| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29802 | μαχαιροβγάλτης | μα-χαι-ρο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.): βίαιος εγκληματίας, φονιάς που χρησιμοποιεί κυρ. μαχαίρι. [< μεσν. μαχαιροβγάλτης] | |
| 29803 | μαχαιροπίρουνα | μα-χαι-ρο-πί-ρου-να ουσ. (ουδ.) (τα): σύνολο μαχαιριών, πιρουνιών ή/και κουταλιών: ανοξείδωτα/ασημένια/πλαστικά/χρυσά ~. Σετ ~. Σερβίτσιο ~ων. ● μαχαιροπίρουνο (το): μαχαίρι και πιρούνι. | |
| 29804 | μαχαιροποιία | μα-χαι-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή μαχαιριών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή βιοτεχνία. Βλ. -ποιία. | |
| 29805 | μαχαιροποιός | μα-χαι-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατασκευαστής μαχαιριών. Βλ. -ποιός. [< αρχ. μαχαιροποιός] | |
| 29806 | μαχαίρωμα | μα-χαί-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {μαχαιρώμ-ατα} 1. χτύπημα, τραυματισμός με μαχαίρι. 2. (μτφ.) ηθική βλάβη, κακοπροαίρετη συμπεριφορά εναντίον κάποιου: πισώπλατα/πολιτικά ~ατα. ~ατα μεταξύ των ... ● ΣΥΜΠΛ.: συντροφικά μαχαιρώματα (ειρων.): υπονομευτικές ενέργειες και σχόλια μεταξύ μελών μιας ομάδας, συνήθ. πολιτικού κόμματος: Άρχισαν οι έριδες και τα ~ ~. Πβ. αλληλοκαρφώματα. Βλ. βγήκαν (τα) μαχαίρια, ίντριγκα, παρασκήνιο. | |
| 29807 | μαχαιρώνω | μα-χαι-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μαχαίρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μαχαιρών-οντας} 1. χτυπώ, τραυματίζω με μαχαίρι: Τον ~σε μέχρι θανάτου/πολλές φορές. ~θηκε από αγνώστους. Νεαρός βρέθηκε ~μένος.|| (μτφ.) Ο πόνος στη μέση τον ~σε. 2. (μτφ.) βλάπτω ή πληγώνω συναισθηματικά: Σε εμπιστεύτηκα και εσύ με ~σες πισώπλατα. | |
| 29808 | μαχαλάς | μα-χα-λάς ουσ. (αρσ.) {μαχαλάδες} (λαϊκό): συνοικία ή γειτονιά: κάτω/πάνω/πέρα ~. Βλ. φτωχο~. ● ΦΡ.: κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι [< μεσν. μαχαλάς < τουρκ. mahalle] | |
| 29809 | μαχαραγιάς | μα-χα-ρα-γιάς ουσ. (αρσ.) 1. τίτλος πριγκίπων ή ηγεμόνων της Ινδίας. Βλ. μαχαρανή. 2. (μτφ.) πασάς: Ζει σαν ~. [< γαλλ. maharajah, maharadja] | |
| 29810 | μαχαρανή | μα-χα-ρα-νή ουσ. (θηλ.): η σύζυγος του μαχαραγιά. [< γαλλ. maharani] | |
| 29811 | μαχάτμα | μα-χά-τμα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στην Ινδία) τιμητικός τίτλος προσώπου που αναγνωρίζεται ως πνευματική προσωπικότητα, (σοφός) δάσκαλος: ~ Γκάντι. Βλ. γκουρού. [< γαλλ. mahatma, περ. 1902] | |
| 29813 | μάχη | μά-χη ουσ. (θηλ.) {μαχ-ών} 1. πολεμική σύρραξη, στρατιωτική αντιπαράθεση: αιματηρή/αμφίρροπη/άνιση/εμφύλια/εναέρια/επική/θρησκευτική/ιστορική/καταστροφική/πολύνεκρη/σκληρή/σφοδρή/τιτάνια/φονική ~. Πέφτει/ρίχνεται στη ~. Έλαβε/πήρε μέρος στη ~. Αναπαράσταση/έκβαση/νικητές (της)/σκηνές/σχέδιο/τακτικές ~ης. Μονάδες/οχήματα/πτέρυγα/Σμηναρχία ~ης. Σε διάταξη ~ης. Ο εορτασμός/η επέτειος της ~ης. Το χρονικό των ~ών.|| (ΙΣΤ.) Η ~ του Μαραθώνα/των Θερμοπυλών/της Κρήτης. 2. (μτφ.) έντονη αντίθεση ή αντιπαράθεση μεταξύ αντίπαλων πλευρών ή στοιχείων: δικαστική/διπλωματική/(προ)εκλογική/μάταιη/ομηρική/πολιτική ~. ~ παρασκηνίου. Η ~ των εντυπώσεων (: ποιος από τους αντιπάλους θα εντυπωσιάσει περισσότερο). ~ για την εξουσία/τον τίτλο. ~ μέχρις εσχάτων. ~ μεταξύ του καλού και του κακού. Μαίνεται/φουντώνει η ~ μεταξύ των υποψηφίων. Προβλέπεται ~ στήθος με στήθος. Βγήκε αλώβητος από τη ~. Κερδήθηκε η ~.|| (ΑΘΛ.) Η συγκλονιστική/συναρπαστική ~ των αιωνίων.|| Ξέσπασε ~ (= καβγάς) μεταξύ των οπαδών. Πβ. συμπλοκή. 3. (μτφ.) αγώνας, μεγάλη προσπάθεια: ~ επιβίωσης. ~ για την επίλυση (των προβλημάτων)/τον πολιτισμό. ~ κατά της ακρίβειας/της ανεργίας/της διαφθοράς/του καπνίσματος/της κερδοσκοπίας/των ναρκωτικών. ~ για τη μείωση του ελλείμματος. ~ με τον καρκίνο/τις φλόγες/τον χρόνο. Δίνει ~ για τη ζωή. Πβ. πάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: άρμα μάχης βλ. άρμα, μητέρα (όλων) των μαχών βλ. μητέρα, πεδίο μάχης βλ. πεδίο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2 ● ΦΡ.: έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο: πέθανε ύστερα από βαριά αρρώστια ή ατύχημα: ~ ~ μετά από πολύμηνη ασθένεια/υποκύπτοντας στα τραύματά του., σε θέση μάχης (μτφ.): σε κατάσταση ετοιμότητας για επικείμενη σύγκρουση και γενικότ. αντιπαράθεση: ~ ~ για το ασφαλιστικό/τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους., εκτός μάχης βλ. εκτός, έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως, μάχη εκ παρατάξεως βλ. παράταξη [< αρχ. μάχη] | |
| 29814 | μαχητής, μαχήτρια | μα-χη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που αγωνίζεται σκληρά για κάτι, συνήθ. για μια ιδέα: ακούραστος/γενναίος ~ της αλήθειας/δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας. ΣΥΝ. αγωνιστής, αγωνίστρια (1) 2. πολεμιστής: ~ της Αντίστασης. Πβ. στρατιώτης. Βλ. συμ~. [< αρχ. μαχητής] | |
| 29815 | μαχητικό | μα-χη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος. Βλ. αερο~, βομβαρδιστ-, καταδιωκτ-, μεταγωγ-ικό. [< αγγλ. fighter (aircraft), 1917] | |
| 29816 | μαχητικός | , ή, ό μα-χη-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από αγωνιστική διάθεση: ~ός: διανοούμενος/πολιτικός. ~ή: δημοσιογραφία/εφημερίδα/συγκέντρωση. ~ό: κίνημα/πνεύμα/σθένος. ~ό παρόν έδωσαν οι πολίτες στη διαδήλωση. 2. που σχετίζεται με μάχη, πολεμικός: ~ή: δύναμη/ικανότητα/τέχνη. ~ό: αεροσκάφος (= μαχητικό)/ελικόπτερο. ● επίρρ.: μαχητικά [< 1: αρχ. μαχητικός] | |
| 29817 | μαχητικότητα | μα-χη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μαχητικού: το ήθος και η ~ των παικτών. Πβ. αγωνιστικότητα.|| Η ~ του στρατού. Βλ. επιθετικ-, πολεμικ-ότητα. | |
| 29818 | μαχητός | , ή, ό μα-χη-τός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντιμετωπιστεί, να ανατραπεί· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μαχητό τεκμήριο: ΝΟΜ. αποδεικτικό στοιχείο που μπορεί να αμφισβητηθεί, να προσβληθεί: ~ ~ κυριότητας του Δημοσίου. ~ ~ υπέρ ... ΑΝΤ. αμάχητο τεκμήριο [< αρχ. μαχητός] | |
| 29820 | μάχιμος | , η, ο μά-χι-μος επίθ. 1. (μτφ.) που δραστηριοποιείται σε έναν τομέα· ενεργός: ~ος: δικηγόρος/εκπαιδευτικός/πολιτικός. ~ο: μέλος/προσωπικό/στέλεχος. Παραμένει ~.|| ~η: δημοσιογραφία/ομάδα/υπηρεσία. 2. ΣΤΡΑΤ. ικανός για στρατιωτική επιχείρηση ή θητεία: ~ος: αξιωματικός (: που ανήκει σε μάχιμο σώμα)/στρατιώτης. Πβ. αξιόμαχος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: όπλο. [< αρχ. μάχιμος ‘που σχετίζεται με τη μάχη, φιλοπόλεμος, βίαιος’] | |
| 29821 | μαχιμότητα | μα-χι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μάχιμου. Βλ. -ότητα. | |
| 29822 | μαχλέπι | μα-χλέ-πι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μπαχαρικό από αποξηραμένους και αλεσμένους σπόρους ενός είδους αγριοκερασιάς (επιστ. ονομασ. Prunus mahaleb) που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική. [< τουρκ. mahlep] | |
| 29823 | μαχμουρλής | μαχ-μουρ-λής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αγουροξυπνημένος και συνήθ. κακόκεφος· κατ' επέκτ. τεμπέλης. [< τουρκ. mahmur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ