| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29824 | μάχομαι | μά-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. ενεστ. -όμενος} 1. πολεμώ: Ο στρατός ~εται εναντίον των εχθρών. Έπεσαν ~όμενοι. 2. (μτφ.) αγωνίζομαι για συγκεκριμένο σκοπό, καταπολεμώ μια ανεπιθύμητη κατάσταση: ~ονται για την ανεξαρτησία/τα ανθρώπινα δικαιώματα/την πρώτη θέση.|| ~ονται την τρομοκρατία. ~εται ενάντια στον καρκίνο/κατά της αδικίας.|| ~όμενη (: ενεργή) δημοσιογραφία/νεολαία. Μάχιμοι και ~όμενοι εκπαιδευτικοί. Βλ. αντι~, υπερ~. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους βλ. ανεμόμυλος [< αρχ. μάχομαι] | |
| 29828 | ΜΔΕ | (το): Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης. | |
| 29829 | ΜΕ | (η) 1. Μέση Εκπαίδευση. 2. Μονάδα Επιστρατεύσεως. | |
| 29830 | με1 | πρόθ. (& μ' πριν από φωνήεν) δηλώνει: 1. συνύπαρξη, συνοδεία: (συχνά προηγείται το επίρρ. μαζί) Μένω (μαζί) ~ τη μητέρα μου. Διακοπές ~ τα παιδιά. Περπατούσε ~ την κόρη του στο πλευρό του. Ήρθε στο πάρτι ~ το αγόρι της. Πβ. παρέα, συντροφιά.|| Κείμενο ~ (: συνοδευόμενο από) μετάφραση. ~ τη βαλίτσα στο χέρι. Μακαρόνια ~ κιμά. Βροχή ~ ήλιο. Πβ. μετά. 2. τρόπο· ειδικότ. μέσο, όργανο ή κατάσταση, συνθήκες: Μιλάει ~ απλότητα (= απλά). Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε ~ μεγάλη επιτυχία (= επιτυχώς). ~ χίλια βάσανα τέλειωσε το σχολείο (: πάρα πολύ δύσκολα, κοπιαστικά). Έχει μάθει να ζει ~ τα λίγα (= λιτά). Η ταινία γυρίστηκε ~ πολύ κέφι. ~ το να γκρινιάζεις (= γκρινιάζοντας), μ' εκνευρίζεις περισσότερο. ~ ποιον τρόπο (= πώς) γνωριστήκατε; Περιμένουμε ~ αγωνία (= εναγωνίως) τα αποτελέσματα. Αφιερωμένο ~ αγάπη.|| Βόλτα ~ ποδήλατο. Αδυνάτισμα ~ γαστρικό μπαλόνι. Προπόνηση ~ βάρη. Πηγαίνω στη δουλειά ~ τα πόδια (= πεζή, πεζός). Τρώει ~ τα δάχτυλα.|| Πού να πάμε ~ τέτοιο καιρό; ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 3. (+ αιτ.) ως συμπλήρωμα ρημάτων, ουσιαστικών, επιθέτων ή επιρρημάτων: σύμφωνα ~ δηλώσεις ... (πβ. κατά). Συνέντευξη ~ τη διάσημη ηθοποιό ... Διεθνές συνέδριο ~ θέμα ... Ντύσιμο ανάλογα ~ τον σωματότυπο (κάποιου). Νέοι αντιμέτωποι ~ την ανεργία. Έχω ραντεβού ~ τον αλλεργιολόγο. Μοιάζει ~ τη (= στη) μητέρα του. Συμφωνώ μ' όσα είπες. Επικοινωνεί καθημερινά ~ πολύ κόσμο. Μάλωσε/τσακώθηκε ~ την καλύτερή της φίλη. Συμμάχησε ~ τους αντιπάλους. ~ τι ασχολείσαι αυτόν τον καιρό; Τιμήθηκε ~ το βραβείο Νόμπελ. Απειλούνται ~ λουκέτο πολλά μαγαζιά. Τι δουλειά έχεις μ' αυτούς; Οι ζυγοί αριθμοί διαιρούνται ~ το 2 (πβ. διά). Μια εικόνα ισοδυναμεί ~ χίλιες λέξεις. 4. χρόνο, χρονικό διάστημα ή χρονική στιγμή: Δουλεύω εννιά ~ πέντε (: από τις εννιά μέχρι τις πέντε). Δύο ~ τρία λεπτά (: περίπου 2-3 λεπτά). Χρόνο ~ τον χρόνο/ώρα ~ την ώρα (: καθώς περνάει ο χρόνος, η ώρα). ~ το πρώτο φως της ημέρας (: αυγή, χάραμα, χαραυγή). ~ τον καιρό/την πάροδο της ηλικίας/το πέρασμα των χρόνων (πβ. προϊόντος του χρόνου, συν τω χρόνω). ~ τη λήξη της σεζόν ...|| (ως σύνδεσμος) ~ το που μπήκα σπίτι ... (= μόλις, όταν). 5. περιεχόμενο: βαρέλι ~ κρασί. Κανάτα ~ νερό. Κουτί (~) σοκολατάκια. ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 6. ιδιότητα, χαρακτηριστικό, κυριότητα: ο κύριος ~ (: που φοράει) το μαύρο παλτό. Σπίτι ~ (: που έχει) θέα στη θάλασσα. Κοπέλα ~ καστανά μάτια. Μπουφάν ~ κουκούλα. Ομάδα ~ αποφασιστικότητα (= αποφασιστική). Δουλειά ~ πολλά λεφτά (: καλοπληρωμένη). Παιδιά ~ σύνδρομο ντάουν. ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 7. αναφορά: οδηγίες αναφορικά ~ (: όσον αφορά) την υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Τι έγινε ~ το ματς χθες; Πβ. κατά. 8. ύλη: ξενοδοχείο κατασκευασμένο ~ (= από) πέτρα και ξύλο (: πέτρινο, ξύλινο). 9. (πολύ) κοντινή απόσταση, στενή επαφή: τεχνητή αναπνοή στόμα ~ στόμα (: φιλί της ζωής). Χόρευαν μάγουλο ~ μάγουλο (πβ. κολλητά). 10. όρο, συμφωνία: Πληρώνομαι ~ την ώρα (: είμαι ωρομίσθιος). 11. αιτία, λόγο: Γελάσαμε ~ τ' αστεία του. Αδικεί τον εαυτό της μ' αυτά που κάνει. 12. αντίθεση, εναντίωση: ~ (= παρά) όλα τα εμπόδια, τα καταφέραμε. Μ' όλο το(ν) σεβασμό, κάνεις ένα βασικό λάθος. ~ τα τόσα πτυχία, ακόμα να βρει δουλειά. Πολεμά ~ (= ενάντια, εναντίον, κατά) τον καρκίνο. ● ΦΡ.: με τα όλα (του/της) (προφ.): για κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι έχει πάρα πολλά θετικά στοιχεία, αρετές, προσόντα: γάμος/επαγγελματίας/ντέρμπι/τραπέζι ~ ~ του. Γυναίκα ~ ~ της (πβ. γυναικάρα)., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (και) με το παραπάνω βλ. παραπάνω, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, διά/με μιας βλ. διά, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά βλ. καρδιά, με βάση βλ. βάση, με γεια βλ. γεια, με κάθε τρόπο βλ. τρόπος, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, με μαθηματική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1, με νύχια και με δόντια βλ. νύχι, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, με τα ψέματα βλ. ψέμα, με τη βία βλ. βία, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, με την ψυχή μου βλ. ψυχή, με την ώρα του βλ. ώρα, με την/υπό την προϋπόθεση βλ. προϋπόθεση, με τιμή/μετά τιμής βλ. τιμή, με τίποτα βλ. τίποτα, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες βλ. ώρα, με το αζημίωτο βλ. αζημίωτος, με το έτσι θέλω βλ. θέλω, με το ζόρι βλ. ζόρι, με το κακό/με το άγριο βλ. κακό, με το καλό βλ. καλό, με το καλό/μαλακό βλ. καλό, με το κιλό βλ. κιλό, με το μάτι βλ. μάτι, με το μαχαίρι βλ. μαχαίρι, με το στανιό βλ. στανιό, με τον ιδρώτα του προσώπου μου βλ. πρόσωπο, με τρόπο βλ. τρόπος, με/κατά/σε σειρά βλ. σειρά, με/υπό όρους βλ. όρος, με/υπό τον όρο βλ. όρος, μέρα με τη μέρα βλ. μέρα, ο ένας με τον άλλο βλ. άλλος, ούτε με σφαίρες! βλ. σφαίρα, πρόσωπο με πρόσωπο βλ. πρόσωπο, σπιθαμή προς σπιθαμή βλ. σπιθαμή, στήθος με στήθος βλ. στήθος, σώμα με/προς σώμα βλ. σώμα, χέρι-χέρι/χέρι με χέρι βλ. χέρι, χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά βλ. χρήμα [< μεσν. με] | |
| 29831 | με2 | βλ. εγώ | |
| 29832 | μέα | μέ-α ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: τα σέα και τα μέα (μου/σου/του) βλ. σέα | |
| 29833 | μεγα- | : α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο αυτών κατά ένα εκατομμύριο: μεγα-βάτ/~βόλτ/~μπάιτ/~τόνος/~χέρτς. Βλ. γιγα-, κιλο-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, πικο-, τερα-. | |
| 29834 | μεγα- & μεγά- | & μεγ- πρόθημα για τη δήλωση 1. υπερβολικά μεγάλου μέγεθους: μεγα-θήριο. 2. ΙΑΤΡ. παθολογικής αύξησης, κυρ. σε μήκος: μεγα-κεφαλία (= μακρο-, μεγαλο-, ΑΝΤ. μικρο-). 3. έντονου χαρακτηριστικού: μεγ-ανθής.|| Mεγά-θυμος. | |
| 29835 | μεγαβάτ | με-γα-βάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα μέτρησης της ισχύος του ηλεκτρικού ρεύματος (σύμβ. ΜW) που είναι ίση με ένα εκατομμύριο βατ. Βλ. κιλοβάτ. [< αγγλ. megawatt, περ. 1900, γαλλ. mégawatt, 1963] | |
| 29836 | μεγαθήριο | με-γα-θή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) κτίριο ή γενικότ. κατασκεύασμα υπερβολικά μεγάλων διαστάσεων: αθλητικό/εμπορικό (πβ. εμπορικό κέντρο, πολυκατάστημα)/τσιμεντένιο ~. Οικοδομικά ~α. (ως παραθετικό σύνθ.) Ξενοδοχεία/πόλεις ~α. Κτιριακό ~ συνολικής επιφάνειας ... χιλιάδων τ.μ. ΣΥΝ. μαμούθ (2) 2. (μτφ.) πανίσχυρη συνήθ. εταιρεία ή ομάδα: βιομηχανικά/επιχειρηματικά/τηλεοπτικά/τραπεζικά ~α. ~ της αγοράς/επιστήμης/υποκριτικής. ~α του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. ΣΥΝ. γίγαντας (2), κολοσσός (1) 3. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. μεγαλόσωμο θηλαστικό που έζησε στη Ν. Αμερική κατά την τριτογενή και την τεταρτογενή περίοδο. Βλ. μαμούθ. [< 3: γαλλ. mégathérium, αγγλ. megatherium] | |
| 29837 | μεγαθυμία | με-γα-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγαλοψυχία, μεγαλοθυμία. [< γαλλ. magnanimité] | |
| 29838 | μεγάθυμος | , η, ο με-γά-θυ-μος επίθ. (λόγ.): μεγαλόψυχος, μεγαλόθυμος. ● επίρρ.: μεγάθυμα [< αρχ. μεγάθυμος] | |
| 29839 | μέγαιρα | μέ-γαι-ρα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): δύστροπη, κακιά γυναίκα. Βλ. μαινάδα. ΣΥΝ. λάμια (1), σκύλα (2), στρίγκλα & στρίγγλα (1) [< αρχ. Mέγαιρα, γαλλ. mégère] | |
| 29840 | μεγακαρυοκύτταρο | με-γα-κα-ρυ-ο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τεράστιο πολυπύρηνο κύτταρο του μυελού των οστών από το οποίο προέρχονται τα ώριμα αιμοπετάλια του αίματος. [< αγγλ. megakaryocyte] | |
| 29841 | μεγάκολο(ν) | με-γά-κο-λο(ν) ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. διάταση και υπερτροφία του παχέος εντέρου: επίκτητο/ιδιοπαθές/συγγενές/τοξικό ~. Βλ. δυσκοιλιότητα. [< γαλλ. mégacôlon, 1901, αγγλ. megacolon, 1906] | |
| 29842 | μεγάκοσμος | με-γά-κο-σμος ουσ. (αρσ.): μακρόκοσμος. Βλ. -κοσμος. ΑΝΤ. μικρόκοσμος. [< πβ. αγγλ. megacosm] | |
| 29843 | μεγάκυκλος | με-γά-κυ-κλος ουσ. (αρσ.) {-ους (λόγ.) -ύκλους | συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης συχνοτήτων (σύμβ. MHz), ίση με ένα εκατομμύριο κύκλους το δευτερόλεπτο: Ο σταθμός εκπέμπει στους ... ~ους. ΣΥΝ. μεγαχέρτζ [< γαλλ. mégacycle, 1931, αγγλ. megacycle, 1926] | |
| 29844 | μεγαλ- | βλ. μεγαλο- | |
| 29845 | μεγαλακρία | με-γα-λα-κρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακρομεγαλία. | |
| 29846 | μεγαλαυχία | με-γα-λαυ-χί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αλαζονεία, έπαρση, καυχησιολογία. Πβ. κομπορρημοσύνη, οίηση. [< αρχ. μεγαλαυχία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ