| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29795 | μαφιόζος | μα-φιό-ζος ουσ. (αρσ.) {θηλ. μαφιόζα} 1. μέλος της μαφίας και κατ' επέκτ. κακοποιός. 2. (μειωτ.) χαρακτηρισμός προσώπου ή ομάδας που δρα παρασκηνιακά, για να πετύχει τον σκοπό του: οι ~οι των γηπέδων. Βλ. αρχι~, γκάνγκστερ, -όζος. [< ιταλ. mafioso] | |
| 29796 | μαφόριο | μα-φό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & μαφόρι: ΕΚΚΛΗΣ. (στην αγιογραφία) λεπτό πέπλο που καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους της Παναγίας. Βλ. εσθήτα, σκέπη. [< μτγν. μαφόριον ‘πέπλο’] | |
| 29797 | μαχ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο λόγος της ταχύτητας ενός στερεού ή υγρού προς την ταχύτητα του ήχου που διαδίδεται και συνεκδ. ο αριθμός των μαχ: Το αεροσκάφος πετάει/ταξιδεύει με ταχύτητα ~ 8. [< αγγλ. Mach (number), 1946, γαλλ. ~, περ. 1950, αυστριακό ανθρ. Ernst Mach] | |
| 29798 | μαχαγιάνα | μα-χα-γιά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Μ): ΘΡΗΣΚ. μία από τις δύο μεγάλες σχολές του βουδισμού, με έμφαση στην κοινή αναζήτηση της παγκόσμιας σωτηρίας, κυρ. μέσω του διαλογισμού. Βλ. χιναγιάνα. [< αγγλ. mahayana < σανσκριτικό mahāyāna] | |
| 29799 | μάχαιρα | μά-χαι-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο συνήθ. μαχαίρι. ● ΦΡ.: μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις (ΚΔ): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακού. Πβ. οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού. [< αρχ. μάχαιρα] | |
| 29800 | μαχαίρι | μα-χαί-ρι ουσ. (ουδ.) {μαχαιρ-ιού | -ιών} 1. κοπτικό εργαλείο με λαβή και αιχμηρή λεπίδα: ανοξείδωτο/ασημένιο/ατσάλινο/κοφτερό/μεταλλικό/πλαστικό/πτυσσόμενο/πριονωτό ~. Επαγγελματικό ~. ~ γλυκού/φαγητού. ~ κρέατος/τυριού/ψωμιού. ~ του σεφ. Άκρη/λάμα/μύτη του ~ιού. Ακονίζω/τροχίζω το ~. Καθαρίζω/κόβω το φρούτο με ~. Βλ. κουτάλι, πιρούνι.|| ~ για το κόψιμο των κλαδιών/της χλόης.|| (ως όπλο:) (Δολο)φονικό ~. Επίθεση/οπλισμένος με ~. Πληγή/τραύμα από ~. Τον χτύπησε με ~. Πβ. μάχαιρα. Βλ. κουζινο-, τραπεζο-, χασαπο-μάχαιρο. Βλ. σουγιάς. 2. (μτφ.-προφ.) μείωση, περιορισμός: ~ σε μισθούς/συντάξεις. Το ~ των περικοπών. Μπαίνει/πέφτει ~ στις δαπάνες. 3. (μτφ.) για κάτι οξύ ή πολύ επώδυνο: κοφτερός σαν ~. Η ήττα του ήταν ~ στην καρδιά/στο στομάχι. Πβ. μαχαιριά. ● Υποκ.: μαχαιράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δίκοπο μαχαίρι βλ. δίκοπος ● ΦΡ.: βγάζω/τραβάω μαχαίρι 1. επιτίθεμαι με μαχαίρι που έχω πάνω μου: Έβγαλε/τράβηξε ~ και τον τραυμάτισε σοβαρά. 2. (μτφ.) αντιδρώ πολύ έντονα, επιθετικά: ~ ~, όταν με θίξουν., βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια & βγήκαν μαχαίρια (μτφ.): ξεκίνησε έντονη διαμάχη μεταξύ αντιπάλων: ~ τα ~ μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης., έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο (μτφ.) 1. τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, μια κατάσταση έγινε ανυπόφορη: ~ ~, δεν πάει άλλο! 2. & (σπάν.) έβαλε/μπήκε ~ ~: για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να ληφθούν τα σωστά μέτρα., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι & και το μαχαίρι και το πεπόνι/και το πεπόνι και το μαχαίρι (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διαθέτει τα μέσα, έχει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει, χωρίς να υπολογίζει τους άλλους: Στα χέρια των υπευθύνων είναι ~ ~. Οι ιθύνοντες έχουν/κρατούν ~ ~., κόβω (με το) μαχαίρι (μτφ.): διακόπτω, σταματώ απότομα, και συνήθ. οριστικά: Μου κόπηκε ~ η όρεξη. Έκοψε το τσιγάρο με το ~ (= μια κι έξω)!, με το μαχαίρι: (λέγεται από υπαίθριο πωλητή) για καρπούζια και σπανιότ. πεπόνια, που μπορούν να κοπούν με μαχαίρι, για να διαπιστωθεί η ποιότητά τους: Όλα ~ ~ (= με δοκιμή). Βλ. με τη βούλα., στα μαχαίρια (με κάποιον) (μτφ.): για έντονη αντιπαράθεση μεταξύ δύο πλευρών: Βρίσκονται/ήρθαν ~. Είναι ~ με τον γείτονά του., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή βλ. πληγή, βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω [< μεσν. μαχαίρι(ν)] | |
| 29801 | μαχαιριά | μα-χαι-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα με μαχαίρι και συνεκδ. σημάδι, τραύμα από μαχαίρι: Δίνω/ρίχνω/τραβάω (μια) ~.|| Είχε ~ στο χέρι/στα πλευρά. 2. (μτφ.) βαρύ πλήγμα, δυσάρεστο γεγονός: πισώπλατες ~ιές. Η αποτυχία ήταν ~ στην καρδιά του. || (ως παραθετικό σύνθ.) απόφαση/δήλωση/δημοσκόπηση-~. [< μεσν. μαχαιρία] | |
| 29802 | μαχαιροβγάλτης | μα-χαι-ρο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.): βίαιος εγκληματίας, φονιάς που χρησιμοποιεί κυρ. μαχαίρι. [< μεσν. μαχαιροβγάλτης] | |
| 29803 | μαχαιροπίρουνα | μα-χαι-ρο-πί-ρου-να ουσ. (ουδ.) (τα): σύνολο μαχαιριών, πιρουνιών ή/και κουταλιών: ανοξείδωτα/ασημένια/πλαστικά/χρυσά ~. Σετ ~. Σερβίτσιο ~ων. ● μαχαιροπίρουνο (το): μαχαίρι και πιρούνι. | |
| 29804 | μαχαιροποιία | μα-χαι-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή μαχαιριών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή βιοτεχνία. Βλ. -ποιία. | |
| 29805 | μαχαιροποιός | μα-χαι-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατασκευαστής μαχαιριών. Βλ. -ποιός. [< αρχ. μαχαιροποιός] | |
| 29806 | μαχαίρωμα | μα-χαί-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {μαχαιρώμ-ατα} 1. χτύπημα, τραυματισμός με μαχαίρι. 2. (μτφ.) ηθική βλάβη, κακοπροαίρετη συμπεριφορά εναντίον κάποιου: πισώπλατα/πολιτικά ~ατα. ~ατα μεταξύ των ... ● ΣΥΜΠΛ.: συντροφικά μαχαιρώματα (ειρων.): υπονομευτικές ενέργειες και σχόλια μεταξύ μελών μιας ομάδας, συνήθ. πολιτικού κόμματος: Άρχισαν οι έριδες και τα ~ ~. Πβ. αλληλοκαρφώματα. Βλ. βγήκαν (τα) μαχαίρια, ίντριγκα, παρασκήνιο. | |
| 29807 | μαχαιρώνω | μα-χαι-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μαχαίρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μαχαιρών-οντας} 1. χτυπώ, τραυματίζω με μαχαίρι: Τον ~σε μέχρι θανάτου/πολλές φορές. ~θηκε από αγνώστους. Νεαρός βρέθηκε ~μένος.|| (μτφ.) Ο πόνος στη μέση τον ~σε. 2. (μτφ.) βλάπτω ή πληγώνω συναισθηματικά: Σε εμπιστεύτηκα και εσύ με ~σες πισώπλατα. | |
| 29808 | μαχαλάς | μα-χα-λάς ουσ. (αρσ.) {μαχαλάδες} (λαϊκό): συνοικία ή γειτονιά: κάτω/πάνω/πέρα ~. Βλ. φτωχο~. ● ΦΡ.: κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι [< μεσν. μαχαλάς < τουρκ. mahalle] | |
| 29809 | μαχαραγιάς | μα-χα-ρα-γιάς ουσ. (αρσ.) 1. τίτλος πριγκίπων ή ηγεμόνων της Ινδίας. Βλ. μαχαρανή. 2. (μτφ.) πασάς: Ζει σαν ~. [< γαλλ. maharajah, maharadja] | |
| 29810 | μαχαρανή | μα-χα-ρα-νή ουσ. (θηλ.): η σύζυγος του μαχαραγιά. [< γαλλ. maharani] | |
| 29811 | μαχάτμα | μα-χά-τμα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στην Ινδία) τιμητικός τίτλος προσώπου που αναγνωρίζεται ως πνευματική προσωπικότητα, (σοφός) δάσκαλος: ~ Γκάντι. Βλ. γκουρού. [< γαλλ. mahatma, περ. 1902] | |
| 29813 | μάχη | μά-χη ουσ. (θηλ.) {μαχ-ών} 1. πολεμική σύρραξη, στρατιωτική αντιπαράθεση: αιματηρή/αμφίρροπη/άνιση/εμφύλια/εναέρια/επική/θρησκευτική/ιστορική/καταστροφική/πολύνεκρη/σκληρή/σφοδρή/τιτάνια/φονική ~. Πέφτει/ρίχνεται στη ~. Έλαβε/πήρε μέρος στη ~. Αναπαράσταση/έκβαση/νικητές (της)/σκηνές/σχέδιο/τακτικές ~ης. Μονάδες/οχήματα/πτέρυγα/Σμηναρχία ~ης. Σε διάταξη ~ης. Ο εορτασμός/η επέτειος της ~ης. Το χρονικό των ~ών.|| (ΙΣΤ.) Η ~ του Μαραθώνα/των Θερμοπυλών/της Κρήτης. 2. (μτφ.) έντονη αντίθεση ή αντιπαράθεση μεταξύ αντίπαλων πλευρών ή στοιχείων: δικαστική/διπλωματική/(προ)εκλογική/μάταιη/ομηρική/πολιτική ~. ~ παρασκηνίου. Η ~ των εντυπώσεων (: ποιος από τους αντιπάλους θα εντυπωσιάσει περισσότερο). ~ για την εξουσία/τον τίτλο. ~ μέχρις εσχάτων. ~ μεταξύ του καλού και του κακού. Μαίνεται/φουντώνει η ~ μεταξύ των υποψηφίων. Προβλέπεται ~ στήθος με στήθος. Βγήκε αλώβητος από τη ~. Κερδήθηκε η ~.|| (ΑΘΛ.) Η συγκλονιστική/συναρπαστική ~ των αιωνίων.|| Ξέσπασε ~ (= καβγάς) μεταξύ των οπαδών. Πβ. συμπλοκή. 3. (μτφ.) αγώνας, μεγάλη προσπάθεια: ~ επιβίωσης. ~ για την επίλυση (των προβλημάτων)/τον πολιτισμό. ~ κατά της ακρίβειας/της ανεργίας/της διαφθοράς/του καπνίσματος/της κερδοσκοπίας/των ναρκωτικών. ~ για τη μείωση του ελλείμματος. ~ με τον καρκίνο/τις φλόγες/τον χρόνο. Δίνει ~ για τη ζωή. Πβ. πάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: άρμα μάχης βλ. άρμα, μητέρα (όλων) των μαχών βλ. μητέρα, πεδίο μάχης βλ. πεδίο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2 ● ΦΡ.: έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο: πέθανε ύστερα από βαριά αρρώστια ή ατύχημα: ~ ~ μετά από πολύμηνη ασθένεια/υποκύπτοντας στα τραύματά του., σε θέση μάχης (μτφ.): σε κατάσταση ετοιμότητας για επικείμενη σύγκρουση και γενικότ. αντιπαράθεση: ~ ~ για το ασφαλιστικό/τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους., εκτός μάχης βλ. εκτός, έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως, μάχη εκ παρατάξεως βλ. παράταξη [< αρχ. μάχη] | |
| 29814 | μαχητής, μαχήτρια | μα-χη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που αγωνίζεται σκληρά για κάτι, συνήθ. για μια ιδέα: ακούραστος/γενναίος ~ της αλήθειας/δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας. ΣΥΝ. αγωνιστής, αγωνίστρια (1) 2. πολεμιστής: ~ της Αντίστασης. Πβ. στρατιώτης. Βλ. συμ~. [< αρχ. μαχητής] | |
| 29815 | μαχητικό | μα-χη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος. Βλ. αερο~, βομβαρδιστ-, καταδιωκτ-, μεταγωγ-ικό. [< αγγλ. fighter (aircraft), 1917] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ