη σε ~σω! [< μεσν. ματιάζω] | |
| 29716 | μάτιασμα | μά-τια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ματιάζω, βασκανία: γαλάζια χάντρα/ματάκι/φυλαχτό για το ~. Βλ. (κακό) μάτι. ΑΝΤ. ξεμάτιασμα | |
| 29717 | ματιέρα | μα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υφή και τρόπος χρήσης υλικού, κυρ. μπογιάς, από καλλιτέχνη. Βλ. κολάζ. [< γαλλ. matière] | |
| 29718 | ματίζω | μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: (λαϊκό) συνδέω τις άκρες δύο τμημάτων από το ίδιο υλικό, ώστε να αυξήσω το μήκος: ~ουν τα δίχτυα/σχοινιά. Πβ. επιμηκύνω, μακραίνω, τσοντάρω. [< αρχ. ἁμματίζω 'δένω'] | |
| 29719 | ματικάπι | μα-τι-κά-πι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΤΕΧΝΟΛ. είδος χειροκίνητου ή ηλεκτρικού τρυπανιού. Βλ. αρίδα. [< τουρκ. matkap] | |
| 29720 | ματισιά | μα-τι-σιά ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. είδος πλέξης δύο σχοινιών. | |
| 29721 | μάτισμα | μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ματίζω. | |
| 29722 | ματο- | βλ. αιματο- | |
| 29723 | ματοβαμμένος | , η, ο βλ. αιματοβαμμένος | |
| 29724 | ματογυάλια | μα-το-γυά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): γυαλιά για τη μυωπία, την πρεσβυωπία ή την προστασία των ματιών. ● ματογυάλι 1. μικρός μεγεθυντικός φακός που τοποθετείται κοντά στο μάτι και χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. 2. (παλαιότ.) φακός για τη μυωπία ή την πρεσβυωπία που προσαρμοζόταν στο μάτι. ΣΥΝ. μονόκλ [< γαλλ. lunettes] | |
| 29725 | ματόκλαδα | μα-τό-κλα-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ματόκλαδο} (λαϊκό): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματοτσίνορα, τσίνορα [< μεσν. ματόκλαδο(ν)] | |
| 29726 | ματοκύλισμα | βλ. αιματοκύλισμα | |
| 29727 | ματοκυλώ | : βλ. αιματοκυλώ & αιματοκυλίζω | |
| 29728 | ματοτσίνορα | μα-το-τσί-νο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματόκλαδα, τσίνορα | |
| 29729 | ματόφρυδα | μα-τό-φρυ-δα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα μάτια και τα φρύδια μαζί. [< μεσν. 'ματόφρυδο(ν)] | |
| 29730 | ματόφυλλα | μα-τό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα βλέφαρα. [< μεσν. ματόφυλλο(ν)] | |
| 29731 | ματόχαντρο | μα-τό-χα-ντρο ουσ. (ουδ.): μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι για προστασία από τη βασκανία. ΣΥΝ. ματάκι (3) | |
| 29732 | ματρακάς | μα-τρα-κάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) μαντρακάς: βαρύ σφυρί, μικρότερο από τη βαριά. Βλ. βαριοπούλα. [< τουρκ. matraka] | |
| 29733 | μάτριξ | μά-τριξ επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. δισδιάστατη, με σειρές και στήλες, διάταξη ποσοτήτων, των οποίων η θέση έχει συγκεκριμένη σημασία και (κατ' επέκτ. στην τρέχουσα χρήση) ηλεκτρονικός πίνακας μεγάλων διαστάσεων για τη μετάδοση πληροφοριών ή εικόνας από απόσταση: Όσοι κάθονταν μακριά έβλεπαν τη συναυλία από το ~ του σταδίου. Στο ~ του γηπέδου προβάλλονται στιγμιότυπα του αγώνα. 2. (αργκό της πληροφορικής) τρέχων όρος για τον κυβερνοχώρο που θεωρείται πως θα προκύψει από τα σύγχρονα δικτυακά πειράματα ή το σύνολο των σημερινών ηλεκτρονικών δικτύων· κατ' επέκτ. ο ιστός μιας εικονικής πραγματικότητας που δημιουργεί την πλάνη του πραγματικού. [< αγγλ. matrix, 1953] | |
| 29734 | ματριόσκα | μα-τρι-ό-σκα ουσ. (θηλ.): μπάμπουσκα. [< ρωσ. mаtrёshka, γαλλ. matriochka, 1949, αγγλ. matrioshka, 1964] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ