Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30420-30440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29721μάτισμαμά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ματίζω.
29722ματο-βλ. αιματο-
29723ματοβαμμένος, η, ο βλ. αιματοβαμμένος
29724ματογυάλιαμα-το-γυά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): γυαλιά για τη μυωπία, την πρεσβυωπία ή την προστασία των ματιών. ● ματογυάλι 1. μικρός μεγεθυντικός φακός που τοποθετείται κοντά στο μάτι και χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. 2. (παλαιότ.) φακός για τη μυωπία ή την πρεσβυωπία που προσαρμοζόταν στο μάτι. ΣΥΝ. μονόκλ [< γαλλ. lunettes]
29725ματόκλαδαμα-τό-κλα-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ματόκλαδο} (λαϊκό): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματοτσίνορα, τσίνορα [< μεσν. ματόκλαδο(ν)]
29726ματοκύλισμαβλ. αιματοκύλισμα
29728ματοτσίνοραμα-το-τσί-νο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): οι βλεφαρίδες. ΣΥΝ. ματόκλαδα, τσίνορα
29729ματόφρυδαμα-τό-φρυ-δα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα μάτια και τα φρύδια μαζί. [< μεσν. 'ματόφρυδο(ν)]
29730ματόφυλλαμα-τό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-λογοτ.): τα βλέφαρα. [< μεσν. ματόφυλλο(ν)]
29731ματόχαντρομα-τό-χα-ντρο ουσ. (ουδ.): μπλε χάντρα με ζωγραφισμένο μάτι για προστασία από τη βασκανία. ΣΥΝ. ματάκι (3)
29732ματρακάςμα-τρα-κάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) μαντρακάς: βαρύ σφυρί, μικρότερο από τη βαριά. Βλ. βαριοπούλα. [< τουρκ. matraka]
29733μάτριξμά-τριξ επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. δισδιάστατη, με σειρές και στήλες, διάταξη ποσοτήτων, των οποίων η θέση έχει συγκεκριμένη σημασία και (κατ' επέκτ. στην τρέχουσα χρήση) ηλεκτρονικός πίνακας μεγάλων διαστάσεων για τη μετάδοση πληροφοριών ή εικόνας από απόσταση: Όσοι κάθονταν μακριά έβλεπαν τη συναυλία από το ~ του σταδίου. Στο ~ του γηπέδου προβάλλονται στιγμιότυπα του αγώνα. 2. (αργκό της πληροφορικής) τρέχων όρος για τον κυβερνοχώρο που θεωρείται πως θα προκύψει από τα σύγχρονα δικτυακά πειράματα ή το σύνολο των σημερινών ηλεκτρονικών δικτύων· κατ' επέκτ. ο ιστός μιας εικονικής πραγματικότητας που δημιουργεί την πλάνη του πραγματικού. [< αγγλ. matrix, 1953]
29734ματριόσκαμα-τρι-ό-σκα ουσ. (θηλ.): μπάμπουσκα. [< ρωσ. mаtrёshka, γαλλ. matriochka, 1949, αγγλ. matrioshka, 1964]
29735ματρόναμα-τρό-να ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, τσατσά. [< μτγν. ματρῶνα 'οικοδέσποινα']
29736ματςουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. αθλητικός αγώνας μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων (συνήθ. στο ποδόσφαιρο): φιλικό ~. ~ εκτός/εντός έδρας. ~ τίτλου. Το ~ έληξε ισόπαλο. Η γηπεδούχος πήρε το ~ (= κέρδισε). ~ μπολ (: μπαλιά που κρίνει τον νικητή του αγώνα). Πβ. αναμέτρηση, συνάντηση. ΣΥΝ. παιχνίδι (3) 2. (μτφ.) καβγάς: Γύρισε αργά το βράδυ σπίτι και είχε ~ με τους γονείς της. ● Μεγεθ.: ματσάρα (η) ● Υποκ.: ματσάκι (το) [< αγγλ. match]
29737ματς μουτςεπιφών. & μάτσα μούτσα (οικ.): απομίμηση του ήχου του φιλιού και κατ' επέκτ. το ίδιο το φιλί: Και τώρα σας φιλώ, ~ (: σε γράμμα)!|| (ως ουσ.) Μόλις βρεθήκαμε, αρχίσαμε τα ~. [< λ. ηχομιμητ.]
29738μάτσαμά-τσα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιαπωνέζικο πράσινο τσάι σε σκόνη, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά, κινεζικής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιείται και ως άρτυμα. [< αγγλ. matcha, 1881, γαλλ. ~, 1992]
29739ματσακόνιμα-τσα-κό-νι ουσ. (ουδ.): είδος σφυριού για τον καθαρισμό σιδερένιων ελασμάτων από τη σκουριά ή από επιστρώσεις χρώματος.
29740ματσαράγκαμα-τσα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) & ματσαραγκιά (αργκό): απάτη, κομπίνα, δόλος. Πβ. λοβιτούρα. ΣΥΝ. μπαγαποντιά [< ιταλ. mazzaranga, mazzeranga]
29741ματσέταβλ. μασέτα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.