| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29721 | μάτισμα | μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ματίζω. | |
| 29722 | ματο- | βλ. αιματο- | |
| 29723 | ματοβαμμένος | , η, ο βλ. αιματοβαμμένος | |
| 29724 | ματογυάλια | μα-το-γυά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): γυαλιά για τη μυωπία, την πρεσβυωπία ή την προστασία των ματιών. ● ματογυάλι 1. μικρός μεγεθυντικός φακός που τοποθετείται κοντά στο μάτι και χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. 2. (παλαιότ.) φακός για τη μυωπία ή την πρεσβυωπία που προσαρμοζόταν στο μάτι. ΣΥΝ. μονόκλ [< γαλλ. lunettes] | |
| 29725 | ματόκλαδα | μα-τό-κλα-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ματόκλαδο} (λαϊκό): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματοτσίνορα, τσίνορα [< μεσν. ματόκλαδο(ν)] | |
| 29726 | ματοκύλισμα | βλ. αιματοκύλισμα | |
| 29728 | ματοτσίνορα | μα-το-τσί-νο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματόκλαδα, τσίνορα | |
| 29729 | ματόφρυδα | μα-τό-φρυ-δα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα μάτια και τα φρύδια μαζί. [< μεσν. 'ματόφρυδο(ν)] | |
| 29730 | ματόφυλλα | μα-τό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα βλέφαρα. [< μεσν. ματόφυλλο(ν)] | |
| 29731 | ματόχαντρο | μα-τό-χα-ντρο ουσ. (ουδ.): μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι για προστασία από τη βασκανία. ΣΥΝ. ματάκι (3) | |
| 29732 | ματρακάς | μα-τρα-κάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) μαντρακάς: βαρύ σφυρί, μικρότερο από τη βαριά. Βλ. βαριοπούλα. [< τουρκ. matraka] | |
| 29733 | μάτριξ | μά-τριξ επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. δισδιάστατη, με σειρές και στήλες, διάταξη ποσοτήτων, των οποίων η θέση έχει συγκεκριμένη σημασία και (κατ' επέκτ. στην τρέχουσα χρήση) ηλεκτρονικός πίνακας μεγάλων διαστάσεων για τη μετάδοση πληροφοριών ή εικόνας από απόσταση: Όσοι κάθονταν μακριά έβλεπαν τη συναυλία από το ~ του σταδίου. Στο ~ του γηπέδου προβάλλονται στιγμιότυπα του αγώνα. 2. (αργκό της πληροφορικής) τρέχων όρος για τον κυβερνοχώρο που θεωρείται πως θα προκύψει από τα σύγχρονα δικτυακά πειράματα ή το σύνολο των σημερινών ηλεκτρονικών δικτύων· κατ' επέκτ. ο ιστός μιας εικονικής πραγματικότητας που δημιουργεί την πλάνη του πραγματικού. [< αγγλ. matrix, 1953] | |
| 29734 | ματριόσκα | μα-τρι-ό-σκα ουσ. (θηλ.): μπάμπουσκα. [< ρωσ. mаtrёshka, γαλλ. matriochka, 1949, αγγλ. matrioshka, 1964] | |
| 29735 | ματρόνα | μα-τρό-να ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, τσατσά. [< μτγν. ματρῶνα 'οικοδέσποινα'] | |
| 29736 | ματς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. αθλητικός αγώνας μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων (συνήθ. στο ποδόσφαιρο): φιλικό ~. ~ εκτός/εντός έδρας. ~ τίτλου. Το ~ έληξε ισόπαλο. Η γηπεδούχος πήρε το ~ (= κέρδισε). ~ μπολ (: μπαλιά που κρίνει τον νικητή του αγώνα). Πβ. αναμέτρηση, συνάντηση. ΣΥΝ. παιχνίδι (3) 2. (μτφ.) καβγάς: Γύρισε αργά το βράδυ σπίτι και είχε ~ με τους γονείς της. ● Μεγεθ.: ματσάρα (η) ● Υποκ.: ματσάκι (το) [< αγγλ. match] | |
| 29737 | ματς μουτς | επιφών. & μάτσα μούτσα (οικ.): απομίμηση του ήχου του φιλιού και κατ' επέκτ. το ίδιο το φιλί: Και τώρα σας φιλώ, ~ (: σε γράμμα)!|| (ως ουσ.) Μόλις βρεθήκαμε, αρχίσαμε τα ~. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 29738 | μάτσα | μά-τσα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιαπωνέζικο πράσινο τσάι σε σκόνη, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά, κινεζικής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιείται και ως άρτυμα. [< αγγλ. matcha, 1881, γαλλ. ~, 1992] | |
| 29739 | ματσακόνι | μα-τσα-κό-νι ουσ. (ουδ.): είδος σφυριού για τον καθαρισμό σιδερένιων ελασμάτων από τη σκουριά ή από επιστρώσεις χρώματος. | |
| 29740 | ματσαράγκα | μα-τσα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) & ματσαραγκιά (αργκό): απάτη, κομπίνα, δόλος. Πβ. λοβιτούρα. ΣΥΝ. μπαγαποντιά [< ιταλ. mazzaranga, mazzeranga] | |
| 29741 | ματσέτα | βλ. μασέτα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ