| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29755 | μαυραγορίτικος | , η, ο μαυ-ρα-γο-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον μαυραγορίτη ή τη μαύρη αγορά. Βλ. -ίτικος. | |
| 29756 | μαυράδα | βλ. μαυρίλα | |
| 29757 | μαυράδι | μαυ-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) ΑΝΤ. ασπράδι 1. μαύρο στίγμα, κηλίδα: Είχε ~ια στο δέρμα του.|| Φάνηκε ένα ~ (: μορφή, σκιά) να κινείται στο σκοτάδι. Πβ. βούλα, μαυρίλα. 2. η κόρη του ματιού. [< μεσν. μαυράδι] | |
| 29758 | μαυράκι | μαυ-ρά-κι ουσ. (ουδ.): (οικ.) παιδί της μαύρης φυλής. ● μαυράκια (τα): μαύρα στίγματα: Με τον καθαρισμό φεύγουν τα ~ από το πρόσωπο. | |
| 29759 | μαυριδερός | , ή, ό μαυ-ρι-δε-ρός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει σκούρα επιδερμίδα και χαρακτηριστικά. Πβ. μαύρος, μελαμψός, μελαχρινός. Βλ. ξανθωπός. ΑΝΤ. ασπρουλιάρης 2. που έχει χρώμα σχεδόν μαύρο, σκουρόχρωμος. Βλ. -ιδερός. [< μεσν. μαυριδερός] | |
| 29760 | μαυρίζω | μαυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαύρι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, μαυρίζ-οντας} 1. κάνω κάτι μαύρο ή σκούρο· γίνομαι μαύρος ή σκούρος: Η πυρκαγιά ~σε (= σκοτείνιασε) τον ουρανό. Ρούχα ~σμένα (: λερωμένα, μουτζουρωμένα) από την κάπνα.|| Η ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα δεν ~ει εύκολα (: από τον ήλιο). Η οθόνη του υπολογιστή ~σε. Τα μάτια μου ~σαν από την αϋπνία.|| Γύρισε με ~σμένο (= μελανιασμένο, πβ. χτυπημένο) μάτι από τον καβγά.|| (μτφ.) Κάτι ~ει (: υπάρχει, κινείται) εκεί στο βάθος. ΑΝΤ. ασπρίζω (1), ξασπρίζω (2) 2. (μτφ.) γεμίζω αρνητικά συναισθήματα: Μου ~σες τη διάθεση/μέρα. 3. (μτφ.-λαϊκό) καταψηφίζω: ~ έναν βουλευτή/μια κυβέρνηση/ένα κόμμα στις εκλογές. Υποψήφιος που ~στηκε. ● ΦΡ.: μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου & ~ η καρδιά μου & μου μαυρίζει/μαύρισε την ψυχή/καρδιά: στενοχωριέμαι πολύ, υποφέρω: Μαύρισε ~, μόλις είδα την κατάντια του. Μου μαύρισε την ψυχή με τα νέα του., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. μαυρίζω] | |
| 29761 | μαυρίλα | μαυ-ρί-λα ουσ. (θηλ.) 1. & (λαϊκό) μαυράδα: μαύρο χρώμα, σκούρα απόχρωση και ειδικότ. σκουρόχρωμο σημάδι, λεκές: Φόρα κάτι εμπριμέ, να σπάσει η ~.|| Καθάρισε τις ~ες από το τραπέζι! Πβ. μαυράδι. Βλ. -ίλα. ΑΝΤ. ασπρίλα. 2. & (λαϊκό-λογοτ.) μαυράδα {χωρ. πληθ.} (μτφ.) σκοτάδι: η ~ της νύχτας/του ουρανού. Πβ. ζόφος, σκοτεινιά. 3. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ζοφερή κατάσταση ή ψυχική διάθεση: Πολλή ~ έπεσε, μόλις μαθεύτηκαν τα δυσάρεστα νέα. Πβ. σκοτεινιά. ● ΦΡ.: μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα (προφ.-συνήθ. χιουμορ.) 1. σε περιπτώσεις που κυριαρχεί το μαύρο χρώμα (όπως στο ντύσιμο). 2. για πυκνό σκοτάδι, συνήθ. λόγω έντονης συννεφιάς. Πβ. μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά. 3. (σπανιότ.) για να δηλωθεί εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. [< 1,2: μεσν. μαυράδα] | |
| 29762 | μαύρισμα | μαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. απόκτηση σκούρου χρώματος στην επιδερμίδα, συνήθ. ως αποτέλεσμα της έκθεσης στον ήλιο: αντηλιακό για ασφαλές/βαθύ/ελαφρύ/έντονο/ομοιόμορφο/προοδευτικό/τέλειο/τροπικό ~. Τεχνητό ~ με αερογράφο/σολάριουμ. (Κρέμα για) ~ χωρίς ήλιο. Αποκτώ/διατηρώ/μου φεύγει το ~. Πβ. (ξ)άσπρισμα. 2. (μτφ.) καταψήφιση: ~ των υποψηφίων στις εκλογές. Πβ. μαύρο, φούμο. 3. απόκτηση μαύρης ή σκούρας απόχρωσης: ~ της οθόνης.|| ~ των ασημικών. [< μεσν. μαύρισμα] | |
| 29763 | μαυρο- & μαυρό- & μαυρ- | : α' συνθετικό, κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων, που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει μαύρο ή βαθύ σκούρο χρώμα: (συνήθ. ως χαρακτηριστικό κατηγορίας) μαυρο-γένης/~μάλλης/~μάτης. Mαυρο-ντυμένη (βλ. λευκο-ντυμένη)/~φορούσα.|| Μαυρο-πίπερο (βλ. κοκκινο-). Μαυρό-χωμα (βλ. ασπρό-). Μαυρο-πίνακας (βλ. ασπρο-).|| Mαυρο-πούλι. Μαυρό-παπια.|| (γενικότ.) Μαυρο-ζούμι.|| Μαυρό-ασπρος.|| Μαυρ-ιδερός. | |
| 29764 | μαυρόασπρος | , η, ο μαυ-ρό-α-σπρος επίθ.: ασπρόμαυρος: ~ο: φόντο.|| ~η: εικόνα. ~ο: φιλμ. | |
| 29765 | μαυρόγατα | μαυ-ρό-γα-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) γκαντέμης. 2. (σπανιότ.) μαύρη γάτα. | |
| 29766 | μαυροδάφνη | μαυ-ρο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί με σκούρο κόκκινο χρώμα και γλυκιά γεύση. | |
| 29767 | μαυροδέλφινο | μαυ-ρο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Globicephala melas), μαύρου κυρ. χρώματος, το κεφάλι του οποίου έχει σχήμα μεγάλου βολβού. Βλ. ζωνο-, ρινο-, σταχτο-δέλφινο. | |
| 29768 | μαυροζούμι | μαυ-ρο-ζού-μι ουσ. (ουδ.) (προφ.): σκουρόχρωμος ζωμός, ρόφημα και γενικότ. υγρό: (συνήθ. για άνοστο καφέ) Πώς μπορείς και πίνεις αυτό το ~; | |
| 29769 | Μαυροθαλασσίτης | Μαυ-ρο-θα-λασ-σί-της ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που έχει γεννηθεί στις ή κατάγεται από τις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινο Πόντο). Βλ. -ίτης1. [< τουρκ. kara deniz] | |
| 29770 | μαυροθαλασσίτικος | , η, ο μαυ-ρο-θα-λασ-σί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη Μαύρη Θάλασσα ή/και τους Μαυροθαλασσίτες. Βλ. -ίτικος. | |
| 29771 | μαυρομάλλης | , α, ικο μαυ-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: που έχει μαύρα μαλλιά. Βλ. -μάλλης. ΑΝΤ. ασπρομάλλης (1) | |
| 29772 | μαυρομάνικος | , η, ο μαυ-ρο-μά-νι-κος επίθ. (λαϊκό): που έχει μαύρη λαβή: ~ο: μαχαίρι. [< μεσν. μαυρομάνικος] | |
| 29773 | μαυρομάτης, μαυρομάτα | , ικο μαυ-ρο-μά-της επίθ./ουσ.: που έχει μαύρα μάτια. Βλ. -μάτης. ● ΣΥΜΠΛ.: μαυρομάτικα (φασόλια): ΒΟΤ. ποικιλία ξερών φασολιών με μικρό μέγεθος και χαρακτηριστικό μαύρο στίγμα στη μέση, ο καρπός του αμπελοφάσουλου: σαλάτα με ~. Πβ. λουβιά. [< μεσν. μαυρομάτης] | |
| 29774 | μαυροντυμένος | , η, ο μαυ-ρο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που φορά μαύρα ρούχα: ~ος: άνδρας.|| (ως ένδειξη πένθους) ~η: γυναίκα (= μαυροφορούσα). ΣΥΝ. μαυροφορεμένος. ΑΝΤ. ασπροντυμένος, λευκοντυμένος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ