Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30480-30500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29795μαφιόζοςμα-φιό-ζος ουσ. (αρσ.) {θηλ. μαφιόζα} 1. μέλος της μαφίας και κατ' επέκτ. κακοποιός. 2. (μειωτ.) χαρακτηρισμός προσώπου ή ομάδας που δρα παρασκηνιακά, για να πετύχει τον σκοπό του: οι ~οι των γηπέδων. Βλ. αρχι~, γκάνγκστερ, -όζος. [< ιταλ. mafioso]
29796μαφόριομα-φό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & μαφόρι: ΕΚΚΛΗΣ. (στην αγιογραφία) λεπτό πέπλο που καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους της Παναγίας. Βλ. εσθήτα, σκέπη. [< μτγν. μαφόριον ‘πέπλο’]
29797μαχουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο λόγος της ταχύτητας ενός στερεού ή υγρού προς την ταχύτητα του ήχου που διαδίδεται και συνεκδ. ο αριθμός των μαχ: Το αεροσκάφος πετάει/ταξιδεύει με ταχύτητα ~ 8. [< αγγλ. Mach (number), 1946, γαλλ. ~, περ. 1950, αυστριακό ανθρ. Ernst Mach]
29798μαχαγιάναμα-χα-γιά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Μ): ΘΡΗΣΚ. μία από τις δύο μεγάλες σχολές του βουδισμού, με έμφαση στην κοινή αναζήτηση της παγκόσμιας σωτηρίας, κυρ. μέσω του διαλογισμού. Βλ. χιναγιάνα. [< αγγλ. mahayana < σανσκριτικό mahāyāna]
29799μάχαιραμά-χαι-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο συνήθ. μαχαίρι. ● ΦΡ.: μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις (ΚΔ): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακού. Πβ. οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού. [< αρχ. μάχαιρα]
29800μαχαίριμα-χαί-ρι ουσ. (ουδ.) {μαχαιρ-ιού | -ιών} 1. κοπτικό εργαλείο με λαβή και αιχμηρή λεπίδα: ανοξείδωτο/ασημένιο/ατσάλινο/κοφτερό/μεταλλικό/πλαστικό/πτυσσόμενο/πριονωτό ~. Επαγγελματικό ~. ~ γλυκού/φαγητού. ~ κρέατος/τυριού/ψωμιού. ~ του σεφ. Άκρη/λάμα/μύτη του ~ιού. Ακονίζω/τροχίζω το ~. Καθαρίζω/κόβω το φρούτο με ~. Βλ. κουτάλι, πιρούνι.|| ~ για το κόψιμο των κλαδιών/της χλόης.|| (ως όπλο:) (Δολο)φονικό ~. Επίθεση/οπλισμένος με ~. Πληγή/τραύμα από ~. Τον χτύπησε με ~. Πβ. μάχαιρα. Βλ. κουζινο-, τραπεζο-, χασαπο-μάχαιρο. Βλ. σουγιάς. 2. (μτφ.-προφ.) μείωση, περιορισμός: ~ σε μισθούς/συντάξεις. Το ~ των περικοπών. Μπαίνει/πέφτει ~ στις δαπάνες. 3. (μτφ.) για κάτι οξύ ή πολύ επώδυνο: κοφτερός σαν ~. Η ήττα του ήταν ~ στην καρδιά/στο στομάχι. Πβ. μαχαιριά. ● Υποκ.: μαχαιράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δίκοπο μαχαίρι βλ. δίκοπος ● ΦΡ.: βγάζω/τραβάω μαχαίρι 1. επιτίθεμαι με μαχαίρι που έχω πάνω μου: Έβγαλε/τράβηξε ~ και τον τραυμάτισε σοβαρά. 2. (μτφ.) αντιδρώ πολύ έντονα, επιθετικά: ~ ~, όταν με θίξουν., βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια & βγήκαν μαχαίρια (μτφ.): ξεκίνησε έντονη διαμάχη μεταξύ αντιπάλων: ~ τα ~ μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης., έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο (μτφ.) 1. τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, μια κατάσταση έγινε ανυπόφορη: ~ ~, δεν πάει άλλο! 2. & (σπάν.) έβαλε/μπήκε ~ ~: για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να ληφθούν τα σωστά μέτρα., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι & και το μαχαίρι και το πεπόνι/και το πεπόνι και το μαχαίρι (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διαθέτει τα μέσα, έχει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει, χωρίς να υπολογίζει τους άλλους: Στα χέρια των υπευθύνων είναι ~ ~. Οι ιθύνοντες έχουν/κρατούν ~ ~., κόβω (με το) μαχαίρι (μτφ.): διακόπτω, σταματώ απότομα, και συνήθ. οριστικά: Μου κόπηκε ~ η όρεξη. Έκοψε το τσιγάρο με το ~ (= μια κι έξω)!, με το μαχαίρι: (λέγεται από υπαίθριο πωλητή) για καρπούζια και σπανιότ. πεπόνια, που μπορούν να κοπούν με μαχαίρι, για να διαπιστωθεί η ποιότητά τους: Όλα ~ ~ (= με δοκιμή). Βλ. με τη βούλα., στα μαχαίρια (με κάποιον) (μτφ.): για έντονη αντιπαράθεση μεταξύ δύο πλευρών: Βρίσκονται/ήρθαν ~. Είναι ~ με τον γείτονά του., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή βλ. πληγή, βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω [< μεσν. μαχαίρι(ν)]
29801μαχαιριάμα-χαι-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα με μαχαίρι και συνεκδ. σημάδι, τραύμα από μαχαίρι: Δίνω/ρίχνω/τραβάω (μια) ~.|| Είχε ~ στο χέρι/στα πλευρά. 2. (μτφ.) βαρύ πλήγμα, δυσάρεστο γεγονός: πισώπλατες ~ιές. Η αποτυχία ήταν ~ στην καρδιά του. || (ως παραθετικό σύνθ.) απόφαση/δήλωση/δημοσκόπηση-~. [< μεσν. μαχαιρία]
29802μαχαιροβγάλτηςμα-χαι-ρο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.): βίαιος εγκληματίας, φονιάς που χρησιμοποιεί κυρ. μαχαίρι. [< μεσν. μαχαιροβγάλτης]
29803μαχαιροπίρουναμα-χαι-ρο-πί-ρου-να ουσ. (ουδ.) (τα): σύνολο μαχαιριών, πιρουνιών ή/και κουταλιών: ανοξείδωτα/ασημένια/πλαστικά/χρυσά ~. Σετ ~. Σερβίτσιο ~ων.μαχαιροπίρουνο (το): μαχαίρι και πιρούνι.
29804μαχαιροποιίαμα-χαι-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή μαχαιριών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή βιοτεχνία. Βλ. -ποιία.
29805μαχαιροποιόςμα-χαι-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατασκευαστής μαχαιριών. Βλ. -ποιός. [< αρχ. μαχαιροποιός]
29806μαχαίρωμαμα-χαί-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {μαχαιρώμ-ατα} 1. χτύπημα, τραυματισμός με μαχαίρι. 2. (μτφ.) ηθική βλάβη, κακοπροαίρετη συμπεριφορά εναντίον κάποιου: πισώπλατα/πολιτικά ~ατα. ~ατα μεταξύ των ... ● ΣΥΜΠΛ.: συντροφικά μαχαιρώματα (ειρων.): υπονομευτικές ενέργειες και σχόλια μεταξύ μελών μιας ομάδας, συνήθ. πολιτικού κόμματος: Άρχισαν οι έριδες και τα ~ ~. Πβ. αλληλοκαρφώματα. Βλ. βγήκαν (τα) μαχαίρια, ίντριγκα, παρασκήνιο.
29807μαχαιρώνωμα-χαι-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μαχαίρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μαχαιρών-οντας} 1. χτυπώ, τραυματίζω με μαχαίρι: Τον ~σε μέχρι θανάτου/πολλές φορές. ~θηκε από αγνώστους. Νεαρός βρέθηκε ~μένος.|| (μτφ.) Ο πόνος στη μέση τον ~σε. 2. (μτφ.) βλάπτω ή πληγώνω συναισθηματικά: Σε εμπιστεύτηκα και εσύ με ~σες πισώπλατα.
29808μαχαλάςμα-χα-λάς ουσ. (αρσ.) {μαχαλάδες} (λαϊκό): συνοικία ή γειτονιά: κάτω/πάνω/πέρα ~. Βλ. φτωχο~. ● ΦΡ.: κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι [< μεσν. μαχαλάς < τουρκ. mahalle]
29809μαχαραγιάςμα-χα-ρα-γιάς ουσ. (αρσ.) 1. τίτλος πριγκίπων ή ηγεμόνων της Ινδίας. Βλ. μαχαρανή. 2. (μτφ.) πασάς: Ζει σαν ~. [< γαλλ. maharajah, maharadja]
29810μαχαρανήμα-χα-ρα-νή ουσ. (θηλ.): η σύζυγος του μαχαραγιά. [< γαλλ. maharani]
29811μαχάτμαμα-χά-τμα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στην Ινδία) τιμητικός τίτλος προσώπου που αναγνωρίζεται ως πνευματική προσωπικότητα, (σοφός) δάσκαλος: ~ Γκάντι. Βλ. γκουρού. [< γαλλ. mahatma, περ. 1902]
29813μάχημά-χη ουσ. (θηλ.) {μαχ-ών} 1. πολεμική σύρραξη, στρατιωτική αντιπαράθεση: αιματηρή/αμφίρροπη/άνιση/εμφύλια/εναέρια/επική/θρησκευτική/ιστορική/καταστροφική/πολύνεκρη/σκληρή/σφοδρή/τιτάνια/φονική ~. Πέφτει/ρίχνεται στη ~. Έλαβε/πήρε μέρος στη ~. Αναπαράσταση/έκβαση/νικητές (της)/σκηνές/σχέδιο/τακτικές ~ης. Μονάδες/οχήματα/πτέρυγα/Σμηναρχία ~ης. Σε διάταξη ~ης. Ο εορτασμός/η επέτειος της ~ης. Το χρονικό των ~ών.|| (ΙΣΤ.) Η ~ του Μαραθώνα/των Θερμοπυλών/της Κρήτης. 2. (μτφ.) έντονη αντίθεση ή αντιπαράθεση μεταξύ αντίπαλων πλευρών ή στοιχείων: δικαστική/διπλωματική/(προ)εκλογική/μάταιη/ομηρική/πολιτική ~. ~ παρασκηνίου. Η ~ των εντυπώσεων (: ποιος από τους αντιπάλους θα εντυπωσιάσει περισσότερο). ~ για την εξουσία/τον τίτλο. ~ μέχρις εσχάτων. ~ μεταξύ του καλού και του κακού. Μαίνεται/φουντώνει η ~ μεταξύ των υποψηφίων. Προβλέπεται ~ στήθος με στήθος. Βγήκε αλώβητος από τη ~. Κερδήθηκε η ~.|| (ΑΘΛ.) Η συγκλονιστική/συναρπαστική ~ των αιωνίων.|| Ξέσπασε ~ (= καβγάς) μεταξύ των οπαδών. Πβ. συμπλοκή. 3. (μτφ.) αγώνας, μεγάλη προσπάθεια: ~ επιβίωσης. ~ για την επίλυση (των προβλημάτων)/τον πολιτισμό. ~ κατά της ακρίβειας/της ανεργίας/της διαφθοράς/του καπνίσματος/της κερδοσκοπίας/των ναρκωτικών. ~ για τη μείωση του ελλείμματος. ~ με τον καρκίνο/τις φλόγες/τον χρόνο. Δίνει ~ για τη ζωή. Πβ. πάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: άρμα μάχης βλ. άρμα, μητέρα (όλων) των μαχών βλ. μητέρα, πεδίο μάχης βλ. πεδίο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2 ● ΦΡ.: έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο: πέθανε ύστερα από βαριά αρρώστια ή ατύχημα: ~ ~ μετά από πολύμηνη ασθένεια/υποκύπτοντας στα τραύματά του., σε θέση μάχης (μτφ.): σε κατάσταση ετοιμότητας για επικείμενη σύγκρουση και γενικότ. αντιπαράθεση: ~ ~ για το ασφαλιστικό/τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους., εκτός μάχης βλ. εκτός, έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως, μάχη εκ παρατάξεως βλ. παράταξη [< αρχ. μάχη]
29814μαχητής, μαχήτριαμα-χη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που αγωνίζεται σκληρά για κάτι, συνήθ. για μια ιδέα: ακούραστος/γενναίος ~ της αλήθειας/δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας. ΣΥΝ. αγωνιστής, αγωνίστρια (1) 2. πολεμιστής: ~ της Αντίστασης. Πβ. στρατιώτης. Βλ. συμ~. [< αρχ. μαχητής]
29815μαχητικόμα-χη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος. Βλ. αερο~, βομβαρδιστ-, καταδιωκτ-, μεταγωγ-ικό. [< αγγλ. fighter (aircraft), 1917]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.