| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29782 | μαυροσίταρο | μαυ-ρο-σί-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μαυραγάνι. Βλ. φαγόπυρο. | |
| 29783 | μαυροσκούφης | μαυ-ρο-σκού-φης ουσ. (αρσ.) (προφ.): 1. (προφ.) αξιωματικός ή στρατιώτης των τεθωρακισμένων, με χαρακτηριστικό τον μαύρο μπερέ. 2. αμπελοπούλι. | |
| 29784 | μαυροτσούκαλο | μαυ-ρο-τσού-κα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόσωπο μελαχρινό ή πολύ μαυρισμένο από τον ήλιο. Βλ. ξανθόψειρα. | |
| 29785 | μαυρούδι | μαυ-ρού-δι ουσ. (ουδ.) ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.: ποικιλία σταφυλιού από την οποία παράγεται το ομώνυμο κόκκινο κρασί. Βλ. σαββατιανό. | |
| 29786 | μαυροφόρος | , α, ο μαυ-ρο-φό-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): μαυροντυμένος: (ως ένδειξη πένθους) ~ες: μάνες (= μαυροφορούσες). Βλ. -φόρος. [< μεσν. μαυροφόρος] | |
| 29787 | μαυροφορούσα | μαυ-ρο-φο-ρού-σα επίθ./ουσ. (η): μαυροφόρα γυναίκα. [< μεσν. μαυροφορούσα] | |
| 29788 | μαυροφορώ | [μαυροφορῶ] μαυ-ρο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {μαυροφορ-είς ... | μαυροφόρε-σα, -μένος} (λαϊκό-λογοτ.): ντύνομαι με μαύρα ρούχα, συνήθ. λόγω πένθους: ~σε (: χήρεψε) σε μικρή ηλικία. ~μένη: γιαγιά (= μαυρο-ντυμένη, -φόρα, -φορούσα). Πβ. πενθοφορώ. Βλ. -φορώ. [< μεσν. μαυροφορώ] | |
| 29789 | μαυρόχωμα | μαυ-ρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): χούμος. Βλ. -χωμα. | |
| 29790 | μαυσωλείο | [μαυσωλεῖο] μαυ-σω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Μ): μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο: το ~ της Αλικαρνασσού/του Ταζ Μαχάλ. Βλ. κενοτάφιο, τουρμπές, τύμβος. [< μτγν. Μαυσωλεῖον, γαλλ. mausolée, αγγλ. mausoleum] | |
| 29791 | ΜΑΦ | (η) 1. (σε νοσοκομεία) Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας. Βλ. ΜΕΘ. 2. Μοίρα Άμυνας Φρούρησης. | |
| 29792 | μαφία | μα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. μυστική εγκληματική οργάνωση σικελικής προέλευσης που διευθύνεται από οικογένειες βάσει απαράβατων εσωτερικών κανόνων και συμμετέχει σε παράνομες δραστηριότητες· κατ' επέκτ. οποιαδήποτε οργάνωση ανάλογης δομής, κυρ. από μέλη της ίδιας εθνικότητας: η ιταλική ~ των ΗΠΑ (= Κόζα Νόστρα). Βλ. νονός, ομερτά.|| Κινεζική/ρωσική ~. 2. (μτφ.) κλειστή ομάδα που προωθεί τα συμφέροντά της, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο· κύκλωμα: η ~ των εμπόρων όπλων/των ναρκωτικών/των φυλακών. ΣΥΝ. κλίκα, συνδικάτο (2) 3. (μτφ.-οικ.) επιτήδειος, πονηρός, ικανός: Είναι μεγάλη ~! Πβ. μούτρο. [< ιταλ. mafia 1: γαλλ. ~, 1933] | |
| 29793 | μάφιν | μά-φιν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΑΧΑΡ. μικρό ατομικό κέικ, συνήθ. γλυκό: ~ς με σοκολάτα/φράουλες. Φορμάκια για ~. Βλ. μπράουνι.|| Αλμυρά ~ς (με μπέικον). [< αγγλ. muffin] | |
| 29794 | μαφιόζικος | , η, ο μα-φιό-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη μαφία ή τον μαφιόζο: ~η: απαγωγή/εκτέλεση/επίθεση/οικογένεια/οργάνωση/ταινία. ~ο: έγκλημα/κύκλωμα/σύστημα/χτύπημα. ~ες: μέθοδοι. Τον εκτέλεσαν με ~ο τρόπο. | |
| 29795 | μαφιόζος | μα-φιό-ζος ουσ. (αρσ.) {θηλ. μαφιόζα} 1. μέλος της μαφίας και κατ' επέκτ. κακοποιός. 2. (μειωτ.) χαρακτηρισμός προσώπου ή ομάδας που δρα παρασκηνιακά, για να πετύχει τον σκοπό του: οι ~οι των γηπέδων. Βλ. αρχι~, γκάνγκστερ, -όζος. [< ιταλ. mafioso] | |
| 29796 | μαφόριο | μα-φό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & μαφόρι: ΕΚΚΛΗΣ. (στην αγιογραφία) λεπτό πέπλο που καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους της Παναγίας. Βλ. εσθήτα, σκέπη. [< μτγν. μαφόριον ‘πέπλο’] | |
| 29797 | μαχ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο λόγος της ταχύτητας ενός στερεού ή υγρού προς την ταχύτητα του ήχου που διαδίδεται και συνεκδ. ο αριθμός των μαχ: Το αεροσκάφος πετάει/ταξιδεύει με ταχύτητα ~ 8. [< αγγλ. Mach (number), 1946, γαλλ. ~, περ. 1950, αυστριακό ανθρ. Ernst Mach] | |
| 29798 | μαχαγιάνα | μα-χα-γιά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Μ): ΘΡΗΣΚ. μία από τις δύο μεγάλες σχολές του βουδισμού, με έμφαση στην κοινή αναζήτηση της παγκόσμιας σωτηρίας, κυρ. μέσω του διαλογισμού. Βλ. χιναγιάνα. [< αγγλ. mahayana < σανσκριτικό mahāyāna] | |
| 29799 | μάχαιρα | μά-χαι-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο συνήθ. μαχαίρι. ● ΦΡ.: μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις (ΚΔ): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακού. Πβ. οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού. [< αρχ. μάχαιρα] | |
| 29800 | μαχαίρι | μα-χαί-ρι ουσ. (ουδ.) {μαχαιρ-ιού | -ιών} 1. κοπτικό εργαλείο με λαβή και αιχμηρή λεπίδα: ανοξείδωτο/ασημένιο/ατσάλινο/κοφτερό/μεταλλικό/πλαστικό/πτυσσόμενο/πριονωτό ~. Επαγγελματικό ~. ~ γλυκού/φαγητού. ~ κρέατος/τυριού/ψωμιού. ~ του σεφ. Άκρη/λάμα/μύτη του ~ιού. Ακονίζω/τροχίζω το ~. Καθαρίζω/κόβω το φρούτο με ~. Βλ. κουτάλι, πιρούνι.|| ~ για το κόψιμο των κλαδιών/της χλόης.|| (ως όπλο:) (Δολο)φονικό ~. Επίθεση/οπλισμένος με ~. Πληγή/τραύμα από ~. Τον χτύπησε με ~. Πβ. μάχαιρα. Βλ. κουζινο-, τραπεζο-, χασαπο-μάχαιρο. Βλ. σουγιάς. 2. (μτφ.-προφ.) μείωση, περιορισμός: ~ σε μισθούς/συντάξεις. Το ~ των περικοπών. Μπαίνει/πέφτει ~ στις δαπάνες. 3. (μτφ.) για κάτι οξύ ή πολύ επώδυνο: κοφτερός σαν ~. Η ήττα του ήταν ~ στην καρδιά/στο στομάχι. Πβ. μαχαιριά. ● Υποκ.: μαχαιράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δίκοπο μαχαίρι βλ. δίκοπος ● ΦΡ.: βγάζω/τραβάω μαχαίρι 1. επιτίθεμαι με μαχαίρι που έχω πάνω μου: Έβγαλε/τράβηξε ~ και τον τραυμάτισε σοβαρά. 2. (μτφ.) αντιδρώ πολύ έντονα, επιθετικά: ~ ~, όταν με θίξουν., βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια & βγήκαν μαχαίρια (μτφ.): ξεκίνησε έντονη διαμάχη μεταξύ αντιπάλων: ~ τα ~ μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης., έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο (μτφ.) 1. τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, μια κατάσταση έγινε ανυπόφορη: ~ ~, δεν πάει άλλο! 2. & (σπάν.) έβαλε/μπήκε ~ ~: για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να ληφθούν τα σωστά μέτρα., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι & και το μαχαίρι και το πεπόνι/και το πεπόνι και το μαχαίρι (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διαθέτει τα μέσα, έχει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει, χωρίς να υπολογίζει τους άλλους: Στα χέρια των υπευθύνων είναι ~ ~. Οι ιθύνοντες έχουν/κρατούν ~ ~., κόβω (με το) μαχαίρι (μτφ.): διακόπτω, σταματώ απότομα, και συνήθ. οριστικά: Μου κόπηκε ~ η όρεξη. Έκοψε το τσιγάρο με το ~ (= μια κι έξω)!, με το μαχαίρι: (λέγεται από υπαίθριο πωλητή) για καρπούζια και σπανιότ. πεπόνια, που μπορούν να κοπούν με μαχαίρι, για να διαπιστωθεί η ποιότητά τους: Όλα ~ ~ (= με δοκιμή). Βλ. με τη βούλα., στα μαχαίρια (με κάποιον) (μτφ.): για έντονη αντιπαράθεση μεταξύ δύο πλευρών: Βρίσκονται/ήρθαν ~. Είναι ~ με τον γείτονά του., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή βλ. πληγή, βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω [< μεσν. μαχαίρι(ν)] | |
| 29801 | μαχαιριά | μα-χαι-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα με μαχαίρι και συνεκδ. σημάδι, τραύμα από μαχαίρι: Δίνω/ρίχνω/τραβάω (μια) ~.|| Είχε ~ στο χέρι/στα πλευρά. 2. (μτφ.) βαρύ πλήγμα, δυσάρεστο γεγονός: πισώπλατες ~ιές. Η αποτυχία ήταν ~ στην καρδιά του. || (ως παραθετικό σύνθ.) απόφαση/δήλωση/δημοσκόπηση-~. [< μεσν. μαχαιρία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ