Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30420-30440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29735ματρόναμα-τρό-να ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, τσατσά. [< μτγν. ματρῶνα 'οικοδέσποινα']
29736ματςουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. αθλητικός αγώνας μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων (συνήθ. στο ποδόσφαιρο): φιλικό ~. ~ εκτός/εντός έδρας. ~ τίτλου. Το ~ έληξε ισόπαλο. Η γηπεδούχος πήρε το ~ (= κέρδισε). ~ μπολ (: μπαλιά που κρίνει τον νικητή του αγώνα). Πβ. αναμέτρηση, συνάντηση. ΣΥΝ. παιχνίδι (3) 2. (μτφ.) καβγάς: Γύρισε αργά το βράδυ σπίτι και είχε ~ με τους γονείς της. ● Μεγεθ.: ματσάρα (η) ● Υποκ.: ματσάκι (το) [< αγγλ. match]
29737ματς μουτςεπιφών. & μάτσα μούτσα (οικ.): απομίμηση του ήχου του φιλιού και κατ' επέκτ. το ίδιο το φιλί: Και τώρα σας φιλώ, ~ (: σε γράμμα)!|| (ως ουσ.) Μόλις βρεθήκαμε, αρχίσαμε τα ~. [< λ. ηχομιμητ.]
29738μάτσαμά-τσα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιαπωνέζικο πράσινο τσάι σε σκόνη, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά, κινεζικής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιείται και ως άρτυμα. [< αγγλ. matcha, 1881, γαλλ. ~, 1992]
29739ματσακόνιμα-τσα-κό-νι ουσ. (ουδ.): είδος σφυριού για τον καθαρισμό σιδερένιων ελασμάτων από τη σκουριά ή από επιστρώσεις χρώματος.
29740ματσαράγκαμα-τσα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) & ματσαραγκιά (αργκό): απάτη, κομπίνα, δόλος. Πβ. λοβιτούρα. ΣΥΝ. μπαγαποντιά [< ιταλ. mazzaranga, mazzeranga]
29741ματσέταβλ. μασέτα
29742ματσόμα-τσό επίθ./ουσ. {άκλ.} (αργκό): (για πρόσ.) που έχει πολλά χρήματα. [< συντετμημένος τ. της μτχ. ματσωμένος]
29743μάτσο1μά-τσο ουσ. (ουδ.) 1. δέσμη, σύνολο ομοειδών αντικειμένων: ένα ~ λουλούδια/χαρτονομίσματα (πβ. μασούρι). 2. μεγάλη ποσότητα, πλήθος: ένα ~ κλειδιά/λεφτά/παλιοσίδερα.|| (μτφ.) Έλεγε ένα ~ βλακείες. Πβ. σωρός.|| ~ τα προβλήματα. ● Υποκ.: ματσάκι (το): ένα ~ άνηθο/μαϊντανό/ρόκα. ● ΦΡ.: ένα μάτσο χάλια: σε άθλια κατάσταση., ένα μάτσο κρέας βλ. κρέας [< μεσν. μάτσο < βεν. mazzo]
29744μάτσο2μά-τσο επίθ. {άκλ.}: για άνδρα, συνήθ. γεροδεμένο, που χαρακτηρίζεται από έντονη αρρενωπότητα. Πβ. φουσκωτός. Βλ. μετροσέξουαλ.|| (ως επίθ.) ~ ύφος. [< ισπ. -αμερικ. macho, 1928 (ως επίθ.), 1951 (ως ουσ.), γαλλ. ~, 1971]
29745ματσόλαμα-τσό-λα ουσ. (θηλ.): ξύλινο σφυρί. Πβ. ξυλόσφυρο. [< ιταλ. mazzola]
29746ματσούκιμα-τσού-κι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) μακρύ και χοντρό ραβδί, μπαστούνι. Πβ. ρόπαλο. 2. (κατ' επέκτ.-αργκό) ξυλοδαρμός. [< μεσν. ματσούκι(ο)ν, μεγεθ. ματσούκα < μεσν. λατ. mazuca]
29747ματσουκιάμα-τσου-κιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) χτύπημα με ματσούκι. Βλ. ραβδισμός. [< μεσν. ματσουκιά]
29748ματσώνομαιμα-τσώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ματσώ-θηκα, -μένος} (λαϊκό): αποκτώ, κερδίζω πολλά χρήματα: ~θηκε καλά από τις επιχειρήσεις του. Αν και ~μένος (= ματσό), ζει λιτά.
29749μάτωμαμά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ροή αίματος: ~ της μύτης/των ούλων (: κατά το βούρτσισμα). Πβ. αιμορραγία.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της καρδιάς/του λαού.
29750ματώνωμα-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάτω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ματών-οντας} 1. προκαλώ αιμορραγία: Τον χτύπησε και του ~σε το πρόσωπο. Βλ. καταματωμένος.|| ~μένη: εξέγερση (= αιματοκυλισμένη).|| (μτφ.-λογοτ.) ~μένος: ήλιος (= κατακόκκινος, πβ. αιματοβαμμένος). 2. (μτφ.) καταβάλλω μεγάλο κόπο για κάτι, προσπαθώ πολύ: ~σα (για) να τον πείσω να έρθει μαζί μας. ~σε για να περάσει στις εξετάσεις.ματώνει 1. (για μέρος του σώματος) βγάζει αίμα: Το γόνατό/η μύτη του ~σε από το πέσιμο. 2. (μτφ.) αποδυναμώνεται, καταστρέφεται: Η αγορά ~ει εξαιτίας των κερδοσκόπων. ● ΦΡ.: ματώνει η καρδιά μου & ματώνει η ψυχή μου: (μτφ.) στενοχωριέμαι υπερβολικά, θλίβομαι, πονώ: Μάτωσε η ~ μου, όταν αντίκρισα το καμένο δάσος. Πβ. πικραίνω, πληγώνω., ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, ματώνει η τσέπη (κάποιου) βλ. τσέπη [< μεσν. αιματώνω]
29751μαυλιστικός, ή, ό μαυ-λι-στι-κός επίθ.: (λογοτ.) γοητευτικός: ~ή: φωνή. Πβ. πλάνος. ΣΥΝ. σαγηνευτικός
29752μαυρ-βλ. μαυρο-
29753μαυραγάνιμαυ-ρα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σιταριού με μαύρα άγανα. Βλ. φαγόπυρο. ΣΥΝ. μαυροσίταρο [< μεσν. μαυραγάνι]
29754μαυραγορίτηςμαυ-ρα-γο-ρί-της ουσ. (αρσ.): (στην Κατοχή) πρόσωπο που εμπορευόταν στη μαύρη αγορά. || Οι σύγχρονοι ~ες. Βλ. -ίτης1

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.