| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29840 | μεγακαρυοκύτταρο | με-γα-κα-ρυ-ο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τεράστιο πολυπύρηνο κύτταρο του μυελού των οστών από το οποίο προέρχονται τα ώριμα αιμοπετάλια του αίματος. [< αγγλ. megakaryocyte] | |
| 29841 | μεγάκολο(ν) | με-γά-κο-λο(ν) ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. διάταση και υπερτροφία του παχέος εντέρου: επίκτητο/ιδιοπαθές/συγγενές/τοξικό ~. Βλ. δυσκοιλιότητα. [< γαλλ. mégacôlon, 1901, αγγλ. megacolon, 1906] | |
| 29842 | μεγάκοσμος | με-γά-κο-σμος ουσ. (αρσ.): μακρόκοσμος. Βλ. -κοσμος. ΑΝΤ. μικρόκοσμος. [< πβ. αγγλ. megacosm] | |
| 29843 | μεγάκυκλος | με-γά-κυ-κλος ουσ. (αρσ.) {-ους (λόγ.) -ύκλους | συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης συχνοτήτων (σύμβ. MHz), ίση με ένα εκατομμύριο κύκλους το δευτερόλεπτο: Ο σταθμός εκπέμπει στους ... ~ους. ΣΥΝ. μεγαχέρτζ [< γαλλ. mégacycle, 1931, αγγλ. megacycle, 1926] | |
| 29844 | μεγαλ- | βλ. μεγαλο- | |
| 29845 | μεγαλακρία | με-γα-λα-κρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακρομεγαλία. | |
| 29846 | μεγαλαυχία | με-γα-λαυ-χί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αλαζονεία, έπαρση, καυχησιολογία. Πβ. κομπορρημοσύνη, οίηση. [< αρχ. μεγαλαυχία] | |
| 29847 | μεγαλείο | [μεγαλεῖο] με-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): μεγαλοπρέπεια, σπουδαιότητα, υπεροχή: το ~ της φύσης. Το ~ των αγωνιστών του ΄21 (πβ. ανδρεία, γενναιότητα, ηρωισμός). Υποκλίνομαι στο ~ της ανθρώπινης ψυχής (= ανωτερότητα, μεγαλοψυχία).|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το ηλιοβασίλεμα ήταν ~ (= θαύμα, όνειρο). ΣΥΝ. αίγλη (1), λαμπρότητα (1) ● μεγαλεία (τα): (συνήθ. ειρων.) δόξα και πλούτη, αξιώματα, τιμές: Δεν θέλω ~α. Ονειρεύεται ~α.|| (για δήλωση θαυμασμού) Για δες ~α! [< γαλλ. grandeurs] ● ΦΡ.: ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) & σε όλη του(/της ...) μεγαλοπρέπεια (προφ.): για κάτι, συνηθέστ. αρνητικό, που εκδηλώνεται στο μέγιστο βαθμό: η υποκρισία σε όλο της το ~. Ο ρατσισμός στο ~ του. Βλ. αποκορύφωμα, ζενίθ, μάξιμουμ., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις): που έχουν πια χαθεί., Ελλάς, το μεγαλείο σου! βλ. Ελλάδα [< μτγν. μεγαλεῖον] | |
| 29848 | Μεγαλειότατος, Μεγαλειοτάτη | Με-γα-λει-ό-τα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τιμητική προσφώνηση ή τίτλος βασιλιά/βασίλισσας ή αυτοκράτορα/αυτοκράτειρας. Βλ. Εξοχότατος, Εξοχοτάτη.|| (κατ' επέκτ.-ειρων.) Τι άλλο επιθυμεί ο ~; Καφέ, πορτοκαλάδα; ΣΥΝ. μεγαλειότητα (1) [< γαλλ. Majesté] | |
| 29849 | μεγαλειότητα | με-γα-λει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Μεγαλειότης 1. (με κεφαλ. Μ) τιμητική προσφώνηση ή τίτλος βασιλιά/βασίλισσας ή αυτοκράτορα/αυτοκράτειρας: η ~ά Σας (: εσείς, Μεγαλειότατε)/Του. Η Αυτού/Αυτής ~ (: ο βασιλιάς/η βασίλισσα). Βλ. εξοχότητα. ΣΥΝ. Μεγαλειότατος, Μεγαλειοτάτη 2. (λόγ.) αίγλη, λαμπρότητα, μεγαλείο. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μεγαλειότης, γαλλ. (Sa) Majesté] | |
| 29850 | μεγαλειώδης | , ης, ες με-γα-λει-ώ-δης επίθ. {μεγαλειώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: μεγαλοπρεπής, λαμπρός: ~ης: εμφάνιση (= καταπληκτική)/νίκη (= θριαμβευτική, σπουδαία)/πορεία/συγκέντρωση. ~ες: έργο/όραμα/παρελθόν (= ένδοξο). ~εις: στιγμές. ~η: επιτεύγματα (= θαυμαστά). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. μνημειώδης (2) [< γαλλ. grandiose] | |
| 29851 | μεγαλεμπόριο | με-γα-λε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο που γίνεται σε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, με μεγάλα κεφάλαια, συνήθ. για χονδρική πώληση. Βλ. -εμπόριο. ΑΝΤ. μικρεμπόριο | |
| 29852 | μεγαλέμπορος | με-γα-λέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-προφ.) μεγαλέμπορας: έμπορος που διαθέτει στην αγορά μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, συνήθ. για χονδρική πώληση: ~ κρεάτων. Πβ. χονδρέμπορος.|| (συνηθέστ.) ~οι ναρκωτικών. ΑΝΤ. μικρέμπορος [< μτγν. μεγαλέμπορος] | |
| 29853 | μεγαλεπήβολος | , η, ο με-γα-λε-πή-βο-λος επίθ. & μεγαλεπίβολος (λόγ.): που επιδιώκει κάτι πολύ σημαντικό ή δύσκολο, που έχει μεγάλες προσδοκίες: ~ος: στόχος. ~η: ιδέα. ~ο: εγχείρημα/έργο. ~α: σχέδια. Πβ. μεγαλόπνοος. ΣΥΝ. φιλόδοξος [< μτγν. μεγαλεπήβολος, μεγαλεπίβολος] | |
| 29854 | μεγαληγορία | με-γα-λη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πομπώδης ομιλία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Πβ. βερμπαλ-, ρητορ-ισμός, στόμφος. ΣΥΝ. μεγαλορρημοσύνη, μεγαλοστομία, ρητορεία (1) [< αρχ. μεγαληγορία] | |
| 29855 | μεγαλιθικός | , ή, ό με-γα-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αποτελείται από έναν ή περισσότερους ογκόλιθους: ~ός: τάφος (βλ. ντολμέν). ~ά: (προϊστορικά) μνημεία (βλ. μενίρ).|| (κατ' επέκτ., κατά τη Νεολιθική εποχή) ~ός: πολιτισμός. [< γαλλ. mégalithique, αγγλ. megalithic] | |
| 29856 | μεγάλιθος | με-γά-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγαλιθικό μνημείο. [< γαλλ. mégalithe, αγγλ. megalith] | |
| 29857 | μεγαλίστικος | , η, ο με-γα-λί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει σε μεγαλύτερη ηλικία από αυτή του προσώπου για το οποίο γίνεται λόγος: ~η: συμπεριφορά. Βλ. -ίστικος, παιδικός. ● επίρρ.: μεγαλίστικα: Ντύνεται ~. | |
| 29858 | μεγαλο- & μεγαλό- & μεγαλ- | α' συνθετικό για δήλωση 1. μεγάλου μεγέθους: μεγαλό-σωμος. Μεγαλο-γράμματος (πβ. κεφαλαιο-, ΑΝΤ. μικρο-).|| (κατ' επέκτ.-επιτατ.) Μεγαλο-βιομήχανος/~επιχειρηματίας/~καταθέτης.|| (ειρων.) Μεγαλό-σχημος. (συχνά μειωτ.) Μεγαλο-γιατρός/~δικηγόρος. Μεγαλο-απατεώνας.|| (μτφ.) Μεγαλό-θυμος/~ψυχος (βλ. γενναιό-). Μεγαλό-πνοος. Μεγαλ-επήβολος.|| Μεγαλο-ποιώ. 2. ώριμης ή προχωρημένης ηλικίας: μεγαλο-δείχνω (πβ. -φέρνω). 3. ειδικής σημασίας: Μεγαλο-βδομάδα.|| Mεγαλο-ϊδεατισμός.|| Ο Μεγαλό-σταυρος του Σωτήρος.|| Μεγαλο-μανία. 4. ΙΑΤΡ. παθολογικής αύξησης, κυρ. σε μήκος ή όγκο: μεγαλο-κεφαλία (= μεγα-)/~μελία (= μακρο-). Μεγαλ-ακρία (πβ. ακρο-μεγαλία). | |
| 29859 | μεγαλοαγρότης | με-γα-λο-α-γρό-της ουσ. (αρσ.): αγρότης που παράγει και διακινεί μεγάλες ποσότητες γεωργικών προϊόντων. Πβ. μεγαλοκτηματίας, τσιφλικάς. ΑΝΤ. μικροαγρότης |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ