| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29742 | ματσό | μα-τσό επίθ./ουσ. {άκλ.} (αργκό): (για πρόσ.) που έχει πολλά χρήματα. [< συντετμημένος τ. της μτχ. ματσωμένος] | |
| 29743 | μάτσο1 | μά-τσο ουσ. (ουδ.) 1. δέσμη, σύνολο ομοειδών αντικειμένων: ένα ~ λουλούδια/χαρτονομίσματα (πβ. μασούρι). 2. μεγάλη ποσότητα, πλήθος: ένα ~ κλειδιά/λεφτά/παλιοσίδερα.|| (μτφ.) Έλεγε ένα ~ βλακείες. Πβ. σωρός.|| ~ τα προβλήματα. ● Υποκ.: ματσάκι (το): ένα ~ άνηθο/μαϊντανό/ρόκα. ● ΦΡ.: ένα μάτσο χάλια: σε άθλια κατάσταση., ένα μάτσο κρέας βλ. κρέας [< μεσν. μάτσο < βεν. mazzo] | |
| 29744 | μάτσο2 | μά-τσο επίθ. {άκλ.}: για άνδρα, συνήθ. γεροδεμένο, που χαρακτηρίζεται από έντονη αρρενωπότητα. Πβ. φουσκωτός. Βλ. μετροσέξουαλ.|| (ως επίθ.) ~ ύφος. [< ισπ. -αμερικ. macho, 1928 (ως επίθ.), 1951 (ως ουσ.), γαλλ. ~, 1971] | |
| 29745 | ματσόλα | μα-τσό-λα ουσ. (θηλ.): ξύλινο σφυρί. Πβ. ξυλόσφυρο. [< ιταλ. mazzola] | |
| 29746 | ματσούκι | μα-τσού-κι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) μακρύ και χοντρό ραβδί, μπαστούνι. Πβ. ρόπαλο. 2. (κατ' επέκτ.-αργκό) ξυλοδαρμός. [< μεσν. ματσούκι(ο)ν, μεγεθ. ματσούκα < μεσν. λατ. mazuca] | |
| 29747 | ματσουκιά | μα-τσου-κιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) χτύπημα με ματσούκι. Βλ. ραβδισμός. [< μεσν. ματσουκιά] | |
| 29748 | ματσώνομαι | μα-τσώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ματσώ-θηκα, -μένος} (λαϊκό): αποκτώ, κερδίζω πολλά χρήματα: ~θηκε καλά από τις επιχειρήσεις του. Αν και ~μένος (= ματσό), ζει λιτά. | |
| 29749 | μάτωμα | μά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ροή αίματος: ~ της μύτης/των ούλων (: κατά το βούρτσισμα). Πβ. αιμορραγία.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της καρδιάς/του λαού. | |
| 29750 | ματώνω | μα-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάτω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ματών-οντας} 1. προκαλώ αιμορραγία: Τον χτύπησε και του ~σε το πρόσωπο. Βλ. καταματωμένος.|| ~μένη: εξέγερση (= αιματοκυλισμένη).|| (μτφ.-λογοτ.) ~μένος: ήλιος (= κατακόκκινος, πβ. αιματοβαμμένος). 2. (μτφ.) καταβάλλω μεγάλο κόπο για κάτι, προσπαθώ πολύ: ~σα (για) να τον πείσω να έρθει μαζί μας. ~σε για να περάσει στις εξετάσεις. ● ματώνει 1. (για μέρος του σώματος) βγάζει αίμα: Το γόνατό/η μύτη του ~σε από το πέσιμο. 2. (μτφ.) αποδυναμώνεται, καταστρέφεται: Η αγορά ~ει εξαιτίας των κερδοσκόπων. ● ΦΡ.: ματώνει η καρδιά μου & ματώνει η ψυχή μου: (μτφ.) στενοχωριέμαι υπερβολικά, θλίβομαι, πονώ: Μάτωσε η ~ μου, όταν αντίκρισα το καμένο δάσος. Πβ. πικραίνω, πληγώνω., ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, ματώνει η τσέπη (κάποιου) βλ. τσέπη [< μεσν. αιματώνω] | |
| 29751 | μαυλιστικός | , ή, ό μαυ-λι-στι-κός επίθ.: (λογοτ.) γοητευτικός: ~ή: φωνή. Πβ. πλάνος. ΣΥΝ. σαγηνευτικός | |
| 29752 | μαυρ- | βλ. μαυρο- | |
| 29753 | μαυραγάνι | μαυ-ρα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σιταριού με μαύρα άγανα. Βλ. φαγόπυρο. ΣΥΝ. μαυροσίταρο [< μεσν. μαυραγάνι] | |
| 29754 | μαυραγορίτης | μαυ-ρα-γο-ρί-της ουσ. (αρσ.): (στην Κατοχή) πρόσωπο που εμπορευόταν στη μαύρη αγορά. || Οι σύγχρονοι ~ες. Βλ. -ίτης1 | |
| 29755 | μαυραγορίτικος | , η, ο μαυ-ρα-γο-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον μαυραγορίτη ή τη μαύρη αγορά. Βλ. -ίτικος. | |
| 29756 | μαυράδα | βλ. μαυρίλα | |
| 29757 | μαυράδι | μαυ-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) ΑΝΤ. ασπράδι 1. μαύρο στίγμα, κηλίδα: Είχε ~ια στο δέρμα του.|| Φάνηκε ένα ~ (: μορφή, σκιά) να κινείται στο σκοτάδι. Πβ. βούλα, μαυρίλα. 2. η κόρη του ματιού. [< μεσν. μαυράδι] | |
| 29758 | μαυράκι | μαυ-ρά-κι ουσ. (ουδ.): (οικ.) παιδί της μαύρης φυλής. ● μαυράκια (τα): μαύρα στίγματα: Με τον καθαρισμό φεύγουν τα ~ από το πρόσωπο. | |
| 29759 | μαυριδερός | , ή, ό μαυ-ρι-δε-ρός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει σκούρα επιδερμίδα και χαρακτηριστικά. Πβ. μαύρος, μελαμψός, μελαχρινός. Βλ. ξανθωπός. ΑΝΤ. ασπρουλιάρης 2. που έχει χρώμα σχεδόν μαύρο, σκουρόχρωμος. Βλ. -ιδερός. [< μεσν. μαυριδερός] | |
| 29760 | μαυρίζω | μαυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαύρι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, μαυρίζ-οντας} 1. κάνω κάτι μαύρο ή σκούρο· γίνομαι μαύρος ή σκούρος: Η πυρκαγιά ~σε (= σκοτείνιασε) τον ουρανό. Ρούχα ~σμένα (: λερωμένα, μουτζουρωμένα) από την κάπνα.|| Η ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα δεν ~ει εύκολα (: από τον ήλιο). Η οθόνη του υπολογιστή ~σε. Τα μάτια μου ~σαν από την αϋπνία.|| Γύρισε με ~σμένο (= μελανιασμένο, πβ. χτυπημένο) μάτι από τον καβγά.|| (μτφ.) Κάτι ~ει (: υπάρχει, κινείται) εκεί στο βάθος. ΑΝΤ. ασπρίζω (1), ξασπρίζω (2) 2. (μτφ.) γεμίζω αρνητικά συναισθήματα: Μου ~σες τη διάθεση/μέρα. 3. (μτφ.-λαϊκό) καταψηφίζω: ~ έναν βουλευτή/μια κυβέρνηση/ένα κόμμα στις εκλογές. Υποψήφιος που ~στηκε. ● ΦΡ.: μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου & ~ η καρδιά μου & μου μαυρίζει/μαύρισε την ψυχή/καρδιά: στενοχωριέμαι πολύ, υποφέρω: Μαύρισε ~, μόλις είδα την κατάντια του. Μου μαύρισε την ψυχή με τα νέα του., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. μαυρίζω] | |
| 29761 | μαυρίλα | μαυ-ρί-λα ουσ. (θηλ.) 1. & (λαϊκό) μαυράδα: μαύρο χρώμα, σκούρα απόχρωση και ειδικότ. σκουρόχρωμο σημάδι, λεκές: Φόρα κάτι εμπριμέ, να σπάσει η ~.|| Καθάρισε τις ~ες από το τραπέζι! Πβ. μαυράδι. Βλ. -ίλα. ΑΝΤ. ασπρίλα. 2. & (λαϊκό-λογοτ.) μαυράδα {χωρ. πληθ.} (μτφ.) σκοτάδι: η ~ της νύχτας/του ουρανού. Πβ. ζόφος, σκοτεινιά. 3. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ζοφερή κατάσταση ή ψυχική διάθεση: Πολλή ~ έπεσε, μόλις μαθεύτηκαν τα δυσάρεστα νέα. Πβ. σκοτεινιά. ● ΦΡ.: μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα (προφ.-συνήθ. χιουμορ.) 1. σε περιπτώσεις που κυριαρχεί το μαύρο χρώμα (όπως στο ντύσιμο). 2. για πυκνό σκοτάδι, συνήθ. λόγω έντονης συννεφιάς. Πβ. μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά. 3. (σπανιότ.) για να δηλωθεί εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. [< 1,2: μεσν. μαυράδα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ