| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29860 | μεγαλοαπατεώνας | με-γα-λο-α-πα-τε-ώ-νας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διαπράττει μεγάλες, συνήθ. οικονομικές, απάτες, απατεώνας ολκής: (κ. ως επίθ.) Συνελήφθη ~ επενδυτής. ΑΝΤ. απατεωνίσκος | |
| 29861 | μεγαλοαστικός | , ή, ό με-γα-λο-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους μεγαλοαστούς: ~ή: οικογένεια/τάξη (βλ. αστική τάξη, μπουρζουαζία). Βλ. μεσοαστικός. ΑΝΤ. μικροαστικός | |
| 29862 | μεγαλοαστισμός | με-γα-λο-α-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): νοοτροπία, συμπεριφορά ή γενικότ. τρόπος ζωής που χαρακτηρίζει τους μεγαλοαστούς. Βλ. -ισμός, νεοπλουτισμός. ΑΝΤ. μικροαστισμός | |
| 29863 | μεγαλοαστός, μεγαλοαστή | με-γα-λο-α-στός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μέλος των ανώτερων (οικονομικά) στρωμάτων της αστικής τάξης. Πβ. μπουρζουάς. Βλ. (μεσο)αστός, εργάτης, προλετάριος.|| (κ. ως επίθ.) ~ γιατρός. ΑΝΤ. μικροαστός, μικροαστή (1) [< γαλλ. grand bourgeois] | |
| 29864 | μεγαλοβδομάδα | με-γα-λο-βδο-μά-δα ουσ. (θηλ.) & μεγαλοβδόμαδο, το (προφ.): η Μεγάλη Εβδομάδα. [< μεσν. μεγαλοεβδομάδα] | |
| 29865 | μεγαλοβδομαδιάτικος | , η, ο με-γα-λο-βδο-μα-διά-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη Μεγάλη Εβδομάδα: ~η: νηστεία/υμνογραφία. ~α: έθιμα (= πασχαλινά). ● επίρρ.: μεγαλοβδομαδιάτικα | |
| 29866 | μεγαλοβιομηχανία | με-γα-λο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): μεγάλη σε μέγεθος και αριθμό εργαζομένων βιομηχανία. Βλ. βαριά βιομηχανία. ΑΝΤ. μικροβιομηχανία | |
| 29867 | μεγαλοβιομήχανος | με-γα-λο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μεγαλοβιομηχανίας. Βλ. (μεγαλο)εφοπλιστής. | |
| 29868 | μεγαλογιατρός | με-γα-λο-για-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολύ γνωστός γιατρός που αμείβεται αδρά για τις υπηρεσίες του. | |
| 29869 | μεγαλογράμματος | , η, ο με-γα-λο-γράμ-μα-τος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που γράφεται ή έχει γραφεί με κεφαλαία γράμματα: ~ος: κώδικας. ~η: επιγραφή. ~α: χειρόγραφα. Αντικατάσταση της ~ης γραφής από τη μικρογράμματη. ΣΥΝ. κεφαλαιογράμματος ΑΝΤ. μικρογράμματος [< μεσν. μεγαλογράμματος] | |
| 29870 | μεγαλοδείχνω | με-γα-λο-δεί-χνω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ’ πρόσ.}: φαίνομαι μεγαλύτερος σε ηλικία από ό,τι είμαι: Με το μούσι ~ει. ΣΥΝ. μεγαλοφέρνω ΑΝΤ. μικροδείχνω, νεάζω & νεανίζω (2) | |
| 29871 | μεγαλοδικηγόρος | με-γα-λο-δι-κη-γό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολύ γνωστός δικηγόρος που αμείβεται αδρά για τις υπηρεσίες του. | |
| 29872 | μεγαλοδύναμος | , η, ο με-γα-λο-δύ-να-μος επίθ. 1. (με κεφαλ. Μ) προσωνυμία του Θεού: Εύχομαι ο ~ Θεός να σας δίνει δύναμη να συνεχίσετε το έργο σας.|| (κυρ. ως ουσ.) Ό,τι σε φωτίσει ο ~. ΣΥΝ. Παντοδύναμος 2. (σπάν.) πανίσχυρος: ~η: φύση. ~α: έθνη. [< μτγν. μεγαλοδύναμος] | |
| 29873 | μεγαλοδωρία | με-γα-λο-δω-ρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία: η ~ του Θεού. [< μτγν. μεγαλοδωρία] | |
| 29874 | μεγαλοεκδότης | με-γα-λο-εκ-δό-της ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης μεγάλου εκδοτικού οίκου. | |
| 29875 | μεγαλοεπιχειρηματίας | με-γα-λο-ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μεγάλης επιχείρησης. Πβ. μεγαλοεφοπλιστής. ΑΝΤ. μικροεπιχειρηματίας | |
| 29876 | μεγαλοεργοδοσία | με-γα-λο-ερ-γο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-αρνητ. συνυποδ.-λόγ.): το σύνολο των μεγαλοεργοδοτών· ένας συγκεκριμένος μεγαλοεργοδότης: τα συμφέροντα της ~ας. Βλ. κεφαλαιοκρατία. | |
| 29877 | μεγαλοεργοδότης | με-γα-λο-ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργοδότης που απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Βλ. κεφαλαιοκράτης. | |
| 29878 | μεγαλοεργολάβος | με-γα-λο-ερ-γο-λά-βος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αναλαμβάνει μεγάλες εργολαβίες. | |
| 29879 | μεγαλοεφοπλιστής | με-γα-λο-ε-φο-πλι-στής ουσ. (αρσ.): μεγαλοεπιχειρηματίας, συνήθ. ιδιοκτήτης πολλών πλοίων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ