| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29775 | μαυρόπαπια | μαυ-ρό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πάπια (γένος Melanitta) με μαύρο φτέρωμα: Αμερικανική (επιστ. ονομασ. Melanitta perspicillata)/Ευρωπαϊκή (Melanitta nigra). | |
| 29776 | μαυροπετρίτης | μαυ-ρο-πε-τρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος σκουρόχρωμου γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco eleonorae) το οποίο φωλιάζει κυρ. σε μικρές νησίδες και κυνηγά αποκλειστικά μεταναστευτικά πουλιά πάνω από τη θάλασσα: δράσεις/πρόγραμμα προστασίας του ~η. Βλ. κιρκινέζι. | |
| 29777 | μαυροπίνακας | μαυ-ρο-πί-να-κας ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) σχολικός πίνακας μαύρου χρώματος, όπου έγραφαν με κιμωλία. Βλ. ασπροπίνακας. 2. (σπανιότ.-μτφ.) μαύρη λίστα. [< γαλλ. tableau noir] | |
| 29778 | μαυροπίπερο | μαυ-ρο-πί-πε-ρο ουσ. (ουδ.): σκούρο αρωματικό πιπέρι. | |
| 29779 | μαυροπούλι | μαυ-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): (λαϊκό) ψαρόνι. Βλ. -πούλι. | |
| 29780 | μαύρος | , η, ο [μαῦρος] μαύ-ρος επίθ. 1. που έχει το χρώμα με την ελάχιστη φωτεινότητα ή τη μέγιστη σκοτεινότητα, η επιφάνεια του οποίου απορροφά, αλλά δεν αντανακλά καμία ορατή ακτινοβολία: ~ος: πίνακας (= μαυροπίνακας). ~η: απόχρωση/κουκκίδα/σημαία. ~ο: άλογο/βελούδο/κοράκι/στιλό/φόντο/φόρεμα. ~ο δερμάτινο/πέτσινο μπουφάν. ~ες: γόβες. ~α: εσώρουχα. Βάζω ~ο μολύβι στα μάτια. Μελάνι ~ου χρώματος.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~α γράμματα σε λευκό φόντο. Εκτύπωση με (έντονα) ~α (= μπολντ) στοιχεία. Βλ. ημίμαυρος.|| (εμφατ.) ~, κατάμαυρος. ~ σαν κάρβουνο/πίσσα (πβ. κατράμι). Πβ. ασπρό-, ολό-μαυρος. ΑΝΤ. άσπρος (1), λευκός (1) 2. που έχει πολύ σκούρο χρώμα, σχεδόν μαύρο: ~ος: ουρανός (πβ. συννεφιασμένος). ~η: πεύκη. ~α: γυαλιά.|| ~ος: καφές (: χωρίς γάλα). ~η: ζάχαρη (βλ. άσπρη)/μπίρα (βλ. ξανθιά)/σοκολάτα (ή υγείας)/σταφίδα (βλ. ξανθή). ~ο: κρασί (: σκούρο κόκκινο, βλ. μαυροδάφνη)/πιπέρι/ρύζι (βλ. λευκό)/ψωμί (πβ. ολικής αλέσεως). ~ες: ελιές (βλ. πράσινες). ~α: σταφύλια (βλ. λευκά).|| ~α: δόντια/μαλλιά/στίγματα (πβ. μελανά). ~οι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Έγινε ~ από τον ήλιο (πβ. μαυρίζω). Το μάτι του είναι ~ο από τη(ν) μπουνιά που έφαγε.|| Μες στη ~η νύχτα (: χωρίς φεγγάρι ή αστέρια, πολύ σκοτεινή).|| ~α: νύχια/χέρια (: βρόμικα, λερωμένα. ΑΝΤ. καθαρά). Έγινα ~ από τον καπνό.|| (για πρόσ.) ~η: φυλή (: με σκουρόχρωμη επιδερμίδα, νέγρικη. Βλ. κίτρινη, λευκή). 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός για να δηλωθεί κάτι αρνητικό, δυσάρεστο, θλιβερό: ~ος: μήνας. ~η: ζωή (πβ. άθλιος, βασανισμένος, δυστυχισμένος). ~ες: ειδήσεις/σκέψεις (πβ. απαισιόδοξος). ~α: μηνύματα. ~η ψυχή (: κακιά, μοχθηρή). ~ο (= δυσοίωνο) το μέλλον της οικονομίας. ~α σύννεφα στον τουρισμό. ~ες γιορτές/~ο Σαββατοκύριακο θα περάσουμε! Είναι σε ~α χάλια/έχει τα ~α του τα χάλια (: σε πολύ άσχημη κατάσταση)!|| (συνδεδεμένος με καταστροφικό, τραγικό γεγονός) ~ος: Σεπτέμβρης. ~η: επέτειος/μέρα (πβ. αποφράδα)/σελίδα της ιστορίας.|| (εμφατ.) ~η: απελπισία/πείνα/φτώχεια. Η ~η (= πικρή) αλήθεια είναι ότι ...|| ~η: μαγεία. 4. (προφ.) που δεν δηλώνεται στην εφορία και αποφέρει παράνομα κέρδη: ~η: οικονομία. Πβ. λαθραίος. ● Ουσ.: μαύρα (τα) 1. μαύρα ρούχα, συχνά ως ένδειξη πένθους: ντύνομαι στα/φοράω ~. Έβγαλε τα ~ (: σταμάτησε να πενθεί). Βλ. λευκά. 2. τα μαύρα πιόνια στο σκάκι: Παίζουν τα ~. Βλ. λευκά., μαύρο (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: Προτιμώ το μοβ από το ~.|| Το ~ σου πάει πολύ! ΑΝΤ. άσπρο (1) 2. (& σπάν. μαύρη ψήφος) (αργκό) αρνητική ψήφος· γενικότ. καταψήφιση, αποδοκιμασία ενός προσώπου ή μιας κατάστασης: Οι ψηφοφόροι θα ρίξουν ~ στο κόμμα. Θα φάει ~ δαγκωτό στις εκλογές. ΣΥΝ. φούμο (2) 3. & μαύρη (η): (αργκό) χασίς. Πβ. φούντα, χόρτο. ● Υποκ.: μαυρούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη (αγορά) 1. παράνομη αγοραπωλησία σε δύσκολες κυρ. περιόδους (όπως πολεμικές) όπου υπάρχει έλλειψη εμπορευμάτων, κυρ. τροφίμων, τα οποία πωλούνται σε πολύ υψηλές τιμές. 2. παράνομη αγοραπωλησία προϊόντων που δεν είναι νόμιμα, δεν βρίσκονται εύκολα στο εμπόριο ή πωλούνται σε χαμηλότερη από την κανονική τιμή, συνήθ. επειδή είναι κλεμμένα. [< αγγλ. black market, 1931, γαλλ. marché noir, 1945] , μαύρη γη (μτφ.) 1. καμένη έκταση. 2. (λογοτ., συχνά σε δημοτικά τραγούδια) ο Άδης., μαύρη ζώνη: ΑΘΛ. που αποκτούν οι αθλούμενοι στις πολεμικές τέχνες και προσδιορίζει το ανώτερο επίπεδο τεχνικής και εμπειρίας τους στο άθλημα. Βλ. λευκή ζώνη., μαύρη μουσική: ΜΟΥΣ. το σύνολο των μουσικών ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Βλ. αρ εν μπι, μπλουζ, ραπ, σόουλ, τζαζ, χιπ χοπ., μαύρο μυθιστόρημα ΛΟΓΟΤ. 1. αυτό που συνδυάζει συνήθ. την αστυνομική πλοκή με την αρνητική, σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας. Βλ. φιλμ νουάρ. 2. το γοτθικό, με βασικά χαρακτηριστικά τα υπερφυσικά και τρομακτικά στοιχεία. [< γαλλ. roman noir] , αρνητική/μαύρη διαφήμιση βλ. διαφήμιση, άσπρο-μαύρο & μαύρο-άσπρο βλ. άσπρος, η μαύρη ήπειρος βλ. ήπειρος, μαύρα σκοτάδια βλ. σκοτάδι, μαύρα ταμεία βλ. ταμείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, μαύρες συσκευές βλ. συσκευή, Μαύρη Βίβλος βλ. βίβλος, μαύρη εργασία βλ. εργασία, μαύρη κωμωδία βλ. κωμωδία, μαύρη λίστα βλ. λίστα, μαύρη προπαγάνδα βλ. προπαγάνδα, μαύρη τρύπα βλ. τρύπα, μαύρη χήρα βλ. χήρα, μαύρο θέατρο βλ. θέατρο, μαύρο κουτί βλ. κουτί, μαύρο πρόβατο βλ. πρόβατο, μαύρο τσάι βλ. τσάι, μαύρο/μπλακ χιούμορ βλ. χιούμορ, μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα, μαύρος θάνατος βλ. θάνατος, μαύρος καβαλάρης βλ. καβαλάρης, μαύρος νάνος βλ. νάνος, μαύρος πάγος βλ. πάγος, μαύρος χρυσός βλ. χρυσός ● ΦΡ.: μαύρος και άραχνος (μτφ.-εμφατ.): για καθετί δύσκολο, δυσάρεστο, δυσοίωνο: Τα βλέπει/τα βρήκε/είναι όλα ~α και ~α., τα βάφω μαύρα (μτφ.-προφ.): στενοχωριέμαι υπερβολικά, απογοητεύομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό, απελπίζομαι: Τα έβαψε ~ μετά τον χωρισμό.|| (ειρων.) Σιγά μην τα βάψω ~ που δεν ήρθε! ΣΥΝ. είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά, με παίρνει από κάτω/αποκάτω, (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα βλ. κατάστιχο, άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά βλ. σκύλος, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά βλ. πανί, έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, κάνει το άσπρο μαύρο βλ. άσπρος, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) βλ. μάτι, μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα βλ. μαυρίλα, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, μαύρη η ώρα βλ. ώρα, μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει βλ. τρώω, με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι βλ. χιόνι, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< μτγν. μαῦρος, γαλλ. noir, αγγλ. black] | |
| 29781 | μαύρος, μαύρη | μαύ-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (κ. με κεφαλ. Μ) πρόσωπο που ανήκει στη μαύρη φυλή: τα δικαιώματα/η εξέγερση/το κίνημα των ~ων. Οι ~οι της Αμερικής/Αφρικής. Πβ. αφροαμερικανός. ΣΥΝ. νέγρος 2. (λαϊκό) δυστυχής, κακομοίρης: Τι έπαθα ο ~! 3. {μόνο στο αρσ.} (λογοτ.) άλογο με μαύρο τρίχωμα. ● Υποκ.: μαυρούλης, μαυρούλα (ο/η): στη σημ. 1. [< 1: μτγν. Μαῦρος, γαλλ. Noir 3: μεσν. μαύρος] | |
| 29782 | μαυροσίταρο | μαυ-ρο-σί-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μαυραγάνι. Βλ. φαγόπυρο. | |
| 29783 | μαυροσκούφης | μαυ-ρο-σκού-φης ουσ. (αρσ.) (προφ.): 1. (προφ.) αξιωματικός ή στρατιώτης των τεθωρακισμένων, με χαρακτηριστικό τον μαύρο μπερέ. 2. αμπελοπούλι. | |
| 29784 | μαυροτσούκαλο | μαυ-ρο-τσού-κα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόσωπο μελαχρινό ή πολύ μαυρισμένο από τον ήλιο. Βλ. ξανθόψειρα. | |
| 29785 | μαυρούδι | μαυ-ρού-δι ουσ. (ουδ.) ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.: ποικιλία σταφυλιού από την οποία παράγεται το ομώνυμο κόκκινο κρασί. Βλ. σαββατιανό. | |
| 29786 | μαυροφόρος | , α, ο μαυ-ρο-φό-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): μαυροντυμένος: (ως ένδειξη πένθους) ~ες: μάνες (= μαυροφορούσες). Βλ. -φόρος. [< μεσν. μαυροφόρος] | |
| 29787 | μαυροφορούσα | μαυ-ρο-φο-ρού-σα επίθ./ουσ. (η): μαυροφόρα γυναίκα. [< μεσν. μαυροφορούσα] | |
| 29788 | μαυροφορώ | [μαυροφορῶ] μαυ-ρο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {μαυροφορ-είς ... | μαυροφόρε-σα, -μένος} (λαϊκό-λογοτ.): ντύνομαι με μαύρα ρούχα, συνήθ. λόγω πένθους: ~σε (: χήρεψε) σε μικρή ηλικία. ~μένη: γιαγιά (= μαυρο-ντυμένη, -φόρα, -φορούσα). Πβ. πενθοφορώ. Βλ. -φορώ. [< μεσν. μαυροφορώ] | |
| 29789 | μαυρόχωμα | μαυ-ρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): χούμος. Βλ. -χωμα. | |
| 29790 | μαυσωλείο | [μαυσωλεῖο] μαυ-σω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Μ): μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο: το ~ της Αλικαρνασσού/του Ταζ Μαχάλ. Βλ. κενοτάφιο, τουρμπές, τύμβος. [< μτγν. Μαυσωλεῖον, γαλλ. mausolée, αγγλ. mausoleum] | |
| 29791 | ΜΑΦ | (η) 1. (σε νοσοκομεία) Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας. Βλ. ΜΕΘ. 2. Μοίρα Άμυνας Φρούρησης. | |
| 29792 | μαφία | μα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. μυστική εγκληματική οργάνωση σικελικής προέλευσης που διευθύνεται από οικογένειες βάσει απαράβατων εσωτερικών κανόνων και συμμετέχει σε παράνομες δραστηριότητες· κατ' επέκτ. οποιαδήποτε οργάνωση ανάλογης δομής, κυρ. από μέλη της ίδιας εθνικότητας: η ιταλική ~ των ΗΠΑ (= Κόζα Νόστρα). Βλ. νονός, ομερτά.|| Κινεζική/ρωσική ~. 2. (μτφ.) κλειστή ομάδα που προωθεί τα συμφέροντά της, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο· κύκλωμα: η ~ των εμπόρων όπλων/των ναρκωτικών/των φυλακών. ΣΥΝ. κλίκα, συνδικάτο (2) 3. (μτφ.-οικ.) επιτήδειος, πονηρός, ικανός: Είναι μεγάλη ~! Πβ. μούτρο. [< ιταλ. mafia 1: γαλλ. ~, 1933] | |
| 29793 | μάφιν | μά-φιν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΑΧΑΡ. μικρό ατομικό κέικ, συνήθ. γλυκό: ~ς με σοκολάτα/φράουλες. Φορμάκια για ~. Βλ. μπράουνι.|| Αλμυρά ~ς (με μπέικον). [< αγγλ. muffin] | |
| 29794 | μαφιόζικος | , η, ο μα-φιό-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη μαφία ή τον μαφιόζο: ~η: απαγωγή/εκτέλεση/επίθεση/οικογένεια/οργάνωση/ταινία. ~ο: έγκλημα/κύκλωμα/σύστημα/χτύπημα. ~ες: μέθοδοι. Τον εκτέλεσαν με ~ο τρόπο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ